News:

Η Συνευωχία ξανά στο Διαδίκτυο

Main Menu

Δικαστήριο

Started by Iaspis, 10 April, 2009, 03:49:06 AM

Previous topic - Next topic

Iaspis

[font size=4]Κλίμαξ, Αγ. Ιωάννου Σιναΐτου[/fonts]
Αποσπάσματα


Ας στήσωμε κατά κάποιο τρόπο ένα φανταστικό δικαστήριο. Όσοι θέλουν να μας ακολουθήσουν με την χάρι του Κυρίου, ας εισέλθουν σ΄ αυτό το δικαστήριο και ας εξετάσουν κάπως μαζί μας τα προηγούμενα πάθη και τις αιτίες των.

[font size=3]Κατηγορούμενοι[/fonts]

QuoteΑς δεθή λοιπόν ο θυμός ο τύραννος με τα δεσμά της πραότητος. Ας κτυπηθή από την μακροθυμία, ας συρθή από την αγία αγάπη, ας παρουσιασθή στο δικαστικό τούτο βήμα του λόγου και ας ανακριθή καταλλήλως:

«Λέγε μας, ώ παράφρον και άσεμνε, τα ονόματα του πατέρα σου και της μητέρας πού κακώς σε εγέννησαν, καθώς και των υιών σου και των βδελυκτών θυγατέρων σου. Και όχι μόνο αυτά, αλλά να μας εξηγήσης επί πλέον, ποιοι είναι αυτοί πού σε πολεμούν και σε φονεύουν».

Και αυτός, ο θυμός δηλαδή, απαντώντας θα μας ειπή περίπου τα εξής:

«Οι αιτίες πού με γεννούν είναι πολλές. Και ο πατέρας μου δεν είναι ένας. Μητέρες μου είναι η κενοδοξία, η φιλαργυρία και η γαστριμαργία, μερικές φορές και η πορνεία. Εκείνος πού με εγέννησε ονομάζεται τύφος, δηλαδή έπαρσις. Οί δε θυγατέρες μου ονομάζονται μνησικακία, έχθρα, δικαιολογία και μίσος. Οι εχθροί μου από τους οποίους τώρα κρατούμαι δεμένος είναι οι αντίπαλοι των θυγατέρων μου, η αοργησία δηλαδή και η πραότης. Αυτή πού με επιβουλεύεται ονομάζεται ταπεινοφροσύνη.
QuoteΑκηδία
Ας δένεται και αυτός ο τύραννος (ακηδία) με την μνήμη των πταισμάτων, και ας δέρνεται με το εργόχειρο. Και αφού συρθή με την σκέψι των μελλόντων αγαθών και σταθή εμπρός μας, ας ερωτάται καταλλήλως:

«Λέγε μας λοιπόν και σύ, παράλυτε και έκλυτε, ποιος είναι ο κακός γονεύς σου; Ποια είναι τα τέκνα σου; Ποιοι είναι αυτοί πού σε πολεμούν; Και ποιος ο φονευτής σου»;

Αυτός δε αναγκαζόμενος θα μας αποκρινόταν:

«Εγώ σε αυτούς πού ασκούν πραγματικά την ζωή της υπακοής, «ούκ έχω πού την κεφαλήν κλίναι». Σε όσους έχω τόπο, τους ευρίσκω στην ησυχία και συζώ μαζί τους. Οι ιδικές μου μητέρες είναι πολλές και διάφορες: Άλλοτε η ψυχική αναισθησία, άλλοτε η λησμοσύνη των άνω, και μερικές φορές η υπερβολική κόπωσις (είτε ψυχική είτε σωματική). Τα ιδικά μου τέκνα είναι: Οι μετακινήσεις από τον ένα τόπο στον άλλο πού γίνονται μαζί μου, η παρακοή στον πνευματικό πατέρα, η λησμοσύνη της Κρίσεως, και μερικές φορές η εγκατάλειψις της μοναχικής ζωής. Ιδικοί μου αντίπαλοι, από τους οποίους τώρα έχω δεθή, είναι η ψαλμωδία και το εργόχειρο. Εχθρική σ΄ εμένα είναι και η σκέψις του θανάτου, αλλά εκείνη πού με θανατώνει τελείως είναι η προσευχή, ενωμένη με την βεβαία ελπίδα των μελλόντων αγαθών.
QuoteΓαστριμαργία.
Ας συλλάβωμε και ας ανακρίνωμε και αυτόν τον εχθρόν-προπαντός αυτόν- πού ευρίσκεται επικεφαλής όλων των επικινδύνων εχθρών μας. Αυτόν πού είναι η θύρα των παθών, η πτώσις του Αδάμ, η απώλεια του Ησαύ, ο όλεθρος των Ισραηλιτών, η ασχημοσύνη του Νώε, η προδοσία των Γομόρρων, η κατηγορία του Λώτ, η εξολόθρευσις των υιών του ιερέως Ηλεί, ο καθοδηγητής προς τους μολυσμούς. Ας την ανακρίνωμε -την γαστριμαργία- από πού γεννάται, ποιοι είναι οι απόγονοί της, ποιος είναι αυτός πού την συντρίβει και ποιος αυτός πού την εξολοθρεύει τελείως.

«Λέγε μας, ώ τύραννε όλων των ανθρώπων, σύ πού τους εξαγοράζεις όλους με το χρυσάφι της απληστίας, από πού εισέρχεσαι μέσα μας; Και τι εν συνεχεία συνηθίζεις να γεννάς εκεί; Και πώς μπορούμε να επιτύχωμε την έξοδό σου και απομάκρυνσι από εμάς»;

Εκείνη δε ταλαιπωρημένη από τις ύβρεις αυτές, γεμάτη μανία και αγριότητα μας αποκρίθηκε τυραννικά:

«Γιατί με ονειδίζετε σείς πού είσθε υπόλογοι απέναντί μου; Και πώς φροντίζετε να με αποχωρισθήτε, ενώ εγώ είμαι εκ φύσεως συνδεδεμένη μαζί σας; Θύρα για μένα είναι η φύσις των φαγητών. Αιτίας της απληστίας μου είναι η συνεχής χρήσις. Αφορμή δε της επικρατήσεως του πάθους μου είναι η προϋπάρχουσα συνήθεια, η αναισθησία της ψυχής και η λησμοσύνη του θανάτου.

» Και πώς ζητείτε να μάθετε τα ονόματα των απογόνων μου; Θα τους απαριθμήσω και θα πληθυνθούν περισσότερο από την άμμο. Ακούστε όμως ποιοι θεωρούνται ως υιοί μου πρωτότοκοι και αγαπητοί: Πρωτότοκός μου υιός είναι ο υπηρέτης της πορνείας. Δεύτερος η σκληροκαρδία. Τρίτος ο ύπνος. Από εμένα επίσης γεννώνται η θάλασσα των λογισμών, τα κύματα των μολυσμών, ο βυθός των κρυπτών και ανεκφράστων ακαθαρσιών.

» Ιδικές μου θυγατέρες είναι η οκνηρία, η πολυλογία, η «παρρησία», τα γέλια, τα αστεία και τα ευτράπελα, η αντιλογία, η σκληροτράχηλη διαγωγή και συμπεριφορά, η ανυπακοή, η αναισθησία, η αιχμαλωσία και υποδούλωσις (στα πάθη), η καύχησις, η θρασύτης. Επίσης και η αγάπη του καλλωπισμού, την οποία διαδέχονται η ρυπαρά προσευχή, ο ρεμβασμός των λογισμών και πολλές φορές συμφορές ανέλπιστες και απροσδόκητες, στις οποίες μάλιστα ακολουθεί η απελπισία πού είναι η πιο φοβερή από όλες.

» Εμένα με πολεμεί, αλλά δεν με νικά, η μνήμη των αμαρτημάτων. Υπερβολικά με εχθρεύεται η σκέψις του θανάτου. Εκείνο δε πού με καταστρέφει τελειωτικά δεν υπάρχει στους ανθρώπους. Όποιος απέκτησε μέσα του Τον Παράκλητο, Τον παρακαλεί εναντίον μου. Και Εκείνος καμφθείς από τις ικεσίες δεν με αφίνει να ενεργώ με εμπάθεια. Αυτοί πού δεν εγεύθηκαν την χάρι του Παρακλήτου, επιζητούν οπωσδήποτε να γλυκαίνωνται από την ιδική μου ηδονή».
QuoteΜε ποια μέθοδο και με ποιο τρόπο να δέσω αυτόν τον φίλο μου, δηλαδή την σάρκα, και να τον δικάσω, όπως και τους άλλους, δεν γνωρίζω. Διότι πρίν τον δέσω λύεται, και πρίν τον δικάσω συμφιλιώνομαι μαζί του. Και πρίν τον τιμωρήσω τον λυπούμαι και κάμπτομαι. Πώς να νικήσω αυτόν πού έκ φύσεως αγαπώ; Πώς να ελευθερωθώ απ' αυτόν, με τον οποίον είμαι συνδεδεμένος αιωνίως; Πώς να καταργήσω εκείνο πού θα αναστηθή μαζί μου; Πώς να μεταβάλω σε άφθαρτο εκείνο πού έλαβε φθαρτή φύσι; τι λογικό επιχείρημα να του αντιτάξω, αφού έχει με το μέρος του τα λογικά επιχειρήματα από την φύσι;

Αν δέσω τον φίλο μου αυτόν με την νηστεία, μόλις κατακρίνω τον πλησίον μου, πάλι παραδίδομαι στα χέρια του. Αν σταματήσω την κατάκρισι και τον νικήσω, αλλά υπερηφανευθώ μέσα μου, πέφτω πάλι στα χέρια του. Είναι για μένα και συνεργάτης και εχθρός. Και βοηθός και αντίδικος. Και υποστηρικτής μαζί και επίβουλος. Όταν δέχεται περιποιήσεις πολεμεί, και όταν συνθλίβεται ατονεί. Όταν τον αναπαύωμε ατακτεί, και όταν πάλι τον αποστρεφώμεθα και τον ταλαιπωρούμε, δεν αντέχει. Αν τον λυπήσω, διατρέχω κίνδυνο. Αν τον πληγώσω, δεν θα έχω με ποιόν να αποκτήσω τις αρετές. Τον ίδιο και τον εναγκαλίζομαι και τον αποστρέφομαι!

Ποιο είναι το μυστήριο πού με περιβάλλει; Πώς εξηγείται η μείξις πού παρατηρείται σ' εμένα; Πώς στον εαυτόν μου είμαι και φίλος και εχθρός; Λέγε μου, λέγε μου, εσύ σύζυγέ μου, εσύ φύσις μου, γιατί δεν χρειάζεται να μάθω τα περί σου από άλλον. Πώς θα μείνω άτρωτος από σένα; Πώς θα κατορθώσω να διαφύγω τον κίνδυνο της φύσεως; Επειδή έδωσα υπόσχεσι στον Χριστόν να είμαι εχθρός σου, πώς θα νικήσω την τυραννική σου εξουσία; Πώς; Διότι απεφάσισα να ασκώ βία επάνω σου.

Και η σάρκα αφού κατά κάποιον τρόπο αποκρίθηκε προς την ψυχή, φάνηκε ότι έτσι περίπου είπε: «Δεν πρόκειται να σου ειπώ κάτι που εσύ δεν το γνωρίζεις, αλλά κάτι πού και οι δύο το γνωρίζομε. Εγώ καυχώμαι ότι έχω μητέρα την (αμαρτωλή) αγάπη. Την εξωτερική πύρωσι της σαρκός την γεννώ με την περιποίησι και την έν γένει καλοπέρασι. Η δε εσωτερική φλόγα και έξαψις των λογισμών έχουν ως αφορμές την καλοπέρασι που προηγήθηκε και τις αισχρές πράξεις που διεπράχθησαν. Εγώ όταν συλλάβω, γεννώ τις αμαρτωλές πτώσεις. Και εκείνες πάλι όταν γεννηθούν, γεννούν με την σειρά τους τον θάνατο διά της απογνώσεως.

Αν γνωρίσης καλά την ιδική μου και την ιδική σου μεγάλη ασθένεια, μου έδεσες τα χέρια. Αν ταλαιπωρήσης τον λαιμό, μου έδεσες τα πόδια, ώστε να μη μπορώ να προχωρώ. Αν συζευχθής την υπακοή, με διεζεύχθης. Αν αποκτήσης ταπείνωσι, με απεκεφάλισες.
QuoteΜε την μικρή γνώσι και την ικανότητα πού διαθέτω, απεγύμνωσα τις δολιότητες και τις πληγές της πετρώδους αυτής και αποκρήμνου και μανιώδους και ανοήτου αναισθησίας. Δεν έχω διάθεσι να φιλολογώ περισσότερο είς βάρος της. Όποιος όμως δύναται με την βοήθεια του Κυρίου να παρουσιάση από πείρα και δοκιμασία κατάλληλα φάρμακα για τις πληγές αυτές, ας μη διστάξη να το κάνη. Εγώ δεν το θεωρώ εντροπή να προβάλω αδυναμία, αφού είμαι τόσο πολύ αιχμαλωτισμένος από αυτή. Αλλ΄ ούτε και τις δολιότητές της και τα τεχνάσματά της κατώρθωσα να καταλάβω μόνος μου∙ παρά μόνο αφού κάπου την συνέλαβα και την εκράτησα διά της βίας και την εβασάνισα και την εμαστίγωσα με το μαστίγιο του θείου φόβου και της αδιαλείπτου προσευχής, την ανάγκασα να ομολογήση όσα προανέφερα.

Μου φαινόταν δε ότι έλεγε η τυραννική και κακούργος: «Οι ιδικοί μου σύντροφοι ενώ βλέπουν νεκρούς, γελούν. Ενώ παρίστανται στην προσευχή, είναι εξ ολοκλήρου πετρώδεις και σκληροί και σκοτεινοί. Ενώ αντικρύζουν την αγία Τράπεζα, μένουν αναίσθητοι. Ενώ μεταλαμβάνουν από τα άγια Δώρα, είναι σαν να εγεύθησαν απλώς ψωμί. Εγώ, όταν τους βλέπω να κατανύσσωνται, τους καταγελώ. Εγώ έχω μάθει από τον πατέρα πού με εγέννησε, να φονεύω ό,τι καλό γεννάται από την ανδρεία της ψυχής και τον ευσεβή πόθο. Εγώ είμαι μητέρα του γέλωτος, εγώ τροφός του ύπνου, εγώ φίλη του χορτασμού. Εγώ, όταν ελέγχωμαι δεν πονώ. Εγώ είμαι σφικτά αγκαλιασμένη με την ψευτοευλάβεια».

Κατάπληκτος δε εγώ από τα λόγια αυτής της παράφρονος, ερωτούσα το όνομα αυτού πού την εγέννησε. Και εκείνη μου απήντησε:

«Εγώ δεν έχω μία μόνο γέννησι. Η δε κυοφόρησίς μου είναι κάπως ποικίλη και άστατη. Εμένα με ενδυναμώνει ο χορτασμός της κοιλίας. Εμένα με αύξησε η πολυκαιρία. Εμένα με έχει παγιώσει η κακή συνήθεια∙ και όποιος την απέκτησε, ποτέ δεν πρόκειται να απαλλαγή από εμένα. Εάν μελετάς επίμονα και με πολλή αγρυπνία την αιωνία Κρίσι, ίσως με κάνης να χαλαρώσω ολίγο. Κοίταξε από ποια αιτία γεννώμαι σ΄εσένα -δεν έχω σε όλους την ίδια αιτία-, και αγωνίζου εναντίον της μητέρας μου αυτής. Να προσεύχεσαι συχνά στους τάφους, ζωγραφίζοντας ανεξίτηλα την εικόνα τους στη καρδιά σου. Εάν μάλιστα αυτή δεν ζωγραφισθή με τον χρωστήρα της νηστείας, δεν πρόκειται να με νικήσης είς τον αιώνα».
QuoteΥπερηφανεία-κενοδοξία
Συνέλαβα κάποτε τούτη την ακέφαλο πλάνη να πλησιάζη προς την καρδιά μου, ανεβασμένη επάνω στους ώμους της μητέρας της.

Τις έδεσα και τις δύο με τα δεσμά της υπακοής, τις εμαστίγωσα με το μαστίγιο της ευτελείας και έτσι τις ανέκρινα με ποιόν τρόπο εισέρχονται μέσα μου. Και αυτές, καθώς εμαστιγώνονταν, μου έλεγαν:

«Εμείς δεν έχομε ούτε αρχή ούτε γέννησι, διότι είμαστε αρχηγοί και γεννήτορες όλων των παθών. Εμάς μας πολεμεί υπερβολικά η συντριβή της καρδίας πού γεννάται από την υποταγή. Εμείς δεν ανεχόμεθα κανένα να μας εξουσιάζη. Γι΄αυτό και όταν ελάβαμε εξουσία στους ουρανούς, απεστατήσαμε από εκεί.

» Εμείς με ένα λόγο γεννούμε όλα τα πάθη πού αντιστρατεύονται στην ταπεινοφροσύνη, διότι όλα όσα την ευνοούν είναι αντιμέτωπά μας. Αλλά αφού και στον ουρανό εσημειώσαμε νίκη, πώς μπορείς εσύ να μας ξεφύγης;

» Εμείς συνηθίζουμε πολλές φορές να εμφανιζώμεθα μετά από ατιμίες, από την υπακοή, από την αοργησία, από την αμνησικακία, από την πρόθυμη διακονία.

» Τέκνα ιδικά μας είναι οι πτώσεις των πνευματικών ανθρώπων, η οργή, η καταλαλιά, η πικρία, ο θυμός, η κραυγή, η βλασφημία, η υποκρισία, το μίσος, ο φθόνος, η αντιλογία, η ιδιορρυθμία, η απείθεια.

» Ένα μόνο υπάρχει πού δεν μπορούμε να το νικήσωμε, και σου το φανερώνουμε, επειδή μας μαστιγώνεις:

» Εάν κατηγορής διαρκώς τον εαυτόν σου ενώπιον του Κυρίου με ειλικρίνεια, θα μας θεωρής ωσάν αράχνη. Ίππος επάνω στον οποίο είμαι ανεβασμένη, εγώ η υπερηφάνεια, είναι, όπως βλέπεις, η κενοδοξία. Η οσία όμως ταπείνωσις και η αυτομεμψία θα περιπαίξουν τον ίππο και τον αναβάτη του, ψάλλοντας μελωδικά την ωδή της νίκης: «Άσωμεν τω Κυρίω∙ ενδόξως γάρ δεδόξασται∙ ίππον και αναβάτην έρριψεν είς θάλασσαν» (Έξοδ. ιε΄ 1) και είς άβυσσον ταπεινώσεως».
Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. (Πραξ. δ\', 32-33)

Iaspis

[font size=3]Τό Κατηγορητήριον[/fonts]

Quote«Ποια είναι τα ιδιαίτερα τέκνα καθενός εκ των οκτώ πονηρών λογισμών; Και ποιος από τους τρεις πρώτους είναι γεννήτωρ των υπολοίπων πέντε»; Εγώ τότε προβάλλοντας στην απορία αξιέπαινη άγνοια, έμαθα από τους οσιωτάτους άνδρας τα εξής:

Μητέρα της πορνείας είναι η γαστριμαργία, της ακηδίας η κενοδοξία. Η λύπη είναι τέκνο και των τριών καθώς και η οργή. Μητέρα της υπερηφανείας είναι πάλι η κενοδοξία.

Εγώ τότε λαμβάνοντας τον λόγο έλεγα προς τους αειμνήστους εκείνους: «Σας ικετεύω να μου μάθετε έν συνεχεία και των οκτώ πονηρών λογισμών τα τέκνα, και συγκεκριμένα από πού γεννάται το καθένα».

Και με εδίδασκαν με πολλή καλωσύνη οι απαθείς εκείνοι, λέγοντάς μου ότι δεν ευρίσκεται τάξις και σύνεσις στους ασυνέτους, αλλά μάλλον αταξία και ακαταστασία. Με έπειθαν δε οι μακάριοι με πειστικά παραδείγματα, φέροντας πάρα πολλά αποδεικτικά επιχειρήματα, έκ των οποίων μερικά τα συμπεριλαμβάνομε στον παρόντα λόγο, ώστε από αυτά να διαφωτισθούμε και για τα υπόλοιπα.

Επί παραδείγματι: Ο άκαιρος γέλως άλλοτε γεννάται από την πορνεία, άλλοτε από την κενοδοξία -όταν κανείς καυχάται μέσα του άτακτα-, και άλλοτε από την τρυφή.

Ο πολύς ύπνος άλλοτε γεννάται από την τρυφή, άλλοτε και από την νηστεία -όταν οι νηστεύοντες υπερηφανεύωνται-, άλλοτε από την ακηδία και άλλοτε από φυσική ανάγκη.

Η πολυλογία άλλοτε γεννάται από την γαστριμαργία και άλλοτε από την κενοδοξία.

Η ακηδία άλλοτε γεννάται από την τρυφή και άλλοτε από την αφοβία του Θεού.

Η βλασφημία είναι ως επί το πλείστον γέννημα της υπερηφανείας. Πολλές φορές όμως και της εσωτερικής κατακρίσεως ή και του ακαίρου φθόνου των δαιμόνων. Η σκληροκαρδία προέρχεται ενίοτε από τον χορτασμό, συχνότερα όμως από την αναισθησία και την προσπάθεια.

Η προσπάθεια πάλι προέρχεται από την πορνεία ή την φιλαργυρία ή την κενοδοξία και από άλλα πολλά.

Η πονηρία πάλι από την οίησι και την οργή.

Η υποκρισία από την αυταρέσκεια και την ιδιορρυθμία.

Τα δε αντίθετά τους, από τους αντιθέτους γονείς.

Και για να μην πολυλογώ -διότι δεν θα μου επαρκέση ο χρόνος, αν θελήσω να εξετάσω το καθένα χωριστά-, όλων αυτών των παθών κατά κύριον λόγον είναι φονεύτρια η ταπείνωσις. Όσοι την απέκτησαν τα ενίκησαν όλα.

Γεννήτρια όλων των κακών είναι η ηδονή και η πονηρία. Όποιος τις έχει μέσα του δεν πρόκειται να ιδή τον Κύριον. Καθόλου δεν θα μας ωφελήση η αποχή από την πρώτη, εάν δεν απομακρύνωμε και την δευτέρα.»


 »Όταν έχωμε εμπρός μας δύο κακά, πρέπει να εκλέγωμε το ελαφρότερο. Επί παραδείγματι: Πολλές φορές ενώ προσευχόμεθα, μας ήλθαν αδελφοί. Και αναγκαστικά θα κάνωμε ένα από τα δύο , ή θα σταματήσωμε την προσευχή, ή θα λυπήσωμε τον αδελφό μας αφίνοντάς τον να φύγη άπρακτος. (Σ΄αυτή την περίπτωση πρέπει να σκεφθούμε, ότι) η αγάπη είναι ανώτερη από την προσευχή, διότι κατά κοινήν ομολογία η προσευχή είναι μία επί μέρους αρετή, ενώ η αγάπη τις περικλείει όλες.

Κάποτε -άλλη περίπτωσις- όταν ήμουν ακόμη νέος επήγα σε κάποια πόλι ή σε κάποια κωμόπολι, (δεν ενθυμούμαι ακριβώς), και καθώς εκάθησα στο τραπέζι μου επετέθηκαν συγχρόνως οι λογισμοί της γαστριμαργίας και της κενοδοξίας. Και επροτίμησα να νικηθώ από την κενοδοξία, (δηλαδή να εγκρατευθώ και να επαινεθώ ως ασκητικός και νηστευτής), διότι εφοβήθηκα το τέκνο της κοιλιοδουλείας, (δηλαδή την πορνεία). Εγώ εγνώρισα ότι στους νέους πολλές φορές ο δαίμων της γαστριμαργίας νικά τον δαίμονα της κενοδοξίας. Αυτό είναι και πιο φυσικό.

 Για τους κοσμικούς «ρίζα πάντων των κακών η φιλαργυρία» (Α΄ Τιμ. ς΄ 10), ενώ για τους μοναχούς η γαστριμαργία.»
Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. (Πραξ. δ\', 32-33)

Iaspis

[font size=3]Απολογία[/fonts]


QuoteΕάν τα διάφορα κτίσματα παραμένουν στην κατάστασι που εδημιουργήθηκαν, πώς εγώ ο άνθρωπος που εδημιουργήθηκα κατ' εικόνα Θεού ταλαιπωρούμαι αναμεμειγμένος με την λάσπη, (το πήλινο δηλαδή σώμα); όπως λέγει ο μέγας Γρηγόριος. Εάν πάλι κάποια δημιουργήματα κατέληξαν να γίνουν κάπως διαφορετικά από τον προορισμό τους, πάντως θα πρέπει με σφοδρότητα να επιθυμούν την συγγένειά τους, (εκείνα δηλαδή με τα οποία εξ αρχής επλάσθηκαν όμοια).
Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. (Πραξ. δ\', 32-33)

Iaspis

[font size=3]Τό Δικαστήριον[/fonts]


1) Πνευματική Αλφάβητος


QuoteΝα μία αρίστη πνευματική αλφάβητος για όλους (τους αρχαρίους):

Α Υπακοή

Β Νηστεία

Γ Σάκκος

Δ Σποδός

Ε Δάκρυα

Ζ Εξομολόγησις

Η Σιωπή

Θ Ταπείνωσις

Ι Αγρυπνία

Κ Ανδρεία

Λ Ψύχος

Μ Κόπος

Ν Ταλαιπωρία

Ξ Εξουδένωσις

Ο Συντριβή

Π Αμνησικακία

Ρ Συναδελφία

Σ Ηπιότης

Τ Πίστις απλή και απερίεργος

Υ Αμεριμνία κόσμου

Φ Μίσος άμισων γονέων

Χ Απροσπάθεια

Ψ Απλότης σύν ακακία

Ω Εκούσιος ευτέλεια
2) Καλή σειρά

QuoteΝα μία καλή σειρά και απαρίθμησις αρετών για τους μεσαίους:

1. Ακενοδοξία

2. Αοργησία

3. Ευελπιστία

4. Ησυχία

5. Διάκρισις

6. Κρίσεως μνήμη παγία

7. Ευσπλαγχνία

8. Φιλοξενία

9. Νουθεσία σύμμετρος

10. Προσευχή απαθής

11. Αφιλαργυρία
3) Νόμος Αλφάβητος

QuoteΝα (και μία αλφάβητος που αποτελεί) τον όρο και τον λόγο και τον νόμο των ψυχών και των σωμάτων πού με ευσέβεια φθάνουν στην τελειότητα, ενώ ευρίσκονται «εν σαρκί»:

Α Αναιχμαλώτιστος καρδία

Β Τετελειωμένη αγάπη

Γ Ταπεινοφροσύνης πηγή

Δ Νοός εκδημία

Ε Χριστού ενδημία

Ζ Φωτός και προσευχής ασυλία

Η Ελλάμψεως Θεού περιουσία

Θ Πόθος θανάτου

Ι Μίσος ζωής

Κ Φυγή σώματος

Λ Κόσμου πρέσβυς

Μ Θεού βιαστής

Ν Αγγέλων συλλειτουργός

Ξ Γνώσεως άβυσσος

Ο Μυστηρίων οίκος

Π Αρρήτων φύλαξ

Ρ Ανθρώπων σωτήρ

Σ Δαιμόνων Θεός

Τ Παθών Κύριος

Υ Δεσπότης σώματος

Φ Φύσεως επίτροπος

Χ Αμαρτίας ξένος

Ψ Απαθείας οίκος

Ω Μιμητής Δεσπότου εκ βοηθείας Δεσπότου.
Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. (Πραξ. δ\', 32-33)

Iaspis

[font size=3]Απόφαση[/fonts]



Quote«Ανάγγειλέ μας, ώ σύ η ωραία ανάμεσα στις αρετές, πού βόσκεις τα πρόβατά σου; Πού κατασκηνώνεις το μεσημέρι;» (πρβλ. Άσμα α΄ 7). «Φώτισον ημάς, πότισον ημάς, οδήγησον ημάς, χειραγώγησον ημάς». Επιθυμούμε πια να ανεβούμε κοντά σου. Διότι εσύ κυριαρχείς σε όλα. Τώρα μου επλήγωσες την καρδία και δεν μπορώ να ανθέξω στην φλόγα σου. Γι΄αυτό θα σε υμνήσω και θα προχωρήσω: Εσύ κυριαρχείς επάνω στην δύναμι της θαλάσσης, εσύ καταπραΰνεις και νεκρώνεις την ταραχή των κυμάτων της. Εσύ ταπεινώνεις και καταρρίπτεις ως τραυματία τον υπερήφανο λογισμό. Με τον ισχυρό σου βραχίονα διασκορπίζεις τους εχθρούς σου (πρβλ. Ψαλμ. πη΄ 10-11) και αναδεικνύεις ανικήτους τους ιδικούς σου εραστάς.

» Και βιάζομαι να μάθω πώς σε είδε ο Ιακώβ επάνω στην κορυφή της κλίμακος. Ερωτώ να μάθω γι΄αυτήν την ανάβασι. Πές μου, πώς ήταν ο τρόπος και η σύνθεσις στην διάταξι των βαθμίδων; Των βαθμίδων της αναβάσεως εκείνης, την οποία έβαλε στον νου και στην καρδία του να επιχειρήση ο εραστής σου; (πρβλ. Ψαλμ. πγ΄ 6). Διψώ ακόμη να μάθω, ποιος ήταν ο αριθμός των βαθμίδων, και πόσος χρόνος εχρειαζόταν για την ανάβασι. Διότι τους μέν χειραγωγούς της αναβάσεως, (τους Αγγέλους δηλαδή), τους ανήγγειλε αυτός που σε είδε και επάλαιψε μαζί σου[4], αλλά για τίποτε άλλο δεν θέλησε ή μάλλον δεν κατώρθωσε να μας διαφωτίση».

Εκείνη δε -αν και θεωρώ καλύτερο να ειπώ Εκείνος[5]- η βασίλισσα, σαν να έσκυψε από τον ουρανό, έλεγε στα αυτιά της ψυχής μου:

«Εάν, ώ εραστά, δεν λυθής από την παχύτητα του σώματος, δεν θα μπορέσης να γνωρίσης το κάλλος του προσώπου μου. Η κλίμαξ ας σε διδάσκη την πνευματική σύνθεσι των επί μέρους αρετών. Στην κορυφή δε αυτής της κλίμακος είμαι στηριγμένη εγώ, καθώς το είπε ο μεγάλος μύστης μου, (ο Απόστολος Παύλος): «Νυνί δε μένει τά τρία ταύτα∙ πίστις, ελπίς, αγάπη∙ μείζων δε πάντων η αγάπη» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 13).
Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. (Πραξ. δ\', 32-33)