Αποστολέας Θέμα: Ο Θεός ως μυστήριο κι ως πρόσωπο  (Αναγνώστηκε 2990 φορές)

Αποσυνδεδεμένος ρωμηός

  • Συμποσιάρχης
  • Hero Member
  • ***
  • Μηνύματα: 1991
    • Προφίλ
    • http://www.romios.bravehost.com
Ο Θεός ως μυστήριο κι ως πρόσωπο
« στις: 25 Ιουνίου, 2007, 04:50:23 μμ »
Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΩΣ ΠΡΟΣΩΠΟ.
ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΨΗΛΑΦΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

(Ομιλία στα πλαίσια του \"Διαλόγου με τους Γονείς\" στο Πνευματικό Κέντρο Αγ. Νικολάου Κοπάνων Ιωαννίνων, Ιωάννινα 16 Φεβ 2005)

Να σας καλωσορίσω και να σας ευχαριστήσω για το χρόνο που συνεχίζετε να δαπανάτε ή, για να το θέσω καλύτερα, για το χρόνο που επενδύετε σε μια προσπάθεια, σε ένα θεσμό, που δεν ζητά να γίνει κατεστημένο επιβάλλοντας κάποιους προβληματισμούς, αλλά που, αντιθέτως, πηγάζει και εκπορεύεται από τις ίδιες τις ανάγκες μας, τα ερωτήματά μας, τους προβληματισμούς μας.

Σήμερα το θέμα μπορεί να ακούγεται κάπως βαρύ.  Ενοχλητικό. Στην εποχή μας οποιοσδήποτε προβληματισμός, συζήτηση ή ακόμα και σκέψη για το Θεό ή την πίστη μας ως Ορθοδόξων ηχεί στα αυτιά μας ως άκρως θεωρητική, χωρίς πρακτικό ενδιαφέρον για τη ζωή μας. Αυτό είναι γεγονός διαπιστωμένο.

Σήμερα δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε μεταξύ του Θεού της πίστης μας ή της ομολογίας μας και του Θεού της ζωής μας, της προσωπικής μας αναφοράς και σχέσης. Λείπει η σχέση, η βεβαίωση της παρουσίας του Θεού στη ζωή μας και μένει το κέλυφος, η ομολογία μιας ιδέας, μιας θεωρίας. Γι’ αυτό και ένα τέτοιο θέμα, μια τέτοια συζήτηση έχει  εξοβελιστεί από την καθημερινή μας αναζήτηση. Δεν εντάσσεται στους προβληματισμούς μας.
 
Αυτό περνάει και στα παιδιά μας. Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με θρησκευτική παιδεία που ελάχιστα διαφέρει από ένα όμορφο παραμύθι, με έστω κάποιες κοινωνικές αξίες, απαραίτητες για μια «ηθική» τους συμμόρφωση σε μια πανανθρώπινη διαπίστωση κοινωνικών αξιών. Όλα είναι ή έχουν γίνει σύμβολα. Η παρουσία ενός Θεού στη γη από γεγονός συγκλονιστικό και ανατρεπτικό για τη ζωή μας έγινε συμβολισμός, ένα συμβολικό - ηθικό πρότυπο, χωρίς ουσιώδεις αλληλεπιδράσεις για την ύπαρξή μας.
 
Κάτι τέτοιο, όμως, είναι συμβιβασμός, μόδα, εφησυχασμός. Η εκκλησία και η διδασκαλία της είναι και φέρει την επανάσταση. Η διδασκαλία της εκκλησίας είναι ουσιαστικά σκάνδαλο. Η εκκλησία λέει πράγματα που στον σημερινό άνθρωπο μοιάζουν όχι απλώς ακαταλαβίστικα αλλά τελείως ανατρεπτικά.

Η διδασκαλία της Εκκλησίας, αυτή που φαντάζει στα μάτια μας ότι είναι φτιαγμένη μόνο για θεολόγους, που δεν χρειάζεται ο απλός άνθρωπος να την γνωρίζει, που δεν είναι στην σφαίρα των δυνατοτήτων ενός απλού πιστού να γνωρίζει, αν την ανακαλύψουμε, αν μυηθούμε σε αυτήν θα διαπιστώσουμε ότι αφορά ουσιώδη ζητήματα της ύπαρξής μας, του προορισμού μας.

Τις Κυριακές που συζητούσαμε με τα παιδιά έβλεπα ότι τα θέματα που προσπαθούσαμε να ανιχνεύσουμε, να ψηλαφίσουμε αντιμετωπίζονταν πάντα με ένα απαθές βλέμμα, με μια νοοτροπία ότι αυτά δεν έχουν να κάνουν με εμάς, με τη ζωή μας, με την ύπαρξη μας, με τα ουσιώδη του βίου μας. Με αυτό που εμάς συνιστά ως ύπαρξη, με αυτό που εγώ θα αντικρίζω καθημερινά τον άλλο άνθρωπο δίπλα μου, στη σχέση μου, στην εργασία μου, στο σχολείο.

Ξεκινήσαμε μια κουβέντα που ήρθε σχεδόν απροσδόκητα. Ξεκινήσαμε να μιλούμε γι’ αυτά που όλοι ξέρουμε κι όμως τα αγνοούμε υπαρξιακά. Για όσα παραδεχόμαστε αλλά δεν μας αγγίζουν. Για εκείνα που μάθαμε να πιστεύουμε χωρίς να τα ζούμε. Για όλα αυτά που συνθέτουν την πίστη μας, αλλά που τα αφήσαμε στο περιθώριο της σκέψης μας, στην απομόνωση της αδιαφορίας μας.

Ξεκινήσαμε να σκαλίζουμε την ψυχή μας στα εσώτερα βάθη της. Εκεί που ποτέ δεν τολμήσαμε να ακουμπήσουμε το νυστέρι της προβληματικής μας. Εκεί βρήκαμε τα ουσιώδη της πίστης μας και όταν ήρθαμε αντιμέτωποι με αυτά βρήκαμε τους εαυτούς μας αναπολόγητους. Διότι πιστεύουμε σε ένα Χριστό τον οποίο αγνοούμε. Αναγνωρίζουμε ένα Θεό της θεωρίας, της πίστης, της μεταφυσικής αλλά παραθεωρούμε τον Θεό της ζωής μας, της ύπαρξής μας, της καθημερινότητάς μας.
 
Τις Κυριακές έρχονται τα παιδιά σας εδώ. Ρώτησα τα παιδιά τι είναι η Θεία Κοινωνία; Τι είναι αυτό που κοινωνούμε, που παίρνουμε από τη λαβίδα του ιερέα το Πάσχα στην Ανάσταση ή σε κάποια άλλη μεγάλη γιορτή. Είναι πραγματικά Σώμα Χριστού, η σάρκα και το αίμα ενός ανθρώπου ή είναι κάτι συμβολικό, κάτι που μας δίνει απλά μια δύναμη, μια ευλογία; Όλοι με ένα στόμα σχεδόν αποκρίθηκαν το δεύτερο.

Τα παιδιά το ομολογούνε με την πεποίθηση που τους προσδίδει η αθωότητά τους. Με την βεβαιότητα που έχουν αποκομίσει από το σχολείο, την οικογένεια, την εκκλησία. Γιατί κάπως έτσι παρουσιάζουμε τη Θεία Κοινωνία, σα μια εικόνα, μια συμβολική πράξη, κάτι σαν το μαγικό ραβδάκι των παραμυθιών, που δίνει θάρρος, ή δύναμη ή έστω μια ευλογία μιας αόρατης δύναμης που μας ενισχύει να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες της ζωής. Νοσηρή κατάσταση που δεν απέχει και πολύ να χαρακτηριστεί από την επιστήμη της Ψυχολογίας ως ένεση αυτοπεποίθησης δια της αυθυποβολής.
 
Ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε ότι δεν ξέραμε για ποιον λόγο πηγαίνουμε ή ακόμα για ποιο λόγο δεν πηγαίνουμε. Όταν τα παιδιά άκουσαν ότι αυτό που κοινωνούμε είναι πραγματικό Σώμα και πραγματικό Αίμα του Χριστού, σοκαρίστηκαν. Τα παιδιά το αγνοούνε, όπως φαντάζομαι το αγνοούμε όχι μόνο εμείς οι μεγαλύτεροι αλλά ακόμα και κληρικοί και Θεολόγοι. Μα είμαστε κανίβαλοι; Τρώμε σάρκα ανθρώπου; Η εκκλησία είναι ένας κανιβαλισμός;

Δεν είναι ερώτηση δική μου. Είναι ερώτηση ενός παιδιού στο ξάφνιασμα μιας μεγάλης ανατροπής. Κι όμως, είμαστε κανίβαλοι, θα σου πει η Εκκλησία και όχι απλά κανίβαλοι αλλά χειρότεροι ακόμα, αφού τρώμε όχι απλό άνθρωπο αλλά Θεό. Η εκκλησία σας είπα έχει διδασκαλία που προκαλεί σκάνδαλο και ανατροπή. Τρώμε Θεό, τρώμε ΤΟΝ Θεό, λέει μια εκκλησία, της οποίας είμαστε μέλη.

Πολλά ανάλογα ερωτήματα ξεπήδησαν σχεδόν αυθόρμητα. Τα ουσιώδη της πίστης μας αλλά γιατί όχι και αυτής της ύπαρξής μας τέθηκαν εν μια στιγμή σε αμφιβολία. Γιατί γιορτάζουμε Χριστούγεννα; Τι είναι αυτή η τόσο σημαντική εορτή; Ποιος ήταν τελικά ο Χριστός; Υπήρξε ένας μεγάλος κοινωνικός αναμορφωτής; Ένας μεγάλος Διδάσκαλος; Ένας σοφός ρήτορας; Ή ένας Θεός;

Οπωσδήποτε το πρόσωπο του Χριστού, η παρουσία του και η διδασκαλία του στη γη επηρέασε καταλυτικά την ανθρώπινη ιστορία. Την «έκοψε» στα δύο. Στο «προ Χριστού» και στο «μετά Χριστόν». Τι ήταν όμως τελικά ο Χριστός; Εδώ έρχεται η κοινή λογική και βρίσκει μια τεράστια, αγεφύρωτη αντίφαση. Ποιος μεγάλος κοινωνικός αναμορφωτής ή διδάσκαλος τόλμησε ποτέ να πει δημόσια ότι είναι Θεός; Να δηλώσει ξεκάθαρα ότι αυτός είναι ο Θεός, που δημιούργησε τα πάντα γύρω μας, που έδωσε τη ζωή, που διαμόρφωσε το σύμπαν; Ποιος μεγάλος Διδάσκαλος έχει τολμήσει να πει κάτι τέτοιο;

Ο Χριστός όμως το είπε. Σήμερα, αν ένας σοφός, ένας μεγάλος επιστήμονας ή ένας κοινωνικός αναμορφωτής ισχυριζόταν ότι είναι Θεός, άραγε πως θα τον χαρακτηρίζαμε; Δεν θα τον λέγαμε τρελό; Δεν θα τον αγνοούσαμε; Δεν θα τον περιγελούσαμε;

Ο Χριστός όμως το είπε. Άρα ο Χριστός είναι κάποιος τρελός ή απατεώνας; Αν είναι τρελός ή απατεώνας, πως μπορούμε σήμερα να τον πιστεύουμε; Να τον θεωρούμε διδάσκαλο; Πως επιτρέπουμε στους αυτούς μας να επιφέρει ένας τρελός τέτοια τομή στην ιστορία μας; Τι συμβαίνει, αλήθεια;

Κι αν όντως είναι Θεός και αν συνειδητοποιήσουμε ότι ο Θεός περπάτησε σε αυτή τη γη, τι σημαίνει αυτό για μας; Ποια σπουδαία μεταβολή γίνεται μέσα μας; Διότι αν δεν γίνεται κάποια επανάσταση μέσα μας, αν το γεγονός ότι ένας Θεός περπάτησε δίπλα μας δεν μας συγκλονίζει και δεν κυριαρχεί στη ζωή μας και στην σκέψη μας, τότε δεν πιστεύουμε.
 
Αν ο Χριστός είναι Θεός και αν αυτός ο Θεός πέθανε για μένα στο Σταυρό θα έπρεπε να με συγκλονίζει. Αν υπάρχει αιωνιότητα πρέπει να με συγκλονίζει. Γιατί, για σκεφτείτε μια αιωνιότητα, ένα ασταμάτητο παρόν, μια αέναη κατάσταση χωρίς τέλος, μια αιώνια ζωή, είναι κάτι συγκλονιστικό.

Κι αν δεν τα πιστεύουμε γιατί είμαστε Χριστιανοί; Τουλάχιστον ας είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας. Ο Θεός δεν θέλει ρομποτάκια ούτε «ευλαβείς βλαμμένους», για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του πατρός Παϊσίου. Θέλει λιοντάρια, ελεύθερη απόκριση, βήμα στο κενό.

Η Εκκλησία έχει διδασκαλία σκανδαλώδη. Μιλάει για ύπαρξη αιώνια. Μιλά για αιώνιο σώμα. Μιλάει για ανθρώπους που θα γίνουν θεοί και για Θεό που έγινε άνθρωπος. Τα έχουμε όμως σκαλίσει αυτά μέσα μας; Τα έχουμε σκεφθεί; Έχουμε αναρωτηθεί; Έχουμε αναλογιστεί τις συνέπειες; Αν 1 στις 1000 μπορώ να γίνω Θεός;

Συζητούσα με ένα παιδί που γράφει στις Νεανικές Αποχρώσεις, στην νεανική εφημερίδα που εκδίδει το Πνευματικό Κέντρο. Σήμερα γράφεις ένα άρθρο και νιώθεις σπουδαίος. Η εκκλησία σου λέει ότι θα σε κάνω Θεό. Πόσο ελκυστικό ακούγεται το ένα και πόσο το άλλο.

 Ποιος ή τι είναι ο Θεός, λοιπόν; Τι πιστεύουμε σήμερα ότι είναι ο Θεός; Υπάρχει Θεός; Να ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Η εκκλησία δεν μπορεί και δεν θέλει να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού. Αν ο Θεός μπορούσε να αποδειχτεί με μια μαθηματική εξίσωση δεν θα ήταν Θεός. Οι Πατέρες της Εκκλησίας το τονίζουν: «Ένας Θεός που είναι κατανοητός δεν είναι Θεός». Ένας Θεός, δηλαδή, που απαιτούμε να τον καταλαβαίνουμε εξονυχιστικά με τις δυνατότητες του λογικού μας μυαλού, καταντάει να μην είναι τίποτε περισσότερο από ένα είδωλο, σχηματοποιημένο κατά τη δική μας εικόνα.

Γι’ αυτό κι η Εκκλησία δεν είναι θρησκεία. Γι’ αυτό και ως χριστιανοί είμαστε άθρησκοι. Η θρησκεία προτάσσει την ανθρώπινη προσπάθεια για την κατανόηση του Θεού. Ο Θεός της θρησκείας είναι κατ’ εικόνα του ανθρώπου ενώ στην Εκκλησία ο άνθρωπος πλάθεται κατ’ εικόνα του Θεού. Η πορεία είναι αντίστροφη. Ο Θεός της θρησκείας ανακαλύπτεται ενώ ο Θεός της εκκλησίας αποκαλύπτεται. Η θρησκεία έχει οπαδούς ενώ η Εκκλησία Αγίους.

Εμείς οι Θεολόγοι και οι κληρικοί κάνουμε μεγάλο σφάλμα όταν κηρύττουμε με την αγωνιώδη προσπάθεια της πειθούς. Όταν προσπαθούμε να πείσουμε για την ύπαρξη του Θεού, για τη Θεότητα του Χριστού. Το να αποδείξεις ότι ο Θεός είναι Τριαδικός ή ότι ο Χριστός αναστήθηκε είναι σαν να ανατρέπεις την ουσία και την φύση της εκκλησίας.

Μιας εκκλησίας, που το έργο της είναι να κάνει τον άνθρωπο Θεό, η απόδειξη των θεμελιωδών αρχών της είναι ανατρεπτική του έργου της. Γιατί καταργεί την ελευθερία της πίστης. Γιατί καταργεί το τόλμημα μιας ακροβασίας, τη δυναμική της εμπειρικής βεβαίωσης. Ένας άνθρωπος που δεν είναι ελεύθερος, ένας άνθρωπος που έλκεται και χειραγωγείται αναγκαστικώς από αποδείξεις πως μπορεί να γίνει Θεός;

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι ο Θεός αφετηριακά είναι μυστήριο. Βρίσκεται πέρα από κάθε κατανόηση. Ότι και να πούμε για το Θεό, όσα χαρακτηριστικά και αν του αποδώσουμε υστερούν από την ζωντανή αλήθεια της ύπαρξης Του.  Ο άνθρωπος, δηλαδή, αδυνατεί να γνωρίσει την ουσία του Θεού. Άρα λοιπόν δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό;

Ο Θεός, λοιπόν, είναι μυστήριο. Μυστήριο, όμως, σημαίνει όχι μόνο απόκρυψη αλλά και αποκάλυψη. Η λέξη μυστήριο προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «μυώ», που σημαίνει αποκαλύπτω, διδάσκω, κατηχώ, φανερώνω. Δεν εννοούμε μ\' ένα «μυστήριο» απλώς αυτό που είναι δυσνόητο και μυ¬στηριώδες, ένα αίνιγμα ή ένα άλυτο πρόβλημα • αντίθετα ένα μυστή¬ριο είναι κάτι που μας αποκαλύπτεται για να το κατανοήσουμε.

 Εδώ πρέπει να κάνουμε μια πολύ σημαντική διάκριση. Τον Θεό τον γνωρίζουμε ή καλύτερα ο Θεός μας αποκαλύπτεται, μας γνωρίζει τον εαυτό του μέσω των Θείων Ενεργειών του.

Όταν μιλούμε εδώ για Θείες Ενέργειες δεν εννοούμε κάτι έξω από το Θεό, κάτι εκτός του Θεού. Είναι ο ίδιος ο Θεός στη σχέση του με τον κόσμο, με τη δημιουργία, με τους ανθρώπους. Ο Θεός δεν είναι μια στατική υπερβατικότητα, δεν είναι μια ανώτερη αλλά στατική δύναμη. Ο Θεός παρεμβαίνει στην ιστορία. Δημιουργεί τον κόσμο, συντηρεί τον κόσμο, ενεργεί δηλαδή και οι ενέργειές του μας είναι προσιτές.

Οι ενέργειες του Θεού είναι ορατές αλλά και αόρατες στα δικά μας μάτια. Ο Θεός ενεργεί αλλά πολλές φορές τα μάτια μας είναι κλειστά. Χρειαζόμαστε γυαλιά. Φακούς επαφής για να έρθουμε σε επαφή με τον Θεό που μας αποκαλύπτεται.

Υπάρχουν ορατοί δείχτες της παρουσίας του Θεού, των ενεργειών του. Ο κόσμος γύρω μας. Το σύμπαν με τους ατελείωτους πλανήτες. Η φυσική δημιουργία. Η δική μας ύπαρξη. Το συγκλονιστικό γεγονός ενός εμβρύου. Το αποκαλυπτικό γεγονός μιας ανάσας ενός μωρού που μόλις βγαίνει από την κοιλιά της μητέρας του. Το δάκρυ ενός αμαρτωλού που συναισθάνεται την απομάκρυνσή του.

Θαύμασα κάποτε ένα παιδί, όταν μου είπε τι ήταν αυτό που τον ωθούσε να πηγαίνει κάθε Κυριακή στην Εκκλησία. Κάθομαι το βράδυ, μου είπε, στο μπαλκόνι του σπιτιού μου. Και ψαχουλεύω τον ουρανό με το τηλεσκόπιο που μου έκανε ο μπαμπάς μου δώρο. Και τότε γίνεται. Γίνεται η αποκάλυψη. Και συγκλονίζομαι. Θαυμάζω! Πώς μπορώ ύστερα να μην πάω στην εκκλησία όταν εκεί μπορώ να βρω Εκείνον που δημιούργησα όλα αυτά που βλέπω στο τηλεσκόπιό μου;

Τον θαύμασα! Και τον θαύμασα όχι γιατί πήγαινε κάθε Κυριακή στην Εκκλησία αλλά γιατί είδε και παρατήρησε αυτό που εμείς προσπερνάμε καθημερινώς. Γιατί θαύμασε αυτό που εμάς μας αφήνει αδιάφορους. Γιατί συγκλονίστηκε από αυτό που εμάς δεν μας αγγίζει.

Εκτός όμως από τους ορατούς αόρατους αυτούς δείχτες της παρουσίας του Θεού, υπάρχουν και εκείνες οι αποκαλυπτικές στιγμές στη ζωή του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου προσωπικά, όπου ο Θεός ενεργεί κατά τρόπο θαυμαστό αλλά ταυτόχρονο και τόσο πραγματικό.

Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι μια προσωπική ιστορία σχέσης με το Θεό. Και σε αυτή τη σχέση όπως και σε κάθε σχέση υπάρχουν βαθμίδες. Η σχέση είναι δηλωτική μιας ενέργειας, μιας κίνησης. Η σχέση είναι γίγνεσθαι. Δηλαδή η σχέση ποτέ δεν μένει στατική και ποτέ δεν γνωρίζει ένα τέλος, μια ολοκλήρωση, ένα τέρμα.

Το υψηλότερο σκαλοπάτι είναι η σχέση των Αγίων με το Θεό. Οι Άγιοι δέχτηκαν το Θεό, ακούμπησαν στο Θεό, άνοιξαν τα μάτια τους στην Αποκάλυψη του Θεού, γέμισαν τις καρδιές τους από την αγάπη του Θεού, χαριτώθηκαν από τις ενέργειες του Θεού με τέτοιο τρόπο που μας είναι αδύνατο να περιγράψουμε.

Εδώ βρισκόμαστε σε ένα πολύ υψηλό σκαλοπάτι που μας είναι αδύνατο να προσεγγίσουμε γλωσσικά. Να το περιγράψουμε αισθητά. Είναι κάτι που βεβαιώνεται μόνο εμπειρικά. Μόνο αν το ζήσει κανένας. Και οι Άγιοι το έζησαν. Και χαριτώθηκαν. Οι ενέργειες του Θεού παραμένουν ζωντανά αποτυπώμενες στους Αγίους ακόμα και μετά το θάνατό τους. Τα λείψανά τους το μαρτυρούν.

Με την ουσία, λοιπόν, του Θεού εννοείται η ετερότητα του, με τις ενέργειες, η εγγύτητα του. Επειδή ο Θεός είναι ένα μυστήριο πέρ\' από τη δική μας κατανόηση, ποτέ δεν θα μάθουμε την ουσία του ή την εσώτερη ύπαρξη του, ούτε σ\' αυτή τη ζωή ούτε, ακόμα, στο Μέλ¬λοντα Αιώνα.

Αν γνωρίζαμε τη θεία ουσία, αυτό θα σήμαινε ότι θα ξέ¬ραμε το Θεό με τον ίδιο τρόπο που εκείνος γνωρίζει τον εαυτό του ∙ και αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε ποτέ, αφού αυτός είναι ο Δη¬μιουργός κι εμείς δημιουργήματα. Αλλά, ενώ η εσώτερη ουσία του Θεού είναι για πάντα πέρ\' από την αντιληπτική μας ικανότητα, οι ενέργειες του, η χάρη, η ζωή και η δύναμη γεμίζουν όλο το σύμπαν και μας είναι άμεσα προσιτές.

Η ου¬σία σημαίνει τον όλο Θεό όπως είναι στον εαυτό του• οι ενέργειες σημαίνουν τον όλο Θεό όπως είναι σε δράση. Ο Θεός μέσα στην ολότητα του είναι απόλυτα παρών σε κάθε μια από τις θείες ενέργειές του. Επομένως η διάκριση ουσία - ενέργειες είναι ένας τρόπος να καθορίσουμε ταυτόχρονα ότι ο όλος Θεός είναι απρόσιτος και ότι ο όλος Θεός, εξωτερικεύοντας την αγάπη του, έχει γίνει προσιτός στον άνθρωπο.

Λόγω αυτής, ακριβώς, της διάκρισης ανάμεσα στη θεία ουσία και στις θείες ενέργειες μπορούμε να βεβαιώσουμε τη δυνατότητα μιας άμε¬σης, πραγματικής ένωσης ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό. Μιας ένωσης που κάνει τον άνθρωπο Θεό. Αυτό που οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν «θέωση» του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, λοιπόν, δια μέσου των Θείων Ενεργειών, συνάπτεται με το Θεό, μετέχει του Θεού, γίνεται «κατά χάρη» Θεός. Αυτή η έκφραση, που είναι αρκετά γνωστή και ακούγεται πολύ συχνά σε κηρύγματα, δηλώνει αυτό ακριβώς, ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός μετέχοντας στη Χάρη του Θεού, στη δωρεά του Θεού, στις ενέργειες του Θεού.

Ο άνθρωπος γίνεται «κατά χάρη» Θεός αλλά δεν ταυτίζεται με το Θεό,  γιατί ο άνθρωπος μετέχει στις ενέργειες του Θεού, όχι στην ουσία. Υπάρχει ένωση αλλά όχι συγχώνευση ή σύγχυση. Αν και «ενωμένος» με το θείο, ο άνθρωπος δεν εξαφανίζεται ούτε εκμηδενίζεται, αλλ\' ανάμεσα σ\' αυτόν και το Θεό συνεχίζει πάντα να υπάρχει μία σχέση προσώπου προς πρόσω¬πο «Εγώ - Συ».

Αυτός ο Θεός του μυστηρίου είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά κοντά μας, γεμίζοντας όλα τα πράγματα, όν¬τας παντού γύρω μας και μέσα μας. Και είναι παρών, όχι απλώς σαν μια ατμόσφαιρα ή μια ανώνυμη δύναμη, αλλά μ\' έναν τρόπο προσω¬πικό. Ό Θεός που είναι άπειρα πιο περ\' από την κατανόηση μας, μας αποκαλύπτει τον εαυτό του σαν πρόσωπο. Μας καλεί τον καθένα με τ\' όνομά μας και μεις του απαντούμε.

Εδώ όμως πρέπει να κάνουμε μια ερμηνευτική παρέμβαση για να κατανοήσουμε τον όρο πρόσωπο. Άτομο και πρόσωπο είναι δύο εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες. Ο όρος πρόσωπο δηλώνει ουσιαστικά μια ακαταμάχητη σπουδή, βιασύνη, δίψα, για έξοδο από τη στυγνή ατομικότητα χωρίς να χάνει την μοναδικότητά του. Είναι μια κίνηση. Μια έξοδος για να συναντήσει το εσύ. Μια έκσταση ερωτικής παραφοράς. Προϋποθέτει μια συναπάντηση αγάπης με τον Εσύ. Άρα, για να υπάρξει ουσιαστικά πρόσωπο έχει την ανάγκη ενός άλλου προσώπου, του Εσύ, για είναι πρόσωπο.

    Η συναπάντηση αυτή προϋποθέτει, θεμελιώνεται, ιερουργείται στο μυστήριο της αγάπης. Γνωρίζουμε ένα πρόσωπο, ερχόμαστε κοντά όταν τον αγαπήσουμε, όταν ανοίξουμε την καρδιά μας στο πλάτος που υπαγορεύει η αλληπεριχώρησή μας, η σχέση και η αναφορά μας με τον άλλο, με το εσύ. Όπως τόσο συγκλονιστικά το περιγράφει ένας ποιητής του αιώνα μας, ο Τάσος Λειβαδίτης: «Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο και όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας νεκροί».

Το να γνωρίζεις ένα πρόσω¬πο ουσιαστικά σημαίνει να το αγαπάς. Δεν μπορεί να υπάρξει αληθι¬νή γνώση των άλλων προσώπων δίχως αμοιβαία αγάπη. Για τον καθένα από μας έχουν υπάρξει ξαφνικές αποκαλυπτικές στιγμές, όπου μας φανερώθηκε η πιο βαθιά ύπαρξη και η αλήθεια ενός άλλου, και αποκτήσαμε εμπειρία της εσωτερικής του ζωής σαν να ήταν δική μας.

Μιλάω για μια βαθύτερη γνώση, μια πραγματική εμπειρική βεβαίωση της ύπαρξης του άλλου, μια βεβαίωση που δεν έρχεται ως αποτέλεσμα μιας απλής χρονικής συμβίωσης, δεν είναι απλά, δηλαδή θέμα χρόνου – χρονικότητας (πόσο καιρό γνωρίζει κανείς κάποιον), ούτε καν τόπου – τοπικής  εγγύτητας, αλλά μιας αγάπης ανιδιοτελούς, μιας αγάπης χωρίς τους περιορισμούς των προσχημάτων και του Σαβουαρ Βιβρ, μιας αγάπης ανυπόκριτης, βαθιάς, μιας αγάπης που συγκλονίζει, που προσπερνάει, που φτάνει στον άλλο, που κάνει το άλμα της αυθυπέρβασης, της υπέρβασης δηλαδή του εαυτού μας. Η ίδια η αγάπη είναι μυστήριο. Κι όμως αποκαλύπτεται αυτό το μυστήριο αποκαλύπτεται μόνο στη σχέση.

Στην προηγούμενή μας συνάντηση, ο κ. Δαμίγος, το είχε πει από τη δική του σκοπιά. Είχε τονίσει ότι τα πρόσωπα εκείνα που έπαιξαν ή παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, εκείνα τα πρόσωπα που στιγματίζουν την ύπαρξη μας και το βίο μας, δεν είναι εκείνα με τα οποία περνάς τις περισσότερες ώρες, αλλά εκείνα που πραγματικά αγαπάς.

Η αγάπη είναι το σημείο – κλειδί για να μπορέσουμε να συναντηθούμε με την αληθινή προσωπι¬κότητα ενός άλλου. Και όταν συμβεί αυτό, αποκαλύπτεται ευθύς ένα μεγαλείο. Ένα μεγαλείο με διαστάσεις που ξεπερνά την κτιστή χρονικότητα και τοπικότητα. Ένα μεγαλείο που σε μεταθέτει από τη φθορά και, ίσως, για πρώτη φορά, σε φέρνει σε μια επαφή με το υπερ¬βατικό και το άχρονο, με κάτι πιο δυνατό απ’ το θάνατο, με κάτι που εκτείνεται πέρα από το θάνατο.  

Όταν λέμε στον άλλο, μ\' όλη μας την καρδιά, «Σ\' αγαπώ», αυτό καρδιακά στον καθένα μας μεταφράζεται: «δεν θα πεθάνεις ποτέ». Σε κάτι τέτοιες στιγμές, προσωπικής μετοχής ξέρουμε, όχι από επιχειρήματα αλλ\' από άμεση βεβαιότητα, ότι υπάρ¬χει ζωή πέρ\' απ’ το θάνατο, με κάποιο ακατανόητο τρόπο αισθανόμαστε βαθιά στην ύπαρξη μας μια εσωτερική βεβαίωση ότι ο θάνατος δεν είναι ένα αυθαίρετο όριο διαχωρισμού. Ότι ο θάνατος δεν είναι απλά ένα τέρμα, ένα τέλος, αλλά το στοίχημα της προσωπικής αυθυπέρβασης.

Αποκτούμε λοιπόν μια συνείδηση δύο διαφορετικών γεγονότων. Της ετερότητας και της εγγύτητας του θεού. Ο Θεός είναι μυστήριο, το τελείως άλλο από εμάς, αλλά ταυτόχρονα και πρόσωπο, στην πιο αυθεντική του έννοια, δηλαδή στην μόνιμη και διαρκή έξοδο της αγάπης του, στην ασταμάτητη ορμή να είναι κοντά μας. Ο Θεός είναι τέρμα αλλά και αφετηρία.

Ο Θεός, λοιπόν, είναι πρόσωπο. Υπάρχει μέσα στο Θεό κάτι ανάλογο προς την «κοινωνία». Δεν είναι ένα πρόσωπο μόνο του ο Θεός, που αγαπάει μόνο τον εαυτό του, δεν είναι μία μονάδα. Είναι ενότητα, ενότητα τριών προσώπων: τρία ίσα πρόσωπα, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ανάμεσά τους υπάρχει σχέση, προσωπική σχέση. Αυτή η σχέση ενώ είναι σταθερή, δεν αλλάζει, δεν μεταποιείται, ταυτόχρονα όμως είναι και κίνηση, αέναη κίνηση αμοιβαίας αγάπης.

Θα προσέξατε ίσως την διατύπωση του δόγματος. Ο Πατήρ γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Πνεύμα. Αυτά είναι προσωπικά ιδιώματα μόνο του Πατρός. Αυτό δεν αλλάζει. Δεν μπορούμε να πούμε δηλαδή ότι και ο Υιός εκπορεύει το Πνεύμα, γιατί αυτό είναι προσωπική ιδιότητα μόνο του Πατρός. Οποιαδήποτε ταύτιση των προσωπικών ιδιωμάτων καταργεί την ετερότητα των προσώπων. Αυτό που διασφαλίζει δηλαδή την πραγματικότητα των δύο άλλων προσώπων, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, είναι τα προσωπικά τους ιδιώματα.  

Ενώ, λοιπόν, στη εσώτερη ζωή της Αγίας Τριάδος τα προσωπικά ιδιώματα είναι σταθερά και δεν αλλάζουν, εν τούτοις αυτή η σχέση τίθεται σε διαρκή ενεστώτα: Λέμε ότι ο Πατήρ «Γεννά» και «Εκπορεύει». Αυτό τι δηλώνει; Δηλώνει την αέναη κίνηση αγάπης του Θεού Πατρός προς το πρόσωπο του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Ουσιαστικά η γέννηση είναι διαρκής. Αυτή η σχέση που προσδιορίζει το ρήμα «γεννά», δεν σταματά ποτέ, διότι ουδέποτε παύει ο Πατήρ να εκχέει την αγάπη του. Εδώ είναι σημαντικό να θυμηθούμε ότι στο Θεό δεν μπορούμε μιλάμε με όρους που προσδιορίζονται από το χρόνο, από τη διαδοχή της χρονικότητας, των λεπτών και των στιγμών. Η ύπαρξη του θεού κείται εκτός των κατηγοριοτήτων, των πλαισίων του χρόνου. Η ύπαρξη του Θεού, το ότι ο Πατήρ γεννά τον Υιό είναι μια κατάσταση ή καλύτερα μια κίνηση που δεν έχει παρόν, παρελθόν και μέλλον.

 Από την άλλη, τι σημαίνει ότι ο Θεός είναι Πατήρ, Υιός και Πνεύμα, χωρίς να παύει να είναι ένας Θεός; Όπως είναι γνωστό, η τελική διατύπωση του δόγματος ομιλεί για μια ουσία αλλά τρία πρόσωπα. Εκείνο όμως που συνιστά την ενότητα των Τριών Προσώπων δεν είναι η κοινή ουσία αλλά το πρόσωπο, και συγκεκριμένα το Πρόσωπο του Θεού Πατρός. Ο Θεός υπάρχει διότι υπάρχει ο Πατήρ, ο οποίος από αγάπη, δηλαδή ελεύθερα, γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Πνεύμα.

Το «χριστιανικό παράλογο» μιας Αγίας Τριάδος, σε εισαγωγικά, που είναι όμως ένας Θεός, εδράζεται ακριβώς στην έννοια του προσώπου. Ο Θεός δεν θα μπορούσε να είναι πρόσωπο αν δεν ήταν Τριάδα. Και το αντίστροφο. Ο Θεός δεν θα μπορούσε να είναι Τριάδα, αν ήταν μια απρόσωπη ουσία. Η ερωτική παραφορά και κίνηση που συνιστά το πρόσωπο του Θεού Πατρός κατοχυρώνει το τριπρόσωπο της Αγίας Τριάδος.  

Η ίδια η ύπαρξή μας πραγματώνεται χάρη σ’ αυτή την άχρονη και άκτιστη ερωτική παραφορά της Αγίας Τριάδος. Αν η οντολογική αρχή του Θεού, αν αυτό δηλαδή που συνιστά την ύπαρξη του Θεού, ήταν μια απρόσωπη ουσία και όχι το Πρόσωπο του Πατρός, τότε ο  Θεός θα ήταν απλά μια στυγνή ατομικότητα, ο δε κόσμος απλά πλεονασμός, μία άχρηστη εννόηση, μη αναγκαίος, χωρίς ύπαρξη, κάτι μη όν. Δεν θα υπήρχε.

Αλλά και ο εσχατολογικός προορισμός του ανθρώπου, ο τελικός σκοπός του, σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού, είναι να γίνει μέρος αυτής της Τριαδικής περιχώρησης, της σχέσεως αγάπης των Τριών Προσώπων. Τότε ακριβώς ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός κατά χάρη, αφού θα ομοιάσει με το Θεό.

Θα γίνει όμοιος με το Θεό ο άνθρωπος όταν ανοίξει διάπλατα τις πύλες της καρδιάς του για να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της αγάπης του Θεού. Ο άνθρωπος θα γίνει Θεός όταν ελεύθερα θα αποδεχθεί τη Χάρη του Θεού που μπορεί να τον μεταβάλλει, να αποκαταστήσει την ανθρώπινη φύση και να την μεταποιήσει από ατομικότητα σε πρόσωπο ελεύθερο, που θα αγαπά ελεύθερα και όχι χρησιμοθηρικά, σε μια κοινωνία αγάπης που θα βεβαιώνει τη ζωή πέρα από το θάνατο. Το διατυπώνει με ενάργεια ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης : «Η αγάπη για το Θεό είναι εκστατική, και μας κάνει να βγούμε από τον εαυτό μας ∙ δεν επιτρέπει στον εραστή να ανήκει πια στον εαυτό του, αλλά ανήκει μόνο στον Αγαπημένο.

Δεν μπορούμε να λέμε: «αγαπώ το Θεό αλλά δεν αγαπώ τον συνάνθρωπό μου». Δεν μπορούμε να είμαστε πρόσωπα στην απομόνωση της εγωπάθειάς μας, στην άρνηση της αλήθειας του άλλου προσώπου. Ο εγωκεντρισμός είναι ο θάνατος της αληθινής προσωπικότητας. Ο καθένας γίνεται αληθινό πρόσωπο μόνο όταν σχετίζεται με αλλά πρόσωπα, όταν ζει γι’ αυτά και μέσα σ’ αυτά.

Θυμάμαι έναν Θεολόγο που έλεγε χαρακτηριστικά: «Έξι δισεκατομμύρια ανθρώπους να αγαπήσεις, έναν να μην αγαπήσεις, παράδεισο δεν βλέπεις». Μην σας φαίνεται υπερβολικός ο τρόπος. Το μυστήριο της Αγίας Τριάδος είναι ο φωτεινός δείκτης της ζωής μας. Ένας δείκτης για να ερμηνεύσουμε όχι μόνο την πίστη μας αλλά και τη ζωή μας.

Σήμερα ζούμε ένα χριστιανισμό της ατομικής ηθικής, της ατομικής σωτηρίας, της ατομικής αξιομισθίας. Σήμερα οι Εκκλησίες γεμίζουν από κόσμο αλλά και από το ψύχος της μοναξιάς που αναδύεται από τα βλέμματα των ανθρώπων. Η Θεία Ευχαριστία από γεγονός εκκλησιαστικό, γεγονός δηλαδή κοινωνίας και σχέσης προσωπικής έχει μετατραπεί σε μαγική ψευδαίσθηση ατομικής εγγύτητας με το Θείο, με μια αόρατη υπερβατική δύναμη, που προσπαθούμε να την εξευμενίσουμε.

Δεν έχουμε κατανοήσει ότι τον Παράδεισο δεν τον κερδίζουμε με το να γίνουμε καλοί άνθρωποι, τηρώντας ένα κώδικα ηθικής συμπεριφοράς. Δεν τον κερδίζουμε με την νηστεία μας ή την ατομική μας προσευχή. Η εκκλησία, βεβαίως, δεν αρνείται την ηθική αλλά δεν υποτάσσεται σε αυτήν. Η αλήθεια της Εκκλησίας εδράζεται όχι στην ηθική αλλά σε ένα πρόσωπο, στο Πρόσωπο του Θεού Πατρός.

Η σύγχυση στο χώρο της Εκκλησίας προέρχεται από αυτήν ακριβώς την εσφαλμένη και αυθαίρετη πρόταξη μιας απρόσωπης ηθικής, που φαντάζει ως  προϋπάρχουσα ακόμη και του Θεού. Μιλάμε σήμερα για την ηθική της Εκκλησίας και πολλές φορές εννοούμε μια δύναμη στην οποία υποτάσσεται και ο ίδιος ο Θεός. Μιλάμε για μια ηθική που δημιούργησε το Θεό.

 Μια τέτοια εκκλησία που απαιτεί μια ηθική συμμόρφωση δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο, απλούστατα διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να την υπακούσει. Δεν μπορούμε να σωθούμε μόνοι μας. Η μόνη οδός για τον παράδεισο είναι δια μέσου του άλλου. Ο άλλος για μένα είναι ο Θεός.

Επομένως το Τριαδικό δόγμα, αντί να το παραμελούμε και να το αντιμετωπίζουμε σαν ένα θέμα δυσνόητης θεολογικής σκέψης που ενδιαφέρει μόνο τους ειδικούς, θα έπρεπε να το βάλουμε στη ζωή μας έτσι ώστε να έχει μιαν επίδραση επαναστατική. Δημιουργηθήκαμε κατ\' εικόνα του Τριαδικού Θεού. Καλούμαστε λοιπόν να αναπαράγουμε στη γη το μυστήριο της αμοιβαίας αγάπης που η Αγία Τριάδα βιώνει στον ουρανό.

Έξω από αυτή πτυχή που νοηματοδοτεί την πίστη και την θεμελιώνει ως αποκάλυψη και ως δυνατότητα σωτηρίας, η Εκκλησία,  η μετοχή στα μυστήρια της, παίρνει συμβατικό – ηθικό χαρακτήρα. Η εξομολόγηση μεταβάλλεται σε ψυχολογική τακτοποίηση των ατομικών αισθημάτων ενοχής, η μετοχή στη Θεία Κοινωνία σε ηθική επιβράβευση της καλής συμπεριφοράς, το βάπτισμα μια αυτονόητη κοινωνική υποχρέωση και ο γάμος μια νομιμοποίηση της σεξουαλικής σχέσης.  
 
Βεβαίως το Τριαδικό Δόγμα δεν εξαντλείται στα όσα είπαμε. Απλά προσπαθήσαμε να ψηλαφήσουμε, με λόγο, όσο γίνεται, κατανοητό και απλό, μια πτυχή της Θείας πραγματικότητας. Θελήσαμε λοιπόν στα πλαίσια αυτού του διαλόγου να παρεμβάλλουμε και ορισμένα θέματα κατήχησης. Να μην τα δούμε και να μην τα αναλύσουμε όμως με την έννοια που έχει μια έκθεση ιδεών αλλά να δούμε πτυχές της διδασκαλίας της Εκκλησίας, οι οποίες φανερώνουν και αποκαλύπτουν την ουσία και το βαθύτερο νόημα της πίστης μας. Εκείνες τις πτυχές που ανανοηματοδοτούν την ίδια μας την ύπαρξη.

Συνεχίζουμε αυτό το διάλογο όχι για να προτρέψουμε κάποιον να πάει στη Εκκλησία ή για να πιστέψει σε ένα Θεό αλλά για να αρχίσουμε επιτέλους να αναρωτιόμαστε τι πιστεύουμε και γιατί πιστεύουμε. Να μεταφέρουμε στο προσκήνιο της ζωής μας ό,τι μέχρι τώρα ήταν στο παρασκήνιο. Δεν το έχουμε κάνει. Η αρχή, η αφετηρία είναι αυτή που θέσαμε: Η ομολογία μας! Η απιστία μας!

Όταν ομολογούμε την απιστία μας κάνουμε καλή αρχή. Μη σας ξενίζει. Η πίστη δεν είναι ποτέ πανάκεια επανάπαυσης και εφησυχασμού αλλά βήμα στο κενό, ακροβασία. Μια επαναπαυμένη πίστη δεν είναι πίστη. Θα ήταν όντως πολύ εύκολη η πνευματική μας ζωή, τόσο εύκολη όσο και ψεύτικη, δίχως εναγώνιες προσπάθειες για την ανακάλυψη του Θεού, ή καλύτερα δίχως εναγώνιες προσπάθειες να αποδεχθούμε, να γίνουμε δεκτικοί της αυτό-αποκάλυψης του Θεού.

Έτσι η πορεία μας να συναντήσουμε το Θεό αποδεικνύεται ότι είναι ένα μονοπάτι μετάνοιας με την πιο ριζική της έννοια. Η μετάνοια σημαίνει στην κυ¬ριολεξία «αλλαγή του νου». Για να πλησιάσουμε το Θεό, πρέπει ν\' αλλά¬ξουμε το νου μας, να απογυμνώσουμε τους εαυτούς μας από το συνηθισμένο τρόπο σκέψης μας. Πρέπει να μεταστραφούμε όχι μόνον ως προς τη θέληση μας αλλά και ως προς τη διάνοια μας. Να απαλλαγούμε από τις δεσμεύσεις των νοητικών κατηγορημάτων που έχουμε πλάσει περί Θεού και να αφεθούμε στη σχέση της προσωπικής επαφής και επικοινωνίας.

Λέει πολύ πετυχημένα ένας επίσκοπος, ο Κάλλιστος Γουέαρ, στο βιβλίο του «Ο Ορθόδοξος Δρόμος»:  Η πίστη στο Θεό δεν μοιάζει καθόλου με το είδος της λογικής βεβαιότητας που πετυχαίνουμε στην Ευκλείδεια γεωμετρία. Ο Θεός δεν είναι το συμπέρασμα σε μια σειρά συλλογισμών, ή λύ¬ση σ\' ένα μαθηματικό πρόβλημα. Το να πιστεύεις στο Θεό δεν είναι το να δέχεσαι τη δυνατότητα της ύπαρξής του επειδή μας έχει «αποδειχθεί» με κάποιο θεωρητικό επιχείρημα, αλλά είναι το να εμπιστευτούμε τον Ένα που ξέρουμε και αγαπάμε. Η πίστη δεν είναι η υπόθεση πως κάτι ίσως είναι αλήθεια, αλλά η βεβαιότητα ότι κάποιος είναι εκεί».

Επειδή, ακριβώς, η πίστη δεν είναι λογική βεβαιότητα αλλά προσωπική σχέση, εμπειρική βεβαίωση, και επειδή αυτή η προσωπική σχέση είναι ακόμη πολύ ατε¬λής στον καθένα μας κι έχει ανάγκη να εξελίσσεται συνέχεια είναι δυνατό να συνυπάρχει η πίστη με την αμφιβολία. Αυτά τα δύο δεν αποκλείονται αμοιβαία.

Οι ίδιοι οι Απόστολοι που έζησαν τον Κύριο, τον ψηλάφησαν και θαύμασαν τα έργα του, συνόψισαν αυτήν την αντίφαση με τη παράκληση: «Κύριε, πιστεύω ∙ βοήθει μου τη απιστία» (Μαρκ. 9, 24).  Πρέπει να οικειοποιη¬θούμε την κραυγή αυτή των αποστόλων, να την κάνουμε δική μας προσωπική κραυγή και να την διατηρήσουμε ως τη μόνιμη και διαρκή προσευχή μας, ως και αυτές τις πύλες του θανάτου.

Κι όμως η αμφιβολία καθαυτή δεν δείχνει έλλειψη πίστης. Ίσως σημαίνει το αντίθετο - ότι η πίστη μας είναι ζωντανή και αυξανόμενη. Γιατί η πίστη δεν συνεπάγεται μακαριότητα αλλά ριψοκινδύνεμα, όχι απομόνωση από το άγνωστο αλλά πορεία άφοβη για να το συναντήσουμε.

Κλείνω εδώ. Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Ήταν πολλά αυτά που θέσαμε σήμερα και πολλά αυτά για τα οποία πρέπει να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε. Κοντά μας έχουμε και τον π. Φιλόθεο, πρωτοσύγκελο της Ιεράς μας Μητροπόλεως. Τον ακούσαμε στην πρώτη συνάντησή μας και τα λόγια του τα βάλαμε στην καρδιά μας. Δεν είχαμε προλάβει όμως να προχωρήσουμε σε διάλογο. Είναι εδώ σήμερα για το διάλογο που μας χρωστάει. Είναι εδώ σήμερα για να απαντήσει στις ερωτήσεις που είχε αποφύγει την πρώτη φορά αλλά και για τις ερωτήσεις που γεννήθηκαν σήμερα.

Να τον ευχαριστήσουμε γιατί είναι κοντά μας, παρά το φορτωμένο του πρόγραμμα. Να τον ευχαριστήσω και προσωπικά για την εμπιστοσύνη με την οποία από καρδιάς με περιβάλλει. Ευχαριστώ και όλους εσάς που είχατε την υπομονή να με ακούσετε.



Αποσυνδεδεμένος Βασιλείου Μάριος

  • Συμποσιάρχης
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 4799
    • Προφίλ
    • http://www.mariosv.gr/
Ο Θεός ως μυστήριο κι ως πρόσωπο
« Απάντηση #1 στις: 25 Ιουνίου, 2007, 05:11:57 μμ »
:thankyou:
Χωρίς στρουμφάκι, δεν γίνεται δουλειά εδώ μέσα!

Αποσυνδεδεμένος ioannis40

  • Συνευωχήτης
  • **
  • Μηνύματα: 71
    • Προφίλ
Ο Θεός ως μυστήριο κι ως πρόσωπο
« Απάντηση #2 στις: 15 Νοεμβρίου, 2008, 08:57:59 μμ »
Η κορύφωση της Δημιουργίας σημαίνει και το τέλος της. Αυτό συντελείται με την δημιουργία του κορυφαίου δημιουργήματος τον άνθρωπο, και είναι η υπογραφή του χαρακτήρα του Δημιουργού. Εδώ φαίνεται ή φανερώνεται η ιδιαίτερη φροντίδα του Δημιουργού καθώς και ο Δημιουργός. Ως πρότυπο χρησιμοποιείται ο ίδιος ο Δημιουργός, «κατ εικόνα ημετέραν», και φαίνεται να δίνει μεγάλη σημασία ο Μ. Βασίλειος σε αυτή την έννοια της «εικόνος», <<τι λέγεις προς τούτον>>  διερωτάται. Ο άνθρωπος δεν πλάσθηκε <<κατ΄ εικόνα των αγγέλων αλλά του Θεού και όχι εν σχήματι σωματικώ>> αφού ο Θεός είναι πνεύμα. Ο άνθρωπος πλάσθηκε «κατ΄ εικόνα Αυτού ος εστίν εικών του Θεού του αοράτου» .  Ο άνθρωπος είναι η εικόνα Αυτού που είπε «Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν»  και διερωτάται ο Άγιος: <<όπου μία εικών, που το ανόμοιον;>> .

     Η διδασκαλία του Μ. Βασιλείου, σε σχέση με τις αντιλήψεις των άλλων Πατέρων της εποχής του δεν παρουσιάζει ριζικές διαφορές. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της χρωστάνε την ύπαρξή τους στην ξεχωριστή μορφή του και τις ιδιαίτερες ιστορικές συγκυρίες της εποχής του που τον οδήγησαν, όπως γράψαμε και αλλού, να ασχοληθεί με επείγοντα και κυρίως πρακτικής φύσεως προβλήματα της Εκκλησίας.
   Ο ασκητικός χαρακτήρας διαποτίζει τη διδασκαλία του  η οποία και είναι αυστηρή απέναντι τις ανθρώπινες αδυναμίες και μερικές φορές δύσκαμπτη και τραχιά.  Εξετάζοντας όμως τα λόγια του μέσα από το πρίσμα του ασκητικού στοιχείου, διαπιστώνουμε την βαθιά ποιμαντική μέριμνα του για το ποίμνιό του και τη γνώση της διαφοράς που έχει ο μεταπτωτικός αλλοτριωμένος άνθρωπος από τον κάτοικο του Παραδείσου.
   Παρατηρούμε μια διάκριση που αφορά τη σύνθεση  του μεταπτωτικού ανθρώπου. Το ανθρώπινο σώμα, αν και επάξια θεωρείται ως το όχημα της ψυχής, διακρίνεται με σαφήνεια από την ψυχή η οποία και έχει απόλυτη υπεροχή απέναντί του, παρά τη μεταξύ τους στενότατη σχέση και παρά την χριστιανική διδασκαλία που θέλει τον άνθρωπο να μεταμορφώνεται συνολικά ως ψυχοσωματική οντότητα.  
  Η ασκητική αυτή αντιμετώπιση του ανθρωπίνου σώματος με τη σημερινή <<μεταπτωτική μορφή>> του υποχρεώνει τον Μ. Βασίλειο να το αντιμετωπίζει σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις - και όχι μόνο ως σαρκική επιθυμία -όπως κάποιο εμπόδιο που δυσχεραίνει την ολοκλήρωση  του πιστού. Εξετάζοντας λοιπόν το σώμα από αυτή την οπτική πλευρά είναι φανερή η ουσιώδης διαφορά τις χριστιανικής από την ελληνική αντίληψη γι’ αυτό. Για τον χριστιανό βασική επιδίωξη δεν είναι η αθλητική σωματική διάπλαση, όπως αυτή εικονίζεται στα αρχαιοελληνικά αγάλματα, αλλά η ικανοποίηση των σωματικών απαιτήσεων οι οποίες είναι απαραίτητες για τη σωματική συντήρηση. Με αυτόν τον τρόπον το σώμα δεν γίνεται κέντρο  απασχόλησης του ανθρώπου ώστε να εμποδίζει τον βαθύτατο εσωτερικό αγώνα για την τελείωση της ψυχής. Οι λέξεις <<πολυσαρκία>>, <<εύχρεια>> που χρησιμοποιεί ο Μ. Βασίλειος είναι η ομολογία της απέχθειας του ενάντια σε καθετί που εμποδίζει την ασκητική θεώρηση της  σκέψης του για το σώμα .  Ο πραγματικός αθλητής είναι αυτό ως που ασκείται στις εντολές του Θεού και τον  χαρακτηρίζει το <<κατεσκληκός του σώματος και η εκ της εγκρατείας επανθούσα ωχρία>> .  Κύρια φροντίδα του Μ. Βασιλείου είναι η τελείωση της ψυχής  η οποία εμποδίζεται από την απόλαυση  των υλικών αγαθών. Η εγκράτεια στην χρήση <<των αναγκαίων>> βοηθάει την ψυχή να προπαρασκευασθεί γαι να πετύχει την θέωση απολαμβάνοντας τη δόξα από <<τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς>> .  Στην ανθρωπολογία του ο Μ. Βασίλειος τονίζει ότι σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να βρίσκεται κάτω από τα πιεστικά όρια του θανάτου, <<μη αναμείνωμεν γενέσθαι νεκροίς>> λέει κάπου, αλλά σκοπός των ανθρώπων είναι η <<από ζωήν εις ζωήν μετάβασις>>• είναι η ανακάλυψη του σκοπού του  ανθρώπου  για να οδηγείται <<προς τα ουράνια>> .  Ο Μ. Βασίλειος  τονίζει την υποστατική διάφορα μεταξύ του προπτωτικού ανθρώπου που ζούσε <<την προηγουμένη και κατά φύσιν ζωή>> από τον άνθρωπο της πτώσεως.  Φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι <<τω κάλλει του Θεού ενατενίζειν και αυτόν δοξάζειν διηνεκώς>> .   Με αυτό τον τρόπο η χριστιανική ανθρωπολογία γίνεται οδηγός επιστροφής της ανθρώπινης φύσης στην πρώτη δόξα• φανερώνει την χωρίς διακοπή συντελούμενη κίνηση του ανθρώπου  προς το Θεό. Ώστε <<οικείως και ακολούθως>> με την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος ο άνθρωπος προεκτείνοντας την παρούσα ζωή στο αιώνιο <<Νυν>> του Θεού να προγεύεται <<το απαύγασμα της δόξης του Θεού>> .  Επιπλέον η Ορθόδοξη Χριστιανική ανθρωπολογία αποκαλύπτει την παροίκηση   του ανθρώπου στον παρόντα κόσμου προφυλάσσοντάς τον, όσο επιτρέπει η αυτεξουσιότητα του ανθρώπου, από κάθε προσκόλληση στα ρευστά πράγματα του κόσμου, του γεννάει την ιδέα να ζει με ενσυνείδητο τρόπο την αλήθεια, διεγείρει και συντηρεί τον πόθο να βιώσει από τον παρόντα χρόνο την αιωνιότητα .


    Κύρια επιδίωξη της χριστιανικής ανθρωπολογίας κατά τον Μ. Βασίλειο είναι να στρέψει τον άνθρωπο ώστε <<προσέχοντας σεαυτώ>> να έχει επιτύχει <<αυτάρκη χειραγωγίαν προς την έννοιαν του Θεού>>. Έτσι ο άνθρωπος αντιλαμβανόμενος καλύτερα τη σημασία της ζωής του να οδηγηθεί <<εκ της των όλων κατασκευής>> προς τον Δημιουργό, σε μια διαρκή προσπάθεια να κατακτήσει την <<άνωθεν συγγένεια>> τον τελικό προορισμό του, την επίτευξη του <<καθ’  ομοίωσιν>>. Η κοσμολογία επίσης φροντίζει να αυξήσει ο άνθρωπος την γνώση για τον Θεό. Κυριότερη γνώση όμως για τον Θεό παρέχει <<η της οικείας ημών κατασκευής>> μελέτη, ο άνθρωπος που φροντίζει να μελετάει τον εαυτό του και κυρίως τις πράξεις του έρχεται κοντύτερα προς τον Θεό διότι «η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν» .  Αλλά και η ίδια η κατασκευή του ανθρώπου οδηγεί προς την υπερβάλλουσα Σοφία του Θεού. Έτσι κάθε άλλη φυσική αποκάλυψη του είναι πλέον περιττή.
   
    Κατά τον Μ. Βασίλειο  ο άνθρωπος δεν είναι ένα όν που θεωρείται αυτοδύναμο και αυτάρκες.   Εξετάζοντας τον εαυτό του ο άνθρωπος πρέπει να ενεργεί πάντοτε σε συνδυασμό με τον Δημιουργό Θεό αλλά και με όλη την ορατή και αόρατη κτίση. Αυτή είναι βασική προϋπόθεση του Μ. Βασιλείου διότι συνδέει αδιάσπαστα και λειτουργικά την θεογνωσία με την ανθρωπολογία και την κοσμολογία. Χαρακτηριστική είναι η θέση του <<Πάντες συγγενείς, πάντες αδελφοί ενός Πατρός έκγονοι πάντες>> λέει χαρακτηριστικά . Με αυτά τα λόγια του ο Μ. Βασίλειος διαπιστώνει την ύπαρξη δύο παράλληλων επιπέδων (δρόμων) που αφορούν το θέμα άνθρωπος. Κατά την εξέταση του πρώτου επιπέδου έχουμε σχέση οριζόντια μεταξύ όλων των ανθρώπων. Και στο δεύτερο επίπεδο έχουμε κάθετη σχέση μεταξύ του κάθε προσώπου – ανθρώπου - και Θεού. Έχουμε προσωπική σχέση Θεού και ανθρώπου, έτσι το αποτέλεσμα της σωτηρίας είναι καρπός συνεργασίας πρωταρχικά της θείας χάριτος και ύστερα της ελεύθερης βούλησης (προαίρεσης) του ανθρώπου. Αυτή η δεύτερη σχέση είναι ιδιαίτερα αγαπητή στον Μ. Βασίλειο αλλά είναι αρκετά δύσκολη, διότι <<ημάς δε αυτούς αγνοούμεν>> , η γνώση του εσώτερου ανθρώπου είναι χάρισμα, διότι «πάσας καρδίας ετάζει Κύριος και πάν ενθύμημα γινώσκει» , έτσι η σχέση αποκτά μυστηριακό χαρακτήρα.
...τήν δέ γλώσσαν ουδείς δύναται ανθρώπων δαμάσαι, ακατάσχετον κακόν, μεστή ιού θανατηφόρου... (Jac 3.8.1-2)