Αποστολέας Θέμα: Ηλία Βενέζη, Η επιβίωση της προσφυγιάς  (Αναγνώστηκε 1602 φορές)

Αποσυνδεδεμένος ρωμηός

  • Συμποσιάρχης
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 1990
    • Προφίλ
    • http://www.romios.bravehost.com
Ηλία Βενέζη, Η επιβίωση της προσφυγιάς
« στις: 31 Αυγούστου, 2007, 03:41:22 μμ »
Βενέζη Ηλία, Εκ βαθέων [Η επιβίωση της προσφυγιάς]
(από το βιβλίο του “Μικρασία χαίρε”)


   Μ’ όλη τη σεμνότητα, μ’ όλη την αυστηρότητα που επιβάλλει το γεγονός, αναμετρούμε το πώς έφτασε πριν από πενήντα χρόνια, σ’ αυτήν εδώ την τυραννισμένη, την καταπικραμένη φτωχή πατρίδα, γυμνός, κυνηγημένος, πεινασμένος ο ελληνισμός της Ανατολής. Ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ψυχές. Και το πώς εστάθη, πώς ορθοπόδησε, δουλεύοντας την πικρή γη, ξεχερσώνοντας αγριόβουνα, αποξεραίνοντας βαλτότοπους, εισχωρώντας μες στον κορμό της ζωής της χώρας, στη βιομηχανία, στη ναυτιλία, στο εμπόριο, στις επιχειρήσεις, στις Τέχνες, στα Γράμματα. Παντού προχωρώντας στις πρώτες θέσεις, αλλοιώνοντας τον ρυθμό της εργασίας, της παραγωγής, κινώντας την άμιλλα, βάζοντας νέο πνεύμα, ξυπνό, στις συναλλαγές και στις σχέσεις των ανθρώπων.
   Ενώ ακόμα οι φλόγες της πυρπολημένης Μικρασίας έλαμπαν, ενώ οι χιλιάδες των εγκαταλειμμένων νεκρών και των ομήρων έκαναν το πένθος αβάσταχτο, το δυστυχισμένο τούτο κράτος έκανε ό,τι μπορούσε, ό,τι ήταν δυνατόν, για να στηρίξη το κύμα των κυνηγημένων ανθρώπων, να το στεγάση και να το θρέψη, να μην το σπρώξη στην απελπισία.
   Αλλά ό,τι κυρίως στήριξε αυτούς τους κυνηγημένους, που έμελλαν να είναι το πρώτο στην ιστορία πείραμα υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών, ήταν ο ίδιος ο εαυτός τους, το πνεύμα που έφερναν. Τι ήταν αυτό το πνεύμα; Συνοψίζεται σε μια λέξη κατ’ εξοχήν ελληνική: το πνεύμα του αλυτρώτου. Είναι μια μυστική περιοχή της ψυχής που τη θέρμαινε η παράδοση της Ορθοδοξίας και της ελληνικής εύκλειας, μεταφερμένη σε μορφή παραμυθιού και θρύλου και θαύματος, από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, απ’ τους απλοϊκούς πατέρες μας και τις μητέρες μας, απ’ τους δασκάλους και τους ιερείς, μέσα στους αιώνες των κατατρεγμών απ’ την Άλωση κι εδώ. Όλα έτειναν στο να θυμίζουν πως είμαστε η συνέχεια, πως οφείλουμε να κρατήσουμε τη συνέχεια για να λυτρωθούμε.
   Αυτό κάποτε τραβούσε πολύ, σε προεκτάσεις απρόβλεπτες. Αλλά ήταν ωραίο, γιατί ερχόταν από αγνότητα.
   Στην περιώνυμη Ακαδημία της πατρίδας μου, την Ακαδημίαν των Κυδωνιών, όπου εδίδαξαν ο Θεόφιλος Καΐρης και ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, ο περιηγητής Didot βρήκε, πριν απ’ το 1821, να διδάσκουν από σκηνής την “Εκάβη” του Ευριπίδη και τους “Πέρσες” του Αισχύλου στο αρχαίο κείμενο. Με κλειστά τα παράθυρα για να μη βλέπουν οι Τούρκοι πως οι μαθητές – ηθοποιοί βαστάνε όπλα και νομίσουν πως ετοιμάζεται επανάσταση. Και είχαν ψηφίσει έναν νόμο οι σπουδαστές της Ακαδημίας των Κυδωνιών: να μιλάνε συναμεταξύ τους την αρχαία ελληνική: “Επιμελείσθαι έκαστον ελληνιστί όσον οίόν τε συνδιαλέγεσθαι. Ός δ’ αν μη εθέλη τούτο, σελίδα ομηρικήν, ενώπιον ημών ιστάμενος, απαγγέλλειν αποτισάτω τίμημα!”
   Θυμάμαι ακόμα στην πατρίδα μας τον γερο–πατέρα μας να μας μαζεύη τις νύχτες γύρω του, τα παιδιά του, και να μας λέη ιστορίες του ελληνικού παρελθόντος, όπου όλα ήταν αποπνευματωμένα, χωρίς σκιά. Όλοι οι ήρωες ήταν αρχάγγελοι, προχριστιανικοί και μεταχριστιανικοί και των καιρών της Αλώσεως, όλοι με φωτοστέφανο και με σπαθί και με ρομφαία, και με τον λόγο που ήταν ρομφαία.
   Αυτό ήταν η ψυχή. Έφερνε καρτερία και πίστη και ελπίδα και διάθεση αγωνιστική. Αναμετρούμε τον χώρο, απ’ τον Πόντο και τα βουνά του Ταύρου και Αντιταύρου και τα φαράγγια της Καππαδοκίας, ίσαμε τα παράλια της Ιωνίας, τον χώρο που ήταν η καρδιά της νέας, τότε, ασιατικής αυτοκρατορίας. Και μέσα εκεί να ζη, να αντιστέκεται αυτή η ψυχή. Είναι σχεδόν θαύμα το πώς επέζησε κάτω απ’ την τρομερή πίεση μια χριστιανοσύνη 1.500.000 ανθρώπων, αυτών που καταφύγανε στην Ελλάδα μετά την καταστροφή του 1922. Έπρεπε να ήμαστε πάντα καλύτεροι απ’ τους κυριάρχους μας, πιο ζωντανοί, οι κεραίες πιο ευαίσθητες, η γνώση αυθεντική – για να μην αφομοιωθούμε και να μη συνθηκολογήσουμε. Αυτό μας έσωσε και εδώ. Ήταν η μυστική πηγή μας, που μας βοήθησε να μη χαθούμε μες στη συμφορά.

   Στο ορόσημο των πενήντα χρόνων της μικρασιατικής καταστροφής, θέλουμε να σταθούμε, οι Έλληνες, ο καθένας ενώπιος ενωπίω, με αυστηρότητα προς τον εαυτό μας, να μετρήσουμε ό,τι επράξαμε, να δώσουμε λόγο στους πατέρες μας για το τάλαντον που μας κληροδότησαν φεύγοντας, γι’ αυτό που θ’ αφήσουμε εμείς στα παιδιά μας φεύγοντας.
   Μπορούμε να πούμε με ήσυχη καρδιά πως ό,τι έπρεπε το επράξαμε σωστά. Είχαμε κάποτε ένα όνειρο την Ελλάδα της Μεγάλης Ιδέας. Πολεμήσαμε για την Ελλάδα αυτήν και καταματώσαμε. Συνθηκολογήσαμε με το πεπρωμένο, όταν χρειάστηκε να συνθηκολογήσουμε. Πεινάσαμε και είδαμε τα παιδιά μας να πέφτουν στους παγωμένους δρόμους για να μη ξανασηκωθούν πια. Χρειάστηκε να μαζεύουμε τους νεκρούς μας με τα κάρα απ’ τους δρόμους και να τους θάβουμε άκλαυτους σε ανώνυμους τάφους. Γυμνοί, πεινασμένοι, ανέστιοι, δεν αφήσαμε να αφανιστή η ψυχή μας και το σώμα μας. Η προγονική εύκλεια, η αγάπη του τόπου μας, το πάθος για το χώμα και για την ιστορία μας, το φιλότιμο να μη ντροπιαστούμε και να μη ντροπιάσουμε το όνομα που μας κληροδότησαν – όλα είχαν γίνει φωτιά που μας έκαιγε και φώτιζε το δρόμο μας. Λέμε πως, δόξα τω Θεώ, πορευτήκαμε καλά και δεν λυγίσαμε. Με το χέρι στην καρδιά μπορούμε να πούμε πως όταν ήρθε η ώρα να περάσουμε απ’ τη Στενή Πύλη περπατήσαμε με το μέτωπο ψηλά, γιατί είχαμε κάμει το χρέος μας.
   Στο σύνορο των πενήντα χρόνων απ’ τη Μεγάλη Καταστροφή, ύστερα από τόσο πάθος που ζήσαμε, κρατούμε σκεπή και παραστάτη μας ένα όραμα για τον άνθρωπο καθαρά ελληνικό: μιαν αίσθηση της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας που είναι ταυτόσημα με την αρετή.