Αποστολέας Θέμα: Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος περὶ Σχίσματος (π.χ. Παλαιοημερολογιτισμοῦ)  (Αναγνώστηκε 1540 φορές)

Αποσυνδεδεμένος staboz

  • Moderator
  • Hero Member
  • ***
  • Μηνύματα: 2161
    • Προφίλ
[font size=4][align=center]Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος περὶ Σχίσματος (π.χ. Παλαιοημερολογιτισμοῦ)[/align][/fonts]

       [font size=3] Κατὰ Ἰουδαίων Λόγος 3ος, P.G. 48.871-2
«…δέον μετὰ παῤῥησίας, μεθ᾽ ἡδονῆς, μετὰ εὐφροσύνης, μετ᾽ ἐλευθερίας ἁπάσης κοινῇ μετὰ τῆς Ἐκκλησίας πάντα ἐπιτελεῖν. Οὐδὲ γὰρ ἡ Ἐκκλησία χρόνων ἀκρίβειαν οἶδεν· ἀλλ᾽ ἐπειδὴ παρὰ τὴν ἀρχὴν πᾶσιν ἔδοξε τοῖς πατράσι διῃρημένοις ὁμοῦ συνελθεῖν, καὶ ταύτην ὁρίσαι τὴν ἡμέραν, τὴν συμφωνίαν πανταχοῦ τιμῶσα καὶ τὴν ὁμόνοια ἀγαπῶσα, κατεδέξατο τὸ ἐπιταχθέν... Μὴ τοίνυν σκιομαχῶμεν, μηδὲ ὑπὲρ τῶν τυχόντων φιλονεικοῦντες, ἐν τοῖς μεγάλοις ἑαυτοὺς καταβλάπτωμεν. Τὸ μὲν γὰρ τῷδε ἢ τῷδε χρόνῳ νηστεῦσαι οὐκ ἔγκλημα, τὸ δὲ σχίσαι Ἐκκλησίαν, καὶ φιλονείκως διατεθῆναι, καὶ διχοστασίας ἐμποιεῖν, καὶ τῆς συνόδου διηνεκῶς ἑαυτὸν ἀποστερεῖν, ἀσύγγνωστον καὶ κατηγορίας ἄξιον, καὶ πολλὴν ἔχει τὴν τιμωρίαν».

       Εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους ΙΑ΄ (P.G. 62.85-7)
  «Οὐδὲν οὕτως Ἐκκλησίαν δυνήσεται διαιρεῖν, ὡς φιλαρχία· οὐδὲν οὕτω παροξύνει τὸν Θεὸν, ὡς τὸ Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι. Κἂν μυρία ὦμεν ἐργασάμενοι καλὰ, τῶν τὸ σῶμα αὐτοῦ διατεμόντων οὐκ ἐλάττονα δώσομεν δίκην, οἱ τὸ πλήρωμα κατατέμνοντες τὸ ἐκκλησιαστικόν. Ἐκεῖνο μὲν γὰρ ἐπὶ κέρδει τῆς οἰκουμένης ἐγένετο, εἰ καὶ μὴ ἀπὸ διανοίας τοιαύτης· τοῦτο δὲ οὐδὲν οὐδαμοῦ τὸ χρήσιμον ἔχει, ἀλλὰ πολλὴ ἡ βλάβη. Ταῦτά μοι οὐχὶ πρὸς τοὺς ἄρχοντας εἴρηται μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἀρχομένους. Ἀνὴρ δέ τις ἅγιος εἶπέ τι δοκοῦν εἶναι τολμηρὸν, πλὴν ἀλλ᾽ ὅμως ἐφθέγξατο. Τί δὴ τοῦτό ἐστιν; Οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα ταύτην δύνασθαι ἐξαλείφειν τὴν ἁμαρτίαν ἔφησεν. Εἰπὲ γάρ μοι, τίνος ἕνεκεν μαρτυρεῖς; οὐ διὰ τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ; Ὁ τοίνυν τὴν ψυχὴν προέμενος ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, πῶς τὴν Ἐκκλησίαν πορθεῖς, ὑπὲρ ἧς τὴν ψυχὴν προήκατο ὁ Χριστός; Ἄκουε τοῦ Παύλου λέγοντος, ὅτι Οὐκ εἰμὶ ἄξιος καλεῖσθαι ἀπόστολος, ὅτι ἐδίωξα τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐπόρθουν αὐτήν. Οὐκ ἔστιν αὕτη ἐλάττων ἡ βλάβη τῆς παρὰ ἐχθρῶν, ἀλλὰ πολὺ μείζων. Ἐκείνη μὲν γὰρ καὶ λαμπροτέραν αὐτὴν ἐργάζεται, αὕτη δὲ αὐτὴν καὶ παρὰ τοῖς ἐχθροῖς καταισχύνει, ὅταν ὑπὸ τῶν ἰδίων τέκνων πολεμῆται. Μέγα γὰρ δεῖγμα ἀπάτης εἶναι δοκεῖ παρ᾽ αὐτοῖς τὸ τοὺς γεννηθέντας ἐν αὐτῇ καὶ τραφέντας, καὶ τὰ ἀπόῤῥητα αὐτῆς μεμαθηκότας ἀκριβῶς, τούτους μεταβαλλομένους ἐξαίφνης τὰ τῶν ἐχθρῶν αὐτὴν διατίθεσθαι. Ταῦτά μοι εἰρήσθω πρὸς τοὺς ἀδιαφόρως διδόντας ἑαυτοὺς τοῖς σχίζουσι τὴν Ἐκκλησίαν. Εἰ μὲν γὰρ καὶ δόγματα ἔχουσιν ἐναντία, καὶ διὰ τοῦτο οὐ προσῆκεν ἐκείνοις ἀναμίγνυσθαι· εἰ δὲ τὰ αὐτὰ φρονοῦσι, πολλῷ μᾶλλον. Τί δήποτε; Ὅτι φιλαρχίας ἐστὶν ἡ νόσος. Οὐκ ἴστε τί πεπόνθασιν οἱ περὶ Κορὲ καὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρών; ἆρα αὐτοὶ μόνοι, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ μετ᾽ αὐτῶν; Τί λέγεις; ἡ αὐτὴ πίστις ἐστὶν, ὀρθόδοξοί εἰσι κἀκεῖνοι. Τίνος οὖν ἕνεκεν οὐκ εἰσὶ μεθ᾽ ἡμῶν· Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα. Εἰ τὰ ἐκείνων καλῶς γίνεται, τὰ ἡμέτερα κακῶς· εἰ δὲ τὰ ἡμέτερα καλῶς, τὰ ἐκείνων κακῶς. Νήπιοι, φησὶ, κλυδωνιζόμενοι καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ. Ἀρκεῖν τοῦτο ἡγεῖσθε, εἰπέ μοι, τὸ λέγειν, ὅτι ὀρθόδοξοί εἰσι, τὰ τῆς χειροτονίας δὲ οἴχεται καὶ ἀπόλωλε; Καὶ τί τὸ ὄφελος τῶν ἄλλων, ταύτης οὐκ ἠκριβωμένης; Ὥσπερ γὰρ ὑπὲρ τῆς πίστεως, οὕτω καὶ ὑπὲρ ταύτης μάχεσθαι χρή. Ἐπεὶ, εἰ παντὶ ἔξεστι πληροῦν τὰς χεῖρας αὐτοῦ, κατὰ τοὺς παλαιοὺς, καὶ ἱερεῖς γίνεσθαι, παρίτωσαν πάντες, εἰκῆ τὸ θυσιαστήριον ᾠκοδόμηται τοῦτο, εἰκῆ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, εἰκῆ τῶν ἱερέων ὁ ἀριθμός· ἀνέλωμεν αὐτὰ καὶ διαφθείρωμεν. Μὴ γένοιτο, φησίν. Ὑμεῖς αὐτὰ ποιεῖτε, καί φατε, Μὴ γένοιτο; πῶς λέγεις, Μὴ γένοιτο, γενομένων αὐτῶν; Ἐγὼ λέγω καὶ μαρτύρομαι, οὐ τὸ ἐμαυτοῦ σκοπῶν, ἀλλὰ τὴν ὑμετέραν σωτηρίαν· εἰ δέ τις ἀδιαφοροίη, αὐτὸς ἂν εἰδείη· εἰ δέ τινι τούτων οὐ μέλει, ἀλλ᾽ ἡμῖν μέλει· Ἐγὼ ἐφύτευσα, φησὶν, Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ᾽ ὁ Θεὸς ηὔξανε… Διὰ τοῦτο λέγω καὶ διαμαρτύρομαι, ὅτι τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τὸ τὴν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλαττόν ἐστι κακόν. Εἰπέ μοι, εἴ τις ὑπὸ βασιλεῖ τινι τυγχάνων, ἑτέρῳ μὲν βασιλεῖ μὴ πρόσθοιτο, μηδὲ δῷ ἑαυτὸν ἄλλῳ, αὐτοῦ δὲ ἐκείνου τὴν ἁλουργίδα λαβὼν καὶ κατασχὼν, ἀπὸ τῆς περόνης κατήνεγκεν ἅπασαν, καὶ διέῤῥηξεν εἰς πολλὰ ῥήγματα, ἆρα ἧττον ἂν τῶν ἑτέρῳ προσθεμένων ἐκολάσθη; Τί δέ, εἰ μετὰ τούτου αὐτὸν τὸν βασιλέα ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ κατασχὼν ἔσφαττε, κατὰ μέλος διαξαίνων αὐτοῦ τὸ σῶμα, ποίαν ἂν δίκην δοὺς, τὴν ἀξίαν ἔδωκεν; Εἰ δὲ εἰς βασιλέα τὸν ὁμόδουλον τοῦτο ἐργα σάμενος, πάσης ἂν μείζονα δίκης εἰργάσατο· ὁ τὸν Χριστὸν σφάττων καὶ διαξαίνων κατὰ μέλος, ποίας γεέννης οὐκ ἔσται ἄξιος; ἆρα ταύτης τῆς ἀπειλουμένης; Οὐκ ἔγωγε οἶμαι, ἀλλ᾽ ἑτέρας πολλῷ χαλεπωτέρας».[/fonts]
Ρωμ. ε΄6-10

Αποσυνδεδεμένος Ὀρθόδοξος

  • Ευωχήτης
  • *
  • Μηνύματα: 14
    • Προφίλ
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος περὶ Σχίσματος (π.χ. Παλαιοημερολογιτισμοῦ)
« Απάντηση #1 στις: 19 Σεπτεμβρίου, 2011, 07:44:50 μμ »
[font size=3](Aπόσπασμα από το έργο του π.Θεοδώρου Ζήση: «Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙ και ο Μεγαλομάρτυρας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ»)

Τό Σχίσμα. Παρανόηση της χρυσοστομικής διδασκαλίας.

Ενδιαφέρουσα είναι η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου καί γιά τό σχίσμα, τό οποίο θεωρεί ότι είναι εξ ίσου μεγάλο κακό, όσο και η αίρεση: «Του εις αιρεσιν εμπεσείν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν». Η γνώμη του αυτή χρησιμοποιείται συχνά καί στις ημέρες μας, ιδιαίτερα όταν γίνεται λόγος γιά τούς Παλαιοημερολογίτες καί όταν επίσης πολλοί κληρικοί καί πιστοί, προβληματισμένοι γιά τήν εκκλησιολογική αίρεση του Οικουμενισμού, φθάνουν μέχρι του σημείου νά σκέπτονται διακοπή τής κοινωνίας μέ τούς οικουμενιστάς επισκοπους. Τοτε τούς επισημαίνεται ο κίνδυνος του σχίσματος μέ τήν επίκληση καί αυτής της γνώμης του Αγίου Χρυσοστόμου, όχι πάντως ορθώς, διότι η συνάφεια στήν οποία διετύπωσε ο Άγιος Ιωάννης αυτήν τήν θέση είναι τελείως διαφορετική, ο ίδιος δέ δέν δίστασε νά διακόψει τήν κοινωνία μέ άλλους επισκόπους καί να επαινέσει στά κειμενά του, ιδιαίτερα στις επιστολές πού στέλνει απο τήν εξορία, όσους κληρικούς καί λαϊκούς ηρνούντο νά δεχθούν ως νόμιμη εκκλησιαστική κατάσταση τούς διώκτες καί διαδόχους του.

Η συνολική ερευνα των κειμένων του δίδει διαφορετική εικόνα της στάσεως του Χρυσοστόμου πρός τούς διαδόχους του, διαφορετική από εκείνη πού συνήθως προβάλλεται μέ βάση σύσταση καί συμβουλή του Χρυσοστόμου πρός τούς οργισμένους γιά τήν εξορία του κληρικούς καί λαϊκούς νά κάνουν υπακοή στόν διάδοχο του καί νά τόν αναγνωρίσουν, διότι δέν μπορεί η Εκκλησία νά μείνει χωρίς επίσκοπο, νά είναι «ανεπίσκοπος». Αντίθετα, από τήν διδασκαλία καί τήν ζωή του προκύπτει ότι διακοπή της κοινωνίας πρός τόν επίσκοπο δικαιολογείται όχι μόνο σέ περίπτωση πού κηρύσσει αιρεση, όπως τελικώς καθόρισε η Εκκλησία μέ τόν 15ο κανόνα της Πρωτοδευτέρας συνόδου, γιατί αυτό είναι αυτονόητο καί προφανές, αλλά ακόμη καί σέ περίπτωση κατά τήν οποία προσβάλλονται οι θεσμοί της Εκκλησίας, προσβάλλονται γενικώς οι αρχές της αποστολικής πίστεως καί ζωης. Η διδασκαλία του Ευαγγελίου γιά τήν πίστη καί τήν ζωή είναι ενιαία, ο δέ απόστολος Παύλος απέκοψε από τήν εκκλησιαστική κοινωνία τόν αιμομίκτη της Κορίνθου γιά ηθικό παράπτωμα καί όχι γιά αίρετική διδασκαλία. Αυτήν τήν χρυσοστομική γραμμή ακολούθησε μετά από τέσσερες αιώνες άλλη μεγάλη πατερική μορφή, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο οποίος διέκοψε τήν κοινωνία γιά τό ηθικό θέμα της «μοιχοζευξίας», γιά τό ότι δηλαδή ο ιερομόναχος Ιωσήφ, τη ανοχη του πατριάρχου, ευλόγησε τόν δεύτερο γάμο του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Στ’ (780-797), ενώ ζούσε ακόμη η προηγουμένη του σύζυγος.

…Απαντώντας δέ καί σέ ένσταση πού στρεφόταν εναντίον του ότι δέν έπρεπε νά προβεί σέ καθαιρέσεις καί νά προκαλέσει αναστάτωση καί σχίσμα, αφού δέν υπηρχε θέμα αιρέσεως, αλλά ήσαν ορθόδοξοι οι καθαιρεθέντες, είχαν τήν ίδια πίστη, απαντά ότι δέν αρκεί τό ότι ήσαν ορθόδοξοι· είχαν προσβάλει μέ τήν σιμωνία τήν χειροτονία, τήν ίερωσύνη. Όπως πρέπει νά αγωνιζόμαστε γιά τήν πίστη, έτσι πρέπει νά αγωνιζόμαστε καί γιά τήν κανονική, τήν σωστή εκλογή των επισκόπων. Γιατί, άν μπορεί ο καθένας νά γεμίζει τά χέρια του μέ χρήματα καί νά εξαγοράζει τήν ιερωσύνη, άς προσέλθουν τότε όλοι, άξιοι καί ανάξιοι. Δέν χρειάζεται πλέον τό άγιο θυσιαστήριο, δέν χρειάζεται η γνώμη του πληρώματος της Εκκλησίας, ούτε ο σύλλογος των ιερέων. Ας τά καταργήσουμε όλα αυτά καί άς τά καταστρέψουμε. …Μπροστά στό προσήκον, στό σωστό, δέν κάνει καμμία παραχώρηση ο Χρυσόστομος, ακόμη καί άν πρόκειται νά αποσχισθούν μερικοί από τήν Εκκλησία. Αυτό άς τό σημειώσουμε όσοι στούς καιρούς μας διστάζουμε νά πράξουμε αυτό πού πρέπει, επικαλούμενοι τόν κίνδυνο σχίσματος. Καί τό προσήκον στήν περίπτωση αυτή ήταν η κανονική, η μή σιμωνιακή ιερωσύνη, η κάθαρση της Εκκλησίας από τούς αναξίους επισκόπους.

…Καθ’ όλην τήν διάρκεια της πατριαρχίας του, εξασθενημένος σωματικά αλλά άκαμπτος καί ανυποχώρητος μπροστά στό προσήκον μέχρι τό τέλος τής ζωής του, πού επισυνέβη απο τις ταλαιπωρίες της εξορίας, εισέπραξε, και εξόριστος ων, αφάνταστο μίσος εκ μέρους αναξίων επισκόπων, ελεγχομένων από τήν ζωή καί τήν διδασκαλία του, πράγμα πού τόν οδήγησε νά γράψει πρός τήν διακόνισσα Ολυμπιάδα ότι δέν φοβάμαι κανένα άλλο όσο τούς επισκόπους, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις: «Ουδένα γάρ λοιπόν δέδοικα ως τούς επισκόπους, πλην ολίγων».

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι ή συνάφεια, μέσα στήν οποία ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είπε ότι τό σχίσμα είναι εξ ίσου κακό μέ τήν αιρεση καί ότι ούτε τό αίμα του μαρτυρίου δέν μπορεί νά εξαλείψει τήν αμαρτία του σχίσματος, έχει σχέση μέ τις διαιρέσεις πού προκαλούνται εξ αιτίας της φιλαρχίας καί της κενοδοξίας όσων εκλέγονται αναξίως επίσκοποι καί όσων εισπηδούν σέ ξένες δικαιοδοσίες γιά νά στηρίξουν τούς αναξίους, καί όχι μέ όσους αντιδρούν γιά τήν καταπάτηση των θεσμών της Εκκλησίας. Οι πρώτοι σχίζουν καί διαιρούν τήν Εκκλησία καί όχι οι δεύτεροι, έστω καί άν, από τήν κυριαρχούσα στήν ηγεσία της Εκκλησίας σχισματική ομάδα, χαρακτηρίζονται ως σχισματικοί, όπως χαρακτηρίσθηκαν ο Άγιος Ιωάννης καί οι έχοντες κοινωνία μαζί του κληρικοί καί λαϊκοί, ως «σχίσμα των Ιωαννιτών», από τούς πράγματι σχισματικούς διαδόχους του. Σ’ αυτούς επιρρίπτει ευθέως τήν κατηγορία του σχίσματος καί τούς στολίζει μέ βαρείς χαρακτηρισμούς, όπως θά δούμε. Πολύ περισσότερο δέν έχουν καμμία σχέση ούτε μέ τούς Παλαιοημερολογίτες, ούτε μέ όσους νεοημερολογίτες ανησυχούν καί αγωνιούν γιά τήν κυριαρχία της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, μέ τούς εκπροσώπους του οποίου, ετεροδόξους καί Ορθοδόξους, έπρεπε αυτονοήτως καί προφανώς νά διακόψουμε κάθε κοινωνία. Αυτό προκύπτει σαφώς από όσα περί αιρέσεων παρουσιάσαμε του Αγίου Ιωάννου, αλλά καί από τήν θέση του Αποστόλου Παύλου στήν πρός Εφεσίους επιστολή, ότι η ενότητα στήν Εκκλησία διασφαλίζεται, όταν οι πιστοί είναι «εν σωμα και εν πνεύμα», όταν υπάρχει «είς Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα». Πιστεύει ο Άγιος Χρυσόστομος, ότι καλώς ο Απόστολος μετά τό «εν σώμα» έθεσε καί τό «εν πνεύμα», γιά νά δείξει ότι από τό ενα σώμα θά υπάρχει ασφαλώς καί ενα πνεύμα, η ιδια πίστη, ή ακόμη ότι δέν αρκεί νά είναι κανείς ενσωματωμένος στήν Εκκλησία, στό «εν σώμα», χρειάζεται νά έχει καί τό πνεύμα της Εκκλησίας, καί αυτό ισχύει όχι μέ τούς αίρετικούς πού είναι εκτός του σώματος της Εκκλησίας, αλλά μέ όσους Ορθοδόξους ανήκουν στό σώμα της Εκκλησίας, δέν εχουν όμως τό πνεύμα της Εκκλησίας, καί είναι φίλοι των αιρετικών.

Θά συμπληρώσουμε τις περί σχίσματος θέσεις του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου παρουσιάζοντας πιό ολοκληρωμένη εικόνα από τήν αποσπασματική καί επιλεκτική πού προβάλλεται μέ τήν επίκληση της συμβουλής του πρός τούς κληρικούς καί λαϊκούς μετά τήν καθαίρεση καί εξορία του νά αποδεχθούν καί νά υπακούσουν στούς διαδόχους του, γιατί η Εκκλησία δέν μπορεί νά είναι χωρίς επίσκοπο. Προηγουμένως πρέπει νά πούμε ότι ο Χρυσόστομος στήν εκκλησιολογία του δέν είναι επισκοποκεντρικός, όπως υπάρχει τάση σέ αρκετούς κληρικούς καί θεολόγους σήμερα νά παρουσιάζουν τήν Ορθόδοξη Εκκλησία ως δήθεν επισκοποκεντρική .

Δέν βλέπει μεγάλη απόσταση μεταξύ του επισκόπου καί του πρεσβυτέρου, αντίθετα πρός τό χάσμα πού εχει δημιουργηθεί σήμερα, κατά τό οποίο ο επίσκοπος είναι τό πάν, οι πρεσβύτεροι καί ο λαος τίποτε, υμνητές και προσκυνητές του επισκόπου. Η Ιερωσύνη είναι ενιαία, ασκούμενη αυθεντικώς καί από τόν επίσκοπο καί από τούς πρεσβυτέρους… «Διαλεγόμενος περί επισκόπων και χαρακτηρίσας αυτούς και ειπών τίνα μέν εχειν, τίνων δέ απέχεσθαι χρη, καί τό των πρεσβυτέρων τάγμα αφείς εις τούς διακόνους μετεπήδησε. Τι δήποτε; Ότι ού πολύ τό μέσον αύτων καί των επισκόπων. Καί γάρ καί αυτοί διδασκαλίαν εισίν αναδεδεγμένοι καί προστασίαν της Εκκλησίας. Καί α περί επισκόπων είπεν, ταύτα καί πρεσβυτέροις αρμόττει. Τή γάρ χειροτονία μόνη υπερβεβήκασι καί τούτω μόνο δοκούσι πλεονεκτείν τούς πρεσβυτέρους».

Μετά τήν αναγκαία αυτή γιά τούς σημερινούς εκκλησιολογικούς προβληματισμούς επισήμανση επανερχόμαστε στά περί σχίσματος. Πράγματι η καθαίρεση καί εν συνεχεία η εξορία του Χρυσοστόμου εδημιούργησαν εκκλησιολογικό δίλημμα στούς κληρικούς καί στούς λαϊκούς γιά τό άν έπρεπε νά αποδεχθούν τις αποφάσεις της συνόδου… Δεχόμαστε λοιπόν τις αποφάσεις όλων των συνόδων, καί των ληστρικών; Δέν υπάρχουν «ψευδείς» καί «αληθείς» σύνοδοι; Ήταν φοβερός ο λαϊκός ξεσηκωμός υπέρ του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου… Αποφασισμένος όμως καί ο αυτοκράτωρ Αρκάδιος νά πραγματοποιήσει τήν απομάκρυνση, ιδιαίτερα όταν οι εχθροί του Χρυσοστόμου επίσκοποι της ψευδοσυνόδου τόν προέτρεψαν νά χρησιμοποιήσει βία…

Ο Χρυσόστομος δέν είχε αναγνωρίσει ποτέ ως κανονική τήν καθαίρεσή του καί θεωρούσε ότι τό σχίσμα τό προκαλούσαν οι αντίπαλοι του. Ήδη οι περί αυτόν σαράντα επίσκοποι, εχοντες μάλιστα τήν πλειοψηφία σέ σχέση μέ τούς τριανταέξη πού συγκέντρωσε ο Θεόφιλος παρά τήν Δρυν, εκ των οποίων είκοσι επτά είχε φέρει από τήν Αίγυπτο, είχαν απευθυνθή πρός τόν Θεόφιλο καθιστώντας τον υπεύθυνο γιά τό σχίσμα: «Μη κατάλυε τά πράγματα της Εκκλησίας καί μη σχίζε τήν Εκκλησίαν, δι’ ην ο Θεός εις σάρκα κατήλθε»…

Επειδή λοιπόν επίστευε ότι τό σχίσμα τό προκαλούν οι αντίπαλοί του, ουδέποτε διενοήθη νά αποδεχθεί τις αποφάσεις των δύο ψευδοσυνόδων, της «επί Δρυν» καί της δεύτερης πού ανανέωσε τις αποφάσεις εκείνης, καί νά αποχωρήσει του θρόνου οικειοθελώς· αυτό θά εσημαινε αναγνώριση της κανονικότητος των αποφάσεων. Από τήν αρχή των περιπετειών του μέχρι του θανάτου του επίστευε ότι αυτός είναι ο νόμιμος καί κανονικός επίσκοπος στόν θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γι’ αυτό καί όταν ο Αρκάδιος του εζήτησε νά αποχωρήσει από τόν ναό οικειοθελώς γιά νά αποφευχθούν καί οι ταραχές, έδωσε τήν γνωστή γενναία απάντηση: «Εγώ παρά του Σωτήρος Θεού αποδέδεγμαι την Εκκλησίαν ταύτην εις επιμέλειαν της του λαού σωτηρίας, και ου δύναμαι αύτην καταλείψαι· ει δέ τούτο βούλει (η γάρ πόλις σοι διαφέρει), βία με εξέωσον, ίνα έχω απολογίαν της λιποταξίας την σην αυθεντίαν». Ήταν εκ του Θεού χειροτονημένος καί τοποθετημένος, καί η εθελουσία εγκατάλειψη του ποιμνίου που του ενεπιστεύθη ο Θεός θά ήταν λιποταξία. Πιστεύει ότι η εκλογή του ήταν θεόθεν, όχι μέ ψήφους ανθρώπων, γι’ αυτό καί δέν μπορούν νά τόν καταργήσουν άνθρωποι· καί εξ αυτού προκύπτει βεβαίως ότι οι αποφάσεις των συνόδων δέν είναι πάντοτε θεοκίνητες, δέν τις επικυρώνει πάντοτε ο Θεός· «Μη γάρ ανθρωπίναις ψήφοις ενταύθα ήλθομεν; Μη γάρ ανθρωπος ήγαγεν, ίνα άνθρωπος καταλύση».

…Συγκλονίζει πράγματι τό μεγαλείο του Χρυσοστόμου καί η ετοιμότητά του νά φθάσει μέχρι καί τόν θάνατο, προκειμένου νά υπερασπισθεί τούς θεσμούς της Εκκλησίας. …

«Επειδή έστη η πόλις, Εκκλησίαν ο διάβολος ηθέλησε σαλεύσαι. Μιαρέ και παμμίαρε διάβολε, τοίχων ου περιεγένον καί Εκκλησίαν προσδοκάς σαλεύσαι; Μή γάρ εν τοίχοις η Εκκλησία; Εν τω πλήθει των πιστών η Εκκλησία. Ιδού πόσοι στύλοι εδραίοι, ου σιδήρω δεδεμένοι, αλλά πίστει εσφιγμένοι».

…Εκτιμώντας ότι αυτοί οι έπαινοι του πρός τούς αντιδρώντας πιστούς θά εθεωρούντο από μερικούς, όπως συμβαίνει καί σήμερα, ώς υποκίνηση των πιστών σέ στάση, κάνει διάκριση ανάμεσα στή στάση καί στό ζηλο. Αυτά πού κάνουν εκείνοι είναι στάση, γιατί φθάνουν καί μέχρι τή διάπραξη φόνων, ενώ σείς θέλετε νά αποτρέψετε αυτά τά δεινά καί αγωνίζεσθε γιά τήν διάσωση της Εκκλησίας. Αυτό είναι ζηλος, όχι στάση. Αυτοί προκάλεσαν τήν τρικυμία, αλλά η δική σας ανδρεία απέτρεψε τήν θαλασσοταραχή.

…Θά δώσει διέξοδο ο Θεός· θά αμείψει μέ στεφάνους καί βραβεία όσους υπομείνουν τούς πειρασμούς καί θά τιμωρήσει αξίως όσους σκανδάλισαν τήν οικουμένη, ανέτρεψαν τόσες εκκλησίες, …έσχισαν τό σώμα του Χριστού καί διέσπειραν παντού τά μέλη του. …Επαινεί πολλούς επισκόπους πού είχαν διακόψει κάθε κοινωνία μέ τήν κρατούσα εκκλησιαστική κατάσταση, τούς προτρέπει δέ νά συνεχίσουν αυτήν τήν στάση, εστω καί άν οι περισσότεροι υπέκυψαν στούς ισχυρούς. Είναι η μόνη ελπίδα γιά νά διορθωθούν τά κακά. «Τούτο γάρ αρχή της λύσεως του χειμώνος, τούτο ασφάλεια της Εκκλησίας, τούτο των κακών διόρθωσις, όταν τούς τά τοιαύτα πονηρευσαμένους υμείς οι υγιαίνοντες αποστρέφησθε καί μηδέν κοινόν έχητε πρός αυτούς». Καί δέν αρκείται μόνον στήν δική τους διακοπή κάθε κοινωνίας, αλλά τούς συνιστά νά προτρέπουν καί όλους νά πράξουν τό ίδιο. Θεωρεί μάλιστα ότι συγκαταλέγονται μεταξύ των μαρτύρων αυτοί οι οποίοι αγωνίζονται ωστε νά μη φθαρούν καί καταστραφούν οι πατερικές παραδόσεις καί οι θεσμοί της Εκκλησίας…

Μέσα λοιπόν στά πλαίσια αυτά καί μέ αυτήν τήν εικόνα πού προκύπτει από τό σύνολο των μετά τις δύο εξορίες κειμένων του ιδίου του Χρυσοστόμου, μπορούμε νά ερμηνεύουμε όσα παραδίδει ο Παλλάδιος Ελενουπόλεως γιά στις συστάσεις του Χρυσοστόμου πρός αποφυγήν του σχίσματος, τά οποία δέν δίδουν πλήρη τήν εικόνα, γιατί συμπληρώνονται στήν συνέχεια καί από τόν ίδιο τόν Παλλάδιο, ο οποίος συνέπαθε μετά του Χρυσοστόμου καί δέν εκοινώνησε μέ τούς αληθινούς σχισματικούς, συμφωνών απολύτως πρός τήν στάση καί τις συστάσεις του Χρυσοστόμου. Πράγματι τόν παρουσιάζει ο Παλλάδιος αρχικά μετά τήν ανακοίνωση της πρώτης του καθαίρεσης από τήν «επί Δρυν» σύνοδο νά στηρίζει τούς περί αυτόν επισκόπους, οι οποίοι είχαν καταληφθή από αθυμία, εδάκρυζαν καί έκλαιγαν. Αφού τούς υπενθύμισε ότι «οδός εστιν ο παρών βίος, καί τά χρηστά καί τά λυπηρά παροδεύεται», τούς συνέστησε νά μήν εγκαταλείψουν τις επισκοπές τους· «τάς εκκλησίας υμών μη αφήτε». Όταν του επεσήμαναν ότι, άν κρατήσουν τις επισκοπές, είναι αναγκασμένοι νά κοινωνήσουν πρός τούς κρατούντες, απήντησε· «κοινωνήσατε μέν, ίνα μή σχίσητε τήν Εκκλησίαν, μή υπογράψητε δέ· ουδέν γάρ εμαυτώ σύνοιδα αξιον καθαιρέσεως». Τά ίδια είπε καί πρός τήν Ολυμπιάδα καί τις άλλες διακόνισσες, τά οποία, ερμηνευόμενα μετά προσοχης, δέν αφήνουν καμμία αντίφαση καί αντίθεση μεταξύ των όσων συνιστούσε πρός αποφυγήν του σχίσματος στή φάση αυτή καί των όσων στή συνέχεια έπραττε καί συνιστούσε γιά αποφυγή της κοινωνίας καί αποστροφή των κρατούντων.

Είπε λοιπόν προς τις πνευματικές του κόρες:

«Τούτο εστιν ο παρακαλώ· μη τις υμών ανακοπή της συνήθους εύνοιας της περί τήν Εκκλησίαν· και ος αν άκων αχθή επι τήν χειροτονίαν, μή αμφιβατεύσας το πράγμα, κατά συναίνεσιν των πάντων, κλίνατε αυτώ τήν κεφαλήν υμών ως Ιωάννη· ου δύναται γάρ η Εκκλησία άνευ επισκόπου είναι».

Γιά νά μή μείνει λοιπόν η ‘Εκκλησία άνευ επισκόπων καλών, συνιστά στούς επισκόπους πού τόν ακολουθούσαν νά παραμείνουν στις επισκοπές τους εν κοινωνία προσωρινη πρός τούς παρανομούντες. Ήθελε νά μή παραδοθεί σέ κακούς επισκόπους καθ’ ολοκληρίαν τό σκάφος της Εκκλησίας· οικονομεί πρός καιρόν τά πράγματα. Αυτό φαίνεται καί εκ του ότι τήν ίδια στιγμή πού λέγει αυτά πρός τούς συνεπισκόπους του, ο ίδιος σέ δικά του κείμενα ομιλεί περί λύκων καί μοιχών, όπως είδαμε· αυτή είναι η κατά ακρίβειαν γνώμη του. Η σύσταση πρός τις διακόνισσες βρίσκεται στήν ίδια κατεύθυνση, προετοιμάζει όμως τό έδαφος γιά τήν μετέπειτα τελείως απορριπτική των διαδόχων του στάση, διότι θέτει όρους καί προϋποθέσεις γιά τήν αναγνώριση καί αποδοχή τους, γιά τήν κοινωνία πρός αυτούς· καί οι όροι πού θέτει είναι νά εκλεγεί άκων, χωρίς τή θέληση του, χωρίς νά τό επιδιώκει αυτός πού θά τόν διαδεχθεί, καί νά είναι πρόσωπο επίσης κοινής αποδοχής, «κατά συναίνεσιν πάντων».

Αυτοί οι όροι όχι μόνον δέν ετηρήθησαν, καί οι δύο διάδοχοι του, ο Αρσάκιος καί ο Αττικός στή συνέχεια ήσαν πρόσωπα της μερίδος των εχθρών του, ανελθόντες όχι άκοντες αλλά μετά χαράς εις τόν θρόνον, αλλά πολύ περισσότερο εκίνησαν φοβερούς διωγμούς εναντίον όσων παρέμειναν πιστοί στόν Ιωάννη, ακόμη καί εναντίον της Ολυμπιάδος καί των άλλων διακονισσών. Δέν κατέβαλαν καμμία προσπάθεια ειρηνεύσεως της Εκκλησίας· καθαιρούσαν καί εξόριζαν επισκόπους, δέν άφηναν δέ τόν εξόριστο ιεράρχη ούτε στήν εξορία του ήσυχο, αλλά τόν ταλαιπωρούσαν διαρκώς μέχρι πού τόν οδήγησαν στόν θάνατο. Έδειξαν λοιπόν τά ίδια τά πράγματα ότι αυτοί ήσαν προβατόσχημοι λύκοι, πειρατές καί δήμιοι, χειρότεροι από τούς πιό σκληρούς διώκτες της Εκκλησίας, γι’ αυτό καί επαινεί όσους δέν εχουν κοινωνία μαζί τους, θεωρώντας τους κατά πρόθεση μάρτυρες.

Δέν πρέπει λοιπόν νά γίνεται επιλεκτική επίκληση μόνον των πρώτων συστάσεων του Χρυσοστόμου πρός τούς σαράντα συνεπισκόπους του καί στις διακόνισες καί ιδιαίτερα της φράσεως ότι δέν μπορεί η εκκλησία να είναι χωρίς επίσκοπο, «ου δύναται γάρ η Εκκλησία ανευ επισκόπου είναι», αλλά καί της τελικής του στάσεως, της διακοπής κάθε κοινωνίας καί συναναστροφής ως μόνης οδού γιά τή διόρθωση των πραγμάτων της Εκκλησίας. Σέ δύσκολες περιόδους τήν διαποίμανση αναλαμβάνει ο ίδιος ο Χριστός· καθιστά τά πρόβατα ποιμένες, καί δι’ αυτών εκδιώκει τούς προβατόσχημους λύκους. Όντως η Εκκλησία δέν μπορεί νά είναι χωρίς επίσκοπο, εννοείται βέβαια χωρίς καλόν επίσκοπο.

Επίλογος

…Η μεγάλη του προσφορά, ανάμεσα στις πολλές άλλες, είναι τό ανύστακτο καί αμετάπτωτο μαρτυρικό φρόνημα πού μετέδωσε στούς πιστούς όλων των εποχών, γιά νά κρατηθεί άγρυπνη καί αγωνιζόμενη η Εκκλησία μετά τούς διωγμούς, νά μή παρασυρθή από τήν άνεση, τήν ειρήνη, τήν καλοπέραση, απο τήν ειρηνική καί ισοπεδωτική συνύπαρξη μέ τις άλλες θρησκείες καί τις αιρέσεις. Διέγνωσε ότι μετά τήν ήττα του Διαβόλου από τόν φανερό πόλεμο εναντίον της Εκκλησίας, θά επιχειρούσε νά τήν πλήξει εσωτερικά μέ τις αιρέσεις καί τά σχίσματα . Γι’ αυτό καί εκράτησε τούς πιστούς στήν Αντιόχεια καί στήν Κωνσταντινούπολη ετοιμοπόλεμους μέχρι θανάτου, ετοιμους νά μαρτυρήσουν γιά νά σώσουν τήν ευσέβεια καί τήν αρετή. Τούς εδίδασκε ότι μάρτυρας δέν είναι μόνον αυτός πού αποθνήσκει γιά τήν πίστη κατά τούς διωγμούς, αλλά καί αυτός πού έχει τήν προαίρεση, τήν πρόθεση νά μαρτυρήσει, αντιδρώντας πρός όσους διαστρέφουν τά δόγματα καί τούς θεσμούς της Εκκλησίας, πρός τούς ψευδοποιμένες καί προβατόσχημους λύκους.

…Είναι καθοδηγητικά όσα λέγει γιά τήν υπεροχή, γιά τήν προτίμηση της αλήθειας μπροστά στήν αγάπη, ή οποία, χωρίς τήν αλήθεια, είναι ψευτοαγάπη, πρόσχημα και υποκρισία:

«Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ’ ίστασο γενναίως έως θανάτου…την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς».

Καί, αλλού συνιστά μέ έμφαση: «Μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχηματι παραδέχησθε».[/fonts]