Αποστολέας Θέμα: Κυριακή Δ´ Ματθαίου.  (Αναγνώστηκε 1065 φορές)

Αποσυνδεδεμένος ρωμηός

  • Συμποσιάρχης
  • Hero Member
  • ***
  • Μηνύματα: 1990
    • Προφίλ
    • http://www.romios.bravehost.com
Κυριακή Δ´ Ματθαίου.
« στις: 09 Ιουλίου, 2011, 12:16:20 πμ »
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ.
10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2011

«Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον»  

Εἶναι πράγματι ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες περιπτώσεις, ἵσως καὶ ἡ μοναδική, ποὺ ὁ Κύριος μας ὄχι ἁπλῶς ἀναγνωρίζει καὶ διαβλέπει στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ζωντανὴ τὴν πίστη τους ἀλλὰ ποὺ ὁμολογεῖ τόσο εὐθαρσῶς τὸν θαυμασμό του: «οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον».

Ἂς μὴν προσπεράσουμε μὲ ἀδιαφορία τὴν περικοπὴ αὐτή, ἀγαπητοί μου, ἀλλὰ ἂς σπουδάσουμε τὰ λεγόμενα, γιὰ νὰ διακριβώσουμε καὶ μεῖς καὶ νὰ ἀποδώσουμε ἴσο τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὴν πίστη τοῦ ἐκατόνταρχου.

Ἦλθε λοιπὸν ὁ ἐκατόνταρχος, ἄνδρας δηλαδὴ τῆς στρατιωτικῆς φρουρᾶς, μὲ ἐξουσία στὸ στράτευμά του, καὶ πλησίασε τὸν Κύριο γιὰ νὰ τὸν παρακαλέσει γιὰ τὸν δοῦλο του, ὁ ὁποῖος ἤτο παραλυτικός. Πρῶτο λοιπόν αὐτὸ ἂς σπουδάσουμε ἀδελφοί μου, ὅτι ἂν καὶ δὲν ἤταν Ἰουδαῖος στὴν πίστη ἀλλὰ ἐθνικός, δηλαδή εἰδωλολάτρης, ἂν καὶ δὲν εἶχε γαλουχηθεῖ μὲ τὴ σοφία τῶν προφητῶν οὔτε εἴχε τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσει στὴ ζωὴ του τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν Ἕνα καὶ Ἀληθινό Θεό, ἐν τούτοις τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του ἔβλεπαν περισσότερο καθαρᾶ καὶ ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλίτες. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύονται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν λόγο τοῦ Κυρίου μας ποὺ εἶπε:  «οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον».

Προσήλθε λοιπόν στὸν Κύριο καὶ τὶ λέγει; Μήπως ζητάει κάτι; Μήπως ἀπαιτεῖ; Δὲν προτρέχει ὁ ἑκατόνταρχος ἀλλὰ ἀφήνει τὸ πᾶν στὴ Θεότητα. Διότι λέγει μόνον τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ὑποφέρει καὶ δὲν προτρέχει στὴν αἴτηση, δὲν προαπαιτεῖ θεραπεία ἀλλὰ ἀφήνει τὰ πάντα στὸν Κύριο, ἀποδίδοντας εἰς τὸν Κύριον ὅλην τὴν ἐξουσίαν. Εἶδες πίστη, ποὺ ἐκδηλώνεται ἀπὸ τὴν ἀρχή; Εἶδες σεβασμὸ καὶ ἀναγνώριση τῆς Θεϊκῆς Του δυνάμεως καὶ ἐξουσίας; Ἐθαύμασες τὴν ταπείνωση ποὺ ἐπέδειξε;

Ἂς θαυμάσουμε τώρα τὴν ἀπόκριση του Κυρίου. Διότι δὲν συνήθιζε ὁ Χριστὸς νὰ προτρέχει ἀμέσως εἰς τὴν θεραπείαν. Διότι ὄχι μόνον εἰς τὴν θεραπείαν προσέτρεξε ἀλλά, καὶ τὸ πλέον θαυμαστότερον, ἐπέδειξε ἀπ’ ἀρχῆς τὴν προθυμία του νὰ πάει ὁ ἴδιος στὸ σπίτι τοῦ ἑκατοντάρχου γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸν δοῦλο του. Διότι λέγει: «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν»! Εἶδες πῶς ὁ Κύριος ἀπ’ αρχῆς διέκρινε τὴν πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου; Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε. Εἶπε ὅμως τὰ λόγια αὐτὰ καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο. Διότι ἤθελε νὰ γίνει φανερὴ σὲ ὅλους ἡ πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου, γιὰ νὰ θαυμάσουν καὶ οἱ παριστάμενοι, γι’ αυτὸ καὶ ὡς ἄριστος τεχνίτης καὶ τέλειος γνώστης τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων προσφέρεται ἀμέσως νὰ ἔλθει στὸ σπίτι του.

  Διότι ἔτσι, ἔδωσε τὴν εὐκαιρία εἰς τὸν ἑκατόνταρχο νὰ ὁμολογήσει εὐθαρσῶς τὴν πίστη του εἰς τὴν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ, λέγοντας: «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς. Μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». Ἐν πρώτοις ἂς θαυμάσουμε τὴν ταπείνωσή του. Διότι ἀρχὴ καὶ θεμέλιο τῆς ἀληθοῦς πίστεως εἶναι ἡ μετριοφροσύνη.

«Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς». Ἂν καὶ ἤταν ἄνθρωπος ποὺ εἶχε μεγάλη ἐξουσία στὸ στράτευμα, ἂν καὶ μποροῦσε καὶ διέταζε καὶ εἶχε υποτελεῖς πολλοὺς καὶ ἀπολάμβανε μεγάλο σεβασμό ἀπ’ ὅλους, ἐν τούτοις ὁμολογεῖ εὐθαρσῶς καὶ μάλιστα ἐνώπιον πλῆθος λαοῦ ὄτι δὲν ἀξίζει τῆς τιμῆς αὐτῆς.
Καὶ τὶ συμπληρώνει, λοιπόν, εἰς τὰ λεγόμενα; «μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». Ἂς θαυμάσουμε ἀδελφοί μου τὴν πίστη του. «Μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται». Τὶ τὸ θαυμάσιον λοιπόν ἔχει ἡ ἀπόκρισίς του; Ἂς ἀφήσουμε τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο νὰ πλέξει τὸ στεφάνι του: «Οὐ γὰρ σωματικὴν παρουσίαν ἐπιζητεῖ, οὐδὲ ἐγγὺς τοῦ ἰατροῦ τὸν κάμνοντα ἤνεγκεν· ὅπερ οὐ μικρὰ φανταζομένου ἦν περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ θεοπρεπῆ τὴν ὑπόνοιαν ἔχοντος».

Δὲν ἐπιζητεῖ δηλαδὴ τὴν σωματικὴν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ, διότι ἀνεγνώριζε εἰς Ἐκεῖνον τὴν Θεότητα καὶ ὄχι ἀπλῶς κάποιον σπουδαῖον ἀνθρωπο ἤ προφήτη. Οὔτε ἔφερε πρὸς τὸν ἰατρὸ τὸν πάσχοντα! Γνώριζε καλὰ πῶς δὲν ἤταν ἀπαραίτητο, γνώριζε, γνώριζε καλῶς, ὁτι εἶναι Θεὸς καὶ ὄχι ἄνθρωπος!  

«Ὃ γὰρ ἔμελλεν ἅπασιν φανερὸν ὕστερον ἔσεσθαι, τοῦτο οὗτος ἤδη κατάδηλον κατέστησεν, ὅτι καὶ θανάτου καὶ ζωῆς ἐξουσίαν ἔχει», καὶ ἐκεῖνο, δηλαδή, ποὺ ἐπρόκειτο ἀργότερα, ὅταν μὲ τὴν Κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θὰ φωτίζονταν οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, νὰ γίνει σὲ ὅλους φανερὸ, τοῦτο ἤδη ἐκεῖνος τὸ ὁμολόγησε λέγοντας «Εἰπὲ λόγῳ μόνον». Εἶδες ἀποστολικὴ ψυχή; Καὶ σπουδαιότερη μπορῶ νὰ σοῦ πῶ ἀδελφὲ μου! Διότι ὁ Θωμᾶς, ἂν καὶ μαθητὴς τοῦ Κυρίου, πίστευσε μόνον ὅταν ἐφηλάφησε τὶς πληγὲς του, ὁμολόγησε μόνον διὰ τῆς αἰσθήσεως τῆς ἀφῆς, ἐνῶ ἡ μακαρία ἐκείνη ψυχὴ, ἂν καὶ τίποτα δὲν ἀπόλαυσε ἀπ’ ὅσα ὁ Ἀπόστολος, ὁμολογεῖ με παρρησία τὴ Θεότητα.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος θαυμάζει: «οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον». «ἐπειδήπερ αὐτὸν οὐχ εἵλκυσεν εἰς τὴν οἰκίαν, ἀλλ\' ἔφησεν ἀρκεῖν αὐτοῦ τὸ πρόσταγμα». Τὸν ἐθαύμασε δηλαδὴ ἐπειδὴ δὲν τὸν ἔφερε στὴν οἰκία του ἀλλὰ ἐπίστευσε ὅτι ἀρκεῖ τὸ πρόσταγμά του γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ὁ δοῦλος του!

Τὴν πίστη του νὰ μιμηθοῦμε καὶ μεῖς ἀδελφοί μου. Διότι καὶ μεῖς σήμερα ζητοῦμε τὰ αἰσθητά καὶ δείχνουμε ἀδιαφορία γιὰ τὴ θεότητα. Πῶς, πὲς μου, ἀναγνώριζεις τὴν θεότητα, ὅταν προτιμᾶς νὰ ἀπλώνεις τὰ χέρια σου καὶ νὰ ἀγγίζεις τὸ φελῶνι καὶ τὸ πετραχείλι τοῦ ἱερέως, ὅταν ἀρνῆσαι νὰ μεταλάβεις τὸν ἴδιο τὸ Θεό; Δὲν ἀποδίδεις ἔτσι μεγαλύτερη τιμὴ στὸ ἔνδυμα παρὰ σὲ ἐκεῖνον ποὺ παρέχει τὸν ἁγιασμό; Καὶ ὄχι μόνον νὰ ἀγγίξεις θέλεις τὸ ροῦχο ἀλλὰ ζητᾶς καὶ ἀπὸ τὸν ἱερέα, καθὼς ξεντύνεται νὰ ἀπλώνει τὰ ἄμφια έπάνω σου; Διότι εἴδα καὶ αὐτὸ νὰ συμβαίνει. Καὶ ἴσως θὰ μποροῦσα νὰ δεχτῶ μιὰ τέτοια εἴδους εὐσέβεια, ἂν σᾶς ἔβλέπα νὰ προστρέχετε εἰς τὸ μυστήριο. Διότι ἂν συμμετέχεις εἰς τὸ μυστήριον, ἂν μεταλαμβάνεις Χριστό καὶ τότε ἐπιδείξεις τέτοιου εἴδους εὐσέβεια εἰς τὰ ἄμφια τοῦ ἱερέως, τότε θὰ μπορούσα νὰ τὸ θεωρήσω αὐτὸ εὐσέβεια καὶ καθαρὴ πίστη, διότι ἀναγνωρίζεις τὸ μεῖζον ἀπὸ τὸ ἔλλατον.    

Διότι πὲς μου ποιός, περπατώντας στὸ δρόμο θὰ προσπεράσει ἀδιάφορα ἕναν πολύτιμο λίθο καὶ ὅταν ἀντικρύσει τσίγκο θὰ τρέξει νὰ τὸν συμμαζεύσει; Διότι τὸ ἴδιο θὰ δεῖς νὰ γίνεται καὶ μὲ τὸ ἀντίδωρο. Διότι καὶ ἐκεῖνο, τὸ ἀντίδωρο, δηλαδή, συγκρινόμενο μὲ τὸ Δῶρον ποὺ εἶναι ὁ Χριστό, τσίγκος εἶναι.
Διότι καὶ ἂν ἀκόμα μοῦ προβάλεις τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ κοινωνήσεις, σᾶς τὸ λέω, εἶναι πρόσχημα τῆς ἀδιαφορίας μας. Καὶ ἂν μοῦ τὸ πεῖς αὐτὸ γιὰ τὴ σημερινὴ μας σύναξη, ἴσως νὰ τὸ δεχτῶ. Ἀλλὰ ἐδῶ δὲν συμβαίνει αὐτό, τὸ νὰ κοινωνεῖται δηλαδὴ ὅλοι σας κάθε Κυριακή καὶ σήμερα ἕνας ἢ δύο νὰ ἀπέχουν, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο, σχεδὸν πάντοτε ἀπέχετε τοῦ Μυστηρίου!

Ποιὰ ἡ ἀξία πὲς μου τῆς ὁμολογίας τῆς ἀναξιότητας σου; Τὶ σημαίνει λοιπὸν τὸ δὲν ἔχω ἐτοιμαστεῖ. Διότι δὲν γίνεται, δὲν γίνεται καὶ σὲ αὐτὴ καὶ στὴν ἑπόμενη καὶ σὲ ὅλες γενικὰ τὶς συνάξεις μας νὰ ἔρχεται κανεὶς ἀπροετοίμαστος!

Διότι ποιὸς, πεῖτε μου, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει τὴν ἀναξιότητά του, τὴν ἀσθένειά του καὶ δὲν προστρέχει ἀμέσως στὸν ἰατρό; Ὁρίστε, λοιπόν, ὁ δρόμος! Θέλεις πραγματικὰ να μετέχεις τῆς τραπέζης ἀλλὰ εἶσαι ἀπροετοίμαστος; Πρόσελθε στὸν ἰατρό. Τρεῖς ἰατροὺς διαθέτει ἡ ἐνορία μας. Οἱ δύο ἐξ αὐτῶν μὲ μεγάλη πείρα εἰς τὰ φάρμακα. Πρόσελθε, ἐτοιμάσου, καθαρίσου, ὅσο τὸ δυνατόν. Τότε, μάλιστα, νὰ θέσεις τὴν κεφαλὴ σου κάτω ἀπὸ τὸ πετραχείλι του ἰατροῦ ἀλλὰ ὅταν ἐπιστρέψεις στὴ σύναξη νὰ ἀναγνωρίσεις τὴ θεότητα, νὰ προστρέξεις στὸ μυστήριο, νὰ ὁμολογήσεις τὸν Κύριον σου καὶ Θεόν σου μεταλαμβάνωντάς Τον, ὄχι μια φορά, οὔτε δύο ἀλλὰ σὲ κάθε σύναξη, καὶ ὄχι ἕνας ἀλλὰ ὅλοι μας, ὥστε νὰ γίνουμε ὅλοι μας πράγματι Ἐκκλησία, Νύμφη Χριστοῦ καὶ νὰ ἀπολαύσουμε τὴ Βασιλεία Του καὶ τώρα καὶ παντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας, Γένοιτο ‘΄αδελφοί μου!