Αποστολέας Θέμα: Κυριακή Γ´ Ματθαίου.  (Αναγνώστηκε 981 φορές)

Αποσυνδεδεμένος ρωμηός

  • Συμποσιάρχης
  • Hero Member
  • ***
  • Μηνύματα: 1990
    • Προφίλ
    • http://www.romios.bravehost.com
Κυριακή Γ´ Ματθαίου.
« στις: 08 Ιουλίου, 2011, 12:21:36 μμ »
Συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεὸς ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν»

Τὸ Ἀποστολικὸ χωρίο μᾶς ὑπενθυμίζει, σήμερα ἀδελφοί μου, τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο ὅλης τῆς ἐν Χριστῷ Θείας Οἰκονομίας. Ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κτίσεως ὁλάκερης μέχρι τῆς εἰς τὰ ἔσχατα Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, θεμέλιος λίθος εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
 
«… ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν»

Μὲ τόσο ἁπλὲς λέξεις ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς περιγράφει μιὰ ἀσύλληπτη καὶ συγκλονιστικὴ ἀλήθεια. Τέτοια εἶναι, ἀδελφοί μου, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καμιά ἀνθρώπινη περιγραφή, καμιὰ ἀνθρώπινη γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδώσει τὸ μέγεθος καὶ τῆ σφοδρότητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τολμᾶ νὰ παρομοιάσει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ὡς ἕναν ἄνθρωπο ἐρωτευμένο. Ἀναλογισθεῖτε τὴν εἰκόνα ἑνὸς ἐρωτευμένου ἀνθρώπου. Τίποτα ἄλλο δὲν ζητεῖ, τίποτα ἄλλο δὲν σκέφτεται, τίποτα δὲν ὑπολογίζει προκειμένου νὰ συναντήσει τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου του.
Καὶ τὶ ζητεῖ σὲ ἀντάλλαγμα τῆς ἀγάπης του ὁ Θεὸς; Μὰ ἀκριβῶς ὄ,τι ζητεῖ καὶ ὁ ἐρωτευμένος. Τὴν ἀνταπόκριση στὸ ἐρωτικό του κάλεσμα. Νὰ τὸν ἀγαπήσουμε καὶ μεῖς μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας.  

«Ἐκεῖνος οὐδενὸς δεῖται τῶν παρ’ ἡμῶν». Δὲν χρειάζεται τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὰ δικὰ μας. Μήπως ἔχει ἀνάγκη «ἵνα τις αὐτὸν ἐπαινέσῃ; ἵνα τις δοξάσῃ; ἡμεῖς, ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, ἀλλὰ πᾶσα ἡ κτίσις; Καὶ τι τοῦτο; Οὐδέν· ἀνενδεὲς γὰρ τὸ Θεῖον». Μήπως ζητεῖ νὰ τὸν ἐπαινέσουμε; Μήπως ζητεῖ νὰ τὸν δοξάσουμε; Καὶ ποιοὶ νὰ τὸν δοξάσουμε; Ἑμεῖς οἱ ἄνθρωποι, μήπως οἱ ἄγγελοι; Μήπως οἱ ἀρχάγγελοι ἢ ἀκόμα καὶ ὁλάκερη ἡ κτίση; Καὶ ὅλα ἐτοῦτα νὰ γίνουν, μᾶς λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, τίποτα δὲν θὰ ἤταν γιὰ τὸν Θεὸ. Διότι ὁ Θεὸς καμίαν ἀνάγκην δὲν ἔχει. Τίποτα ἀπὸ τὰ δικὰ μας δὲν χρειάζεται. Τίποτα δὲν τοῦ λείπει.
Ἀλλὰ, ἀκριβῶς, ὅπως ἐρωτευμένος, «πάντα ποιεῖ», κάνει τὰ πάντα γιὰ ἑμᾶς «ὑπὲρ τοῦ φιλεῖσθαι παρ’ ἡμῶν» μόνον καὶ μόνο γιὰ νὰ τὸν ἀγαποῦμε.  
Καὶ ἡ ἀγάπη τῶν ἐρωτευμένων εἶναι ἀποκλειστική. Ὁλοκληρωτική. Γι’ αὐτὸ καὶ σήμερα, στὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε: «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει». Θέλει τὴν ἀποκλειστικὸτητα ὁ Χριστὸς στὶς καρδιές μας.
Τὴν ἴδια εἰκόνα, τοῦ ἐρωτευμένου, μᾶς δίνει καὶ γιὰ τὸν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν, τὸν μακάριο Παῦλο, τὴν μνήμην τοῦ ὁποίου ἑορτάσαμε πρὶν λίγες μέρες, καὶ τὸ τέταρτο στιχηρὸ τῶν αἴνων τῆς ἑορτῆς του: «εἰλικρινῶς ἁπάντων προέκρινε τὴν πολυέραστον θείαν ἀγάπησιν ὡς τοὺς ἐρῶντας συνδέουσαν τῷ ποθουμένῳ». Πάνω καὶ περισσότερο ἀπ’ ὅλα τοῦτο ἐπροτίμησε καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ οποία συνδέει τοὺς ἐρωτευμένους μὲ τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου τους, τὸν Χριστό!  

Αὐτὸ ἂς προτιμήσουμε καὶ μεῖς, ἀδελφοί μου, πρὶν καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἂς θέσουμε τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά μας. Στὴ ζωὴ μας. Καὶ ὅπως οἱ ἐρωτευμένοι τρέχουν καὶ δὲν σταματοῦν προτοῦ νὰ βροῦν τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου τους, ἔτσι καὶ ἑμεῖς ἂς προσερχόμεθα σὲ κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη. Τίποτα νὰ μὴν θεωροῦμε ἀναγκαιότερο, τίποτα σπουδαιότερο!

«Τῷ ποθουμένῳ», ὁ ἀσίγαστος πόθος τοῦ Ἀποστόλου, ὁ Χριστὸς, εἶναι παρὼν σήμερα, ἀνάμεσά μας. Θὰ προσφερθεῖ καὶ πάλι καὶ θὰ καλέσει ὅλους μας: «Λάβετε, φάγετε». Θὰ βροντοφονάξει, ὅπως σὲ κάθε σύναξη, ὁ λειτουργός «Προσέλθετε».

Ἂν ἀναλογιζόμασταν τὰ ὅσα ἀκούσαμε σήμερα, ἀδελφοί μου, ἡ παραίνεση καὶ ἡ προτροπὴ μου νὰ μετέχουμε Χριστοῦ θὰ ἤταν περιττή. Τίποτα ἄλλο δὲν θα ἔπρεπε νὰ πῶ ἀλλά, σταματῶντας τὸ λόγο ἐδῶ, ὅλοι θὰ ἔπρεπε νὰ προσερχόμασταν στὸ μυστήριο, νὰ κοινωνούσαμε Χριστό.

Ἀλλά, δυστυχῶς, ἡ συνήθεια δύσκολα ἐκριζώνεται. Καὶ πρέπει πάλι νὰ ἐπιμείνω.  

«Εἰπέ μοι, εἴ τις εἰς ἑστίασιν κληθεὶς, τὰς χεῖρας νίψαιτο καὶ κατακλιθείη, καὶ ἕτοιμος γένοιτο πρὸς τὴν τράπεζαν, εἶτα μὴ μετέχοι, οὐχ ὑβρίζει τὸν καλέσαντα; οὐ βέλτιον τὸν τοιοῦτον μηδὲ παραγενέσθαι;»

Πές μου ἀδελφέ μου, λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐὰν κάποιος ἔχει προσκληθεῖ σὲ δεῖπνο, καὶ ἀφοῦ καταφθάσει στὸ χῶρο τῆς τράπεζας, πλύνει τὰ χέρια του καὶ καθίσει στὴν τράπεζα ἀλλ’ ὅμως δὲν τρώγει κανένα ἀπὸ τὰ ἐδέσματα ποὺ τοῦ ἔχουν προσφέρει, τότε δὲν προσβάλει αὐτὸν ποὺ τὸν ἔχει προσκαλέσει; Δὲν θὰ ἤταν ἑπομένως καλύτερο τὸ νὰ μὴν εἴχε ἔρθει καθόλου;

Σκληρὸς ὁ λόγος του; Ἀκοῦστε τὶ λέγει σὲ ἄλλο σημεῖο: «πᾶς γὰρ ὁ μὴ μετέχων τῶν μυστηρίων, ἀναίσχυντος καὶ ἱταμὸς ἑστηκώς», ὅποιος, δηλαδὴ δὲν μετέχει τοῦ μυστηρίου, εἶναι ἀναίσχυντος καὶ θρασὺς ὅταν παραμένει στὸ ναό.

Διότι πρέπει νὰ γνωρίζουμε καὶ τοῦτο ἀδελφοί μου. Μὲ τὸ πέρας τῶν ἀναγνωσμάτων, τοῦ Ἀποστολικοῦ καὶ Εὐαγγελικοῦ δηλαδὴ ἀναγνώσματος, γίνεται μυστικῶς ἀπὸ τὸν λειτουργὸ ἡ ἀπόλυσις τῶν κατηχουμένων καὶ μετανοούντων, μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁποίας οἱ κατηχούμενοι καὶ ὅσοι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἔχουν δεχθεῖ ἀπὸ τὸν πνευματικό τους κάποιο ἐπιτίμιο καὶ δὲν μποροῦν νὰ κοινωνήσουν, ἀπομακρύνονται καὶ δὲν μετέχουν τοῦ λοιποῦ τῆς συνάξεως. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀκοῦμε ἀπὸ τὸν λειτουργὸ ἱερέα τὴν ἐντολὴν «Τὰς θύρας, τὰς θύρας».

Καὶ συνεχίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Οὕτω δὴ καὶ σὺ παραγέγονας· μετὰ πάντων ὡμολόγησας εἶναι τῶν ἀξίων τῷ μὴ μετὰ τῶν ἀναξίων ἀνακεχωρηκέναι· πῶς ἔμεινας, καὶ οὐ μετέχεις τῆς τραπέζης;» Ὅλοι μας ἀδελφοὶ μου παραμένουμε, κανεὶς δὲν φεύγει.  Ὅλοι μας, μὲ τὸ νὰ συνεχίζουμε νὰ παριστάμεθα ἐδῶ ὁμολογοῦμε τρόπον τινά ὅτι εἴμαστε μεταξύ τῶν ἀξίων νὰ κοινωνήσουμε! Πῶς λοιπόν ὅταν ἐνῶ παραμένουμε, ἐνῶ ἔχουμε λάβει τὸ Βάπτισμα καὶ γίναμε μέλη Χριστοῦ, ἐνῶ δὲν ἔχουμε λάβει ἐπιτίμιο ἀπὸ τὸν πνευματικό μας, πῶς λοιπόν ἐνῶ παραμένουμε δὲν μετέχουμε τῆς τραπέζης;

«Παρακαλῶμεν ὑμᾶς, οὐχ ἵνα μὴ παραγίνησθε, ἀλλ\' ἵνα καὶ τῆς παρουσίας καὶ τῆς προσόδου ἀξίους ἑαυτοὺς καταστήσητε». Δὲν τὰ λέγει αὐτὰ ὁ Χρυσόστομος γιὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε. Δὲν μᾶς παρακαλεῖ νὰ φύγουμε ἀλλὰ τουναντίον νὰ προσέλθουμε μέ πόθο στὸ Χριστό, διότι ἡ «ῥᾳθυμία μόνον ἀναξίους ἡμᾶς καθίστησι», διότι μόνον ἡ ραθυμία μᾶς κάμει ἀναξίους καὶ τοὺς ἐρωτευμένους ἡ ραθυμία δὲν τοὺς καταλαμβάνει.

Ἂς ἀγαπήσουμε μὲ τέτοιο πόθο τὸ Χριστό, ὥστε νὰ καταστήσουμε «ἀξίους»τοὺς ἑαυτοὺς μας νὰ μετάσχουμε τῆς τραπέζης τοῦ οἰκοδεσπότου μας καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ στὴν ἐπουράνιο βασιλεία Του, Γένοιτο!