Αποστολέας Θέμα: Κυριακή Ε΄ της Σαμαρείτιδος  (Αναγνώστηκε 995 φορές)

Αποσυνδεδεμένος ρωμηός

  • Συμποσιάρχης
  • Hero Member
  • ***
  • Μηνύματα: 1990
    • Προφίλ
    • http://www.romios.bravehost.com
Κυριακή Ε΄ της Σαμαρείτιδος
« στις: 08 Ιουλίου, 2011, 12:18:43 μμ »
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄
ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

«Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι• Δὸς μοι πιεῖν• σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν.»

Συνταρακτικὸς ὁ λόγος, ἀδελφοί μου, ποὺ ἀπευθύνει ὁ Κύριος στὴν Σαμαρείτιδα. Ἐὰν γνώριζες τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, τὸ δῶρον τὸ ὁποῖον ἐχάρισεν ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους, ἐὰν γνώριζες καὶ ἀντιλαμβανόσουν ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σοῦ ζητᾶ νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ γιὰ να ξεδιψάσει, τότε τὸ μόνο ποὺ θὰ ἔκαμες θὰ ἤταν νὰ ζητήσεις ἐσὺ ἀπὸ ἐκεῖνον νὰ σοῦ δώσει τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, τὸ ὕδωρ που χαρίζει ζωὴ αἰώνιο.

Ἀγνοεῖ ἀδελφοί μου ἡ Σαμαρείτιδα ποιὸς στέκεται ἐνώπιόν της καὶ συνομιλεῖ μαζί της. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἐκπλήσσει αὐτό. Τὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι δυστυχῶς Τὸν ἀγνοοῦμε καὶ μεῖς σήμερα. Δὲν τὸν γνωρίζουμε καὶ ἂς ἀκοῦμε γιὰ Ἐκεῖνον, καὶ ἂς ὁμιλοῦμε γιὰ ἐκεῖνον, καὶ ἂς πράττουμε πολλὰ στὸ ὄνομα Ἐκείνου.

   Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Μεγάλος ἄγνωστος στὴ ζωή μας. Εἶναι ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ λέγω. Δυστυχῶς! Διότι ἂν γνωρίζαμε ποιὸς εἶναι ὁ Χριστός, κανεῖς δὲν θὰ ἤταν ἀμέτοχος τοῦ μυστηρίου. Κανεῖς δὲν θὰ προσέρχονταν ἐδὼ ἀπὸ συνήθεια.

   Ἄγνωστος ὁ Χριστὸς καὶ ἄγνωστη ἡ δωρεά Του. Γνωρίζεις ἀδελφέ μου ὅτι ἐδῶ σήμερα θὰ προσφερθεῖ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; Τὸ ὕδωρ ποὺ παρέχει τὴν αἰώνια ζωή; Ἀναγνωρίζεις τὴν φωνὴ Του ὅταν σὲ καλεῖ: Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε;  

   Καὶ ὅμως δὲν εἶναι τὰ αὐτιὰ τοῦ σώματός μας ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε. Εἶναι τὰ αὐτιά τοῦ πνεύματός μας, εἶναι ποὺ μετατρέψαμε τὴ ζωὴ μας καὶ τὴ συμμετοχὴ μας στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ γεγονὸς συγκλονιστικὸ καὶ καθοριστικὸ τῆς ὑπάρξεώς μας σὲ δεισιδαιμονικὸ ἀποκοῦμπι γιὰ τὶς φοβίες μας, τὶς ἐνοχὲς μας, τὸν καθωσπρεπισμό μας.

Θεὸς κατεβαίνει καὶ σοῦ προσφέρει ὄχι μόνον τὴν ἀθανασία ἀλλὰ τι; Σοῦ προσφέρει τὴ δυνατότητα νὰ γίνεις Θεός. Αὐτὴ εἶναι ἡ δωρεά του. Τὴν γνωρίζεις;
Ἤρθα νὰ σὲ κάμω Θεό, καὶ σὺ ἀδελφὲ μου θέλεις νὰ παραμείνεις λάσπη; Στὸ ἐπαναλαμβάνω, Θεὸς θὰ γίνεις. Ἀναστήθηκα καὶ ἐθέωσα τὴν ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ἔλαβα μὲ τὴ Σάρκωσή μου. Ἐσένα πήρα ἀδελφέ μου, τὴν ίδια φύση που ἔχεις καὶ ἐσὺ καὶ τὴν ἔκαμα Θεό. Σοὺ προσφέρω τὸ ἴδιο δῶρο γιὰ τὴν προσωπικὴ σου φύση. Ποιὰ εἶναι ἡ απόκρισή σου; Να, ὁρίστε, σὲ λίγο θὰ σοῦ προσφέρω τὸ Σῶμα μου καὶ τὸ Αἶμα μου. Τὴ σάρκα μου θὰ φᾶς καὶ τὸ Αἶμα μου θὰ πιεῖς!  
Θεὸ τρῶμε ἀδελφοὶ μου καὶ ὄχι μαγιοβότανα. Διότι ὅταν προσερχόμεθα δύο ἤ τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο στὸ μυστήριο, αὐτὸ δηλώνουμε πῶς γνωρίζουμε. Τέρμα τὰ μαγιοβότανα καὶ τὰ ξόρκια. Δὲν εἶναι αὐτὸ Ἐκκλησία. Δὲν κατεβαίνει γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς.

Καὶ σήμερα ἐδὼ θὰ σταθεῖ καὶ πάλι ὁ Χριστός, ὁ Κύριος μας καὶ ἐνῶ θὰ ἔπρεπε πρὶν σὲ καλέσει, νὰ τρέξεις, νὰ προσέλθεις καὶ νὰ ζητήσεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, τὸ Σῶμα Του καὶ τὸ Αἶμα Του, σὺ σιωπᾶς καὶ θεωρεῖς ἀπὸ μακριά τὰ γενόμενα, καὶ ἀδιαφορεῖς; Χριστὸς παρατίθεται καὶ σὺ «Οὐδὲν φροντίζεις, οὐδὲν ἡγῇ τὸ πρᾶγμα» λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, γιὰ τίποτα δὲν φροντίζεις, θεωρεῖς τὸ πρᾶγμα ἀσήμαντο;

Καὶ ἐνῶ ἀκούσαμε τὴν περικοπὴ τοῦ εὐαγγελίου, καὶ ἐνῶ ἀκούσαμε τὰ θαυμάσια αὐτὰ καὶ ἀποκαλυπτικὰ λόγια τοῦ Κυρίου, καὶ πάλιν δυστυχῶς δὲν θὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε, θὰ τὸν ἀγνοήσουμε ὅταν θὰ μᾶς καλέσει, ἐλάχιστοι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ προσέλθουν!

Ἀλλὰ τὶ; Γνωρίζεις ἀδελφὲ μου τὸ Χριστό; ἀναγνωρίζεις τὴν φωνὴ Του ὅταν σὲ καλεῖ καὶ δὲν προσέρχεσαι; Καὶ ποιὰ ἡ δικαιολογία σου; Τὶ μοῦ ἀποκρίνεσαι; Δὲν εἶμαι ἔτοιμος, δὲν ἔχω ἐτοιμαστεῖ! Καὶ τὶ περιμένεις ἀδελφὲ μου; Θεὸς προσφέρεται καὶ σὺ δὲν ἐφρόντισες νὰ ἐτοιμασθεῖς; Θεὸς προσφέρεται καὶ δὲν κρίνεις ἀπαραίτητο νὰ προσέλθεις ἔτοιμος στὸ μυστήριο; Γι’ αὐτὸ καὶ πάλιν θᾶ σοῦ βροντοφωνάξω. Δὲν τὸν ἀναγνώρισες. «Οὐκ οἶδας τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι• Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε!» Ἂν τὸν ἀναγνώριζες, τίποτα δὲν θὰ προτιμοῦσες σημαντικότερο παρὰ νὰ ἔρθεις ἐδῶ ἔτοιμος νὰ τὸν ζητήσεις. «Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι• Δὸς μοι πιεῖν• σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν.»

«Ὢ τῆς συνηθείας, ὢ τῆς προλήψεως. Εἰκῇ θυσία καθημερινή, είκῇ παρεστήκαμεν τῷ θυσιαστηρίῳ, οὐδεὶς ὁ μετέχων»! Εἰς μάτην τελοῦμε τὴ θυσία, εἰς μάτην πλαισιώνουμε τὸ θυσιαστήριο. Κανεὶς δὲν μετέχει. Ἔτσι διεκτραγωδεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τὴν κατάστασή μας. Σὲ μᾶς ἀναφέρεται, γιὰ ἑμᾶς τὰ λέει.
 «ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος, οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα…». Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν. Καὶ τὸ ὕδωρ θὰ προσφρεθεῖ καὶ σήμερα. Ἂς καθαρίσουμε τὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς μας, ἂς Τὸν ἀναγνωρίσουμε, ἂς Τὸν ζητήσουμε, «ὥστε πάντας γενέσθαι κύκλῳ τῆς τραπέζης», ὥστε ὅλοι νὰ προσέλθουμε γύρω ἀπὸ τὴν Τράπεζα, «καὶ μὴ εἰκῇ μηδὲ ὡς ἔτυχεν ἐνταῦθα συνέρχεσθαι» καὶ ὤστε νὰ μὴ προσερχόμεθα τυχαῖα καὶ ἄνευ λόγου ἀδελφοί μου, Γένοιτο!