Αποστολέας Θέμα: Ἡ χάρη τῆς μνήμης τοῦ θανάτου-π. Σωφρονίου Σαχάρωφ  (Αναγνώστηκε 991 φορές)

Αποσυνδεδεμένος Iaspis

  • Moderator
  • Hero Member
  • ***
  • Μηνύματα: 1826
    • Προφίλ
[font size=3]Ἡ χάρη τῆς μνήμης  τοῦ θανάτου-π. Σωφρονίου Σαχάρωφ[/fonts]

Εἶμαι ἄραγε αἰώνιος, ὅπως καὶ κάθε ἄνθρωπος, ἤ μήπως ὅλοι θὰ καταλήξουμε στὸ σκοτάδι τῆς ἀνυπαρξίας; Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ, ἐνῶ προηγουμένως ἦταν ἥσυχη μελέτη τοῦ νοῦ, γρήγορα ἔγινε καυτὸ σὰν ἄμορφη μάζα πυρακτωμένου μετάλου. Μία παράδοξη αἴσθηση σκήνωσε στὴ βαθειὰ καρδιά; ἡ ματαιότητα ὅλων τῶν ἐπὶ γῆς ἀποκτημάτων. Μία αἴσθηση ἐντελῶς νέα, ποὺ δὲν ἔμοιαζε καθόλου μὲ ὁτιδήποτε προηγοῦμενο.
.......

Ἄν πραγματικὰ πεθαίνω, δηλαδὴ βυθίζομαι στὸ «μηδὲν» τότε καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ ὅμοιοι μὲ μένα ἄνθρωποι , ἀφανίζονται τὸ ἴδιο ὀλοκληρωτικὰ.Ἑπομένως ὅλα εἶναι μάταια· δὲν μᾶς δόθηκε αὐθεντικὴ ζωή. Τὰ παγκόσμια γεγονότα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνας κακὸς ἐμπαιγμὸς τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ὀδύνες τοῦ πνεύματὸς μου προκαλοῦνταν ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς καταστροφὲς, κι ἐγὼ , μὲ φυσικὸ τρόπο, ταύτιζα τὸν γενικὸ ὄλεθρο μὲ τὰ προσωπικὰ μου πεπρωμένα. Ὁ θάνατὸς μου ἔπαιρνε μορφὴ ἀφανισμοῦ ὅλων ἐκείνων ποὺ γνώριζα καὶ μὲ τὰ ὁποῖα συνδεόμουν ὑπαρξιακὰ. Ὁ ἀναπόφεκτος θάνατὸς μου δὲν ἦταν μόνο κάποιο μικρὸ καὶ καὶ τελείως ἀσήμαντο γεγονός: «ἕνας λιγότερο». Ὂχι. Μέσα μου καὶ μαζὶ μου πέθαινε καθετὶ ποὺ συνέλαβε ἡ συνείδησὴ μου: οἱ κοντινοὶ μου ἂνθρωποι, τὰ παθήματα καὶ ἡ ἀγάπη τους, ὅλη ἡ ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας, ὅλη ἡ Γῆ καὶ ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἄστρα καὶ τὸ ἄπειρο διάστημα· ἀκόμα καὶ ὁ Ἴδιος  ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου, καὶ Αὐτὸς πέθαινε μἐσα μου· ὁλόκληρο γενικὰ τὸ εἶναι καταβροχθιζόταν ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς λήθης. ἔτσι ἀντιλαμβανόμουν τότε τὸν θάνατο μου. Τὸ Πνεῦμα ποὺ μὲ κατεῖχε, μὲ ἀπέσπασε ἀπὸ τὴ γὴ καὶ μὲ ἒρριξε σὲ κάποια σκοτεινὴ περιοχὴ, ὅπου χρόνος δὲν ὑπάρχει.
Ἡ αἰώνια λήθη, ὡς κατάσβεση τοῦ φωτὸς τῆς συνειδήσεως, μὲ βύθιζε σὲ φρίκη. Ἡ κατάσταση αὐτὴ μὲ συνέτριβε· μὲ κυρίευε παρὰ τὴν θέλησή μου. Τὰ τελούμενα γύρω μου μοῦ ὑπενθύμιζαν, μὲ ἐνοχλητικὰ ἐπίμονο τρόπο, ὅτι τὸ τέλος τῆς παγκόσμιας ἱστορίας ἦταν ἀναπόφευκτο. Ἡ θέα τῆς ἀβύσσου ἦταν διαρκὼς παροῦσα, καὶ μόνο κατὰ καιροὺς ὑποχωροῦσε, δίνοντὰς μου κάποια μικρὴ ἀνάπαυση. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ποὺ βαθμηδὸν αὐξανόταν, ἀπέκτησε τέτοια ἒνταση, ὥστε θεωροῦσα τὸν κόσμο, ὁλόκληρο τὸ σύμπαν, ὡς ἕναν ἀντικατοπτρισμὸ, ἕτοιμο πάντοτε νὰ ἐξαφανισθεῖ στὴν αἱώνια ἂβυσσο τοῦ μηδενός.
Πραγματικότητα ἂλλης τάξεως, ὂχι  γήινης, ἀκατάληπτης, μὲ ἐξουσίαζε, παρὰ τὶς προσπάθειες μου νὰ τὴν ἀποφύγω. Θυμᾶμαι καθαρὰ τὸν ἐαυτὸ μου: Στὴν καθημερινὴ ζωὴ μου ἢμουν ὅπως οἵ ἂλλοι ἂνθρωποι, ἀλλὰ, κατὰ καιροὺς, δὲν αἰσθανόμουν τὴ γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μου. Τὴν ἒβλεπα μὲ τὰ μάτια, ὡς συνήθως, ἐν πνεύματι ὅμως φερόμουν ἐπάνω ἀπὸ ἀπύθμενη ἂβυσσο. Στὸ φαινόμενο αὐτὸ προστέθηκε ἀργότερα καὶ ἂλλο ὂχι λιγότερο καταθλιπτικό: Μπροστὰ μου ὑψώθηκε ἕνας νοερὸς φραγμὸς, τὸν ὁποῖο αἰσθάνθηκα σὰν παχύ μολύβδινο τεῖχος.  Δὲν μποροῦσε νὰ τὸ διαπεράσει οὒτε μία ἀκτίνα φωτὸς,  φωτὸς νοεροῦ, ὂχι φυσικοῦ- καθὼς καὶ τὸ τεῖχος δὲν ἦταν ὑλικό. Γιὰ ἀρκετὸν καιρὸ ὀρθωνόταν μπροστὰ μου καὶ μὲ βασάνιζε.
Ἀνεξάρτητα ἀπὸ κάθε ἐξωτερικὸ γεγονὸς- πόλεμο, ἀσθένειες ἢ ἂλλες παρόμοιες συμφορὲς- ἡ συνειδητοποίηση ὅτι κάποια ἡμέρα εἶμαι καταδικασμένος νὰ πεθάνω ἦταν γιὰ μένα ἀφόρητο μαρτύριο. Καὶ νὰ, χωρὶς κανένα συλλογισμὸ, ξαφνικὰ γεννήθηκε στὴν καρδιὰ μου ἡ σκέψη: Ἂν ὁ ἂνθρωπος εἶναι δυνατὸ νὰ πάσχει τόσο βαθιὰ, τότε εἶναι μέγας στὴ φύση του. Τὸ γεγονὸς ὅτι μὲ τὸν θάνατὸ του πεθαίνει ὅλος ὁ κόσμος, ἀκόμη καὶ ὁ Θεὸς, εἶναι δυνατὸ νὰ συμβαίνει μόνο, ἂν αὐτὸς ὁ ἲδιος ὁ ἂνθρωπος, ὑπὸ κάποια ἒννοια, εἶναι τὸ κέντρο τοῦ σύμπαντος.

.........

Παρόλα αὐτὰ, τὸ πνεῦμα μου δὲν στρεφόταν πρὸς τὴ γῆ, ἀλλὰ πρὸς Ἐκεῖνον, τὸν Ὁποῖο δὲν γνώριζα ἀκόμη, γιὰ τὴ Ὕπαρξη τοῦ Ὁποίου ὅμως ἢμουν βέβαιος. Δὲν Τὸν γνώριζα, ἀλλὰ μὲ ἀκατάληπτο τρόπο ἦταν μαζὶ μου, ἒχοντας ὅλα τὰ μέσα γιὰ τὴ σωτηρία μου. Αὐτὸς πληρεῖ τὰ πάντα, ἀπὸ μένα ὅμως κρυβόταν κι ἐγὼ ἒβλεπα τὸν θάνατο ὂχι στὸ σῶμα, ὂχι στὴν γήινη μορφὴ του, ἀλλὰ στὴν αἰωνιότητα.

..........

«Μεγάλη συμφορὰ ἡ πνευματικὴ ἀμάθεια»! Στὴν περίπτωσὴ μου ὄμως, αὐτὴ ἀκριβως ἡ ἂγνοια συνετέλεσε στὸ νὰ μπορέσω νὰ ἀντέξω γιὰ πολλὰ χρόνια τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ μου ποὺ πλούσια χυθηκε πάνω μας: τὴ χάρη τῆς μνήμης τοῦ θανάτου, τῆν ὁποία ἰδιαιτέρως τονίζουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες.

.........

Εἶναι ἀδύνατον νὰ διηγηθοῦμε ἐδῶ ὅλες τὶς μορφὲς μὲ τὶς ὁποῖες ἡ ἐξαφάνιση κάθε ζωῆς, ὅπως ἐγὼ τὴν ἒβλεπα, ἐμφανιζόταν στὸ πνεῦμα μου. Θυμᾶμαι καθαρὰ ἓνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ ἐπεισόδια τῶν ἡμερῶν ἐκείνων: Διάβαζα καθισμένος στὸ γραφεῖο μου ἀκουμπωντας τὸ κεφάλι μου στὸ χέρι, καὶ ξαφνικὰ αἰσθάνθηκα νὰ κρατῶ τὸ κρανίο μου καὶ νὰ τὸ παρατηρῶ νοερὰ ἀπὸ ἒξω. Ἀπὸ φυσικὴ ἂποψη ἢμουν ἀκόμη νέος, καὶ γενικὰ ὑγιής. Χωρὶς νὰ καταλαβαίνω τὶ μοῦ συνέβαινε προσπαθοῦσα νὰ ἀπαλαγῶ ἀπὸ κάθε ἐρέθισμα ποὺ σταματοῦσε τὴν εἰρηνικὴ πορεία τῆς ἐργασίας μου. «Ἒχω ἀκόμη μπροστὰ μου ὁλόκληρη ζωή· ἲσως σαράντα καὶ περισσότερα χρόνια γεμάτα δραστηριότητα...» Καὶ τὶ συνέβη; Ξαφνικὰ ἦρθε μία ἀπάντηση ποὺ δὲν τὴν ἐπινόησα: «Κι ἂν ἀκόμη ζήσεις καὶ χίλια χρόνια...ἒπειτα τί»; Καὶ τὰ χίλια χρόνια ἒπαιρναν τέλος στὴ συνείδησὴ μου, πρὶν ἀκόμη ὁ λογισμὸς πάρει μορφή.
Κάθετι τὸ φθαρτὸ ἐμφανιζόταν σὰν νὰ μὴν ἒχει γιὰ μένα ἀξία. Ὃταν κοίταζα τοὺς ἀνθρώπους, πρὶν ἀκόμη σκεφθῶ κάτι γιὰ αὐτοὺς, τοὺς ἒβλεπα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου, νὰ πεθαίνουν, καὶ ἡ καρδιὰ μου γέμιζε μὲ συμπόνια γι᾽ αὐτοὺς. Δὲν ἐπιθυμοῦσα οὒτε δόξα ἀπὸ τοὺς «θνητοὺς», οὒτε ἐξουσία πάνω τους· δὲν περίμενα τὴν ἀγάπη τους. Περιφρονοῦσα τὸν ὑλικὸ πλοῦτο καὶ δὲν ἐκτιμοῦσα ἰδιαίτερα τὴ διανόηση, ἐπειδῆ ἦταν ἀνίκανη νὰ δώσει ἀπάντηση στὴν ἀναζήτησὴ μου. Ἂν μοῦ πρότειναν αἰῶνες εὐτυχισμένης ζωῆς, δὲν θὰ τοὺς δεχόμουν. τὸ πνεῦμα μου ἀπαιτοῦσε αἰώνια ζωὴ καὶ ἡ αἰωνιότητα, ὃπως ἀντιλήφθηκα ἀργότερα, στεκότα μπροστὰ μου καὶ μὲ ἀναγεννοῦσε πραγματικά. Ἢμουν τυφλὸς χωρὶς ἐπίγνωση. Ἡ αἰωνιότητα χτυποῦσε τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς μου, ποὺ ἦταν ἀπὸ φόβο κλεισμένη στὸν ἐαυτὸ της.

........

Στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνάντησα τὴ διδασκαλία γι῾αὐτὴ τὴ μορφὴ τῆς χάριτος. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι ἰδιαίτερη κατάσταση τοῦ πνεύματὸς μας, ἐντελὼς διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ φυσικὴ γνώση ὃτι κάποια ἡμέρα θὰ πεθάνουμε. Ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ μνήμη ἐλευθερώνει τὸ πνεῦμα μας ἀπὸ κάθε γήινη ἕλξη. Εἶναι μία δύναμη ποὺ Ἄνωθεν καὶ μᾶς ἀνεβάζει πάνω ἀπὸ τὰ πάθη τῆς γῆς. Μᾶς ἀποδεσμεύει ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῶν προσκαίρων ἐπιθυμιῶν καὶ ποσκολλήσεων καὶ ἒτσι, μὲ φυσικὸ τρόπο, ἐγκαινίζει μέσα μας τὴν ἁγία ζωή. Ἅν καὶ μὲ ἀρνητικὴ μορφὴ μᾶς συνδέει ὡστόσο ἀρρήτως μὲ τὸν Αἰώνιο.

........

Τὸ γεγονὸς ὃτι μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ζήσουμε τὸν θάνατὸ μας ὡς τὸ τέλος ὃλης τῆς κτίσεως ἐπαληθεύει τὴν ἀποκἀλυψη ποὺ μᾶς δόθηκε, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποῖα ὁ ἂνθρωπος εἶναι εἰκὸνα τοὺ Θεοῦ, καὶ συνεπὼς εἶναι ἰκανὸς νὰ περιλάβει μέσα του καὶ τὸν Θεὸ καὶ τὸν κτιστὸ κόσμο. Αὐτὸ ἀποτελεῖ  καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς συγκεκριμενοποίησης μέσα μας τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς.Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ προετοιμάζει τὸ πνεῦμα μας γιὰ τὴν ὀντολογικὴ προσληψη τῆς χριστιανικῆς Ἀποκαλύψεως καὶ γιὰ τὴ Θεολογία ἐκείνη ποὺ ἒχει ὡς βάση τὴ ἐμπειρία ἑνὸς ἂλλου Εἶναι.

........

Στενὴ καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς τῆς πίστεως μας: Ὅλη ἡ ζωὴ μας καλύπτεται ἀπὸ πληγὲς σὲ ὃλα τὰ ἐπίπεδα, καὶ ὁ πόνος φθάνει μέχρις ἐκεῖνο τὸ ὃριο, ὃπου ὁ νοῦς ποὺ πάσχει σιωπᾶ σὲ κατάσταση ἐντατικῆς παραμονῆς ἔξω ἀπὸ τὸν χρόνο.Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν ὀντολογική αὐτὴ θεωρία, ἀνακαλύπτουμε στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς ἓτοιμους ἢδη λογισμοὺς, ποὺ δὲν τοὺς ἐπινοήσαμε ἐμεῖς· στοὺς λογισμοὺς αὐτοὺς περιέχεται ἡ πρόγευση ἂλλων μετέπειτα ἀποκαλύψεων γιὰ τὸν Θεό. Τὸ χαρισματικὸ αὐτὸ δῶρο δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ μὲ τὰ δικὰ μας τετριμένα λόγια. Ἡ πείρα διδάσκει ὅτι τὸ δῶρο αὐτὸ δὲν ἀφομοιώνεται παρὰ μόνο ὓστερα ἀπὸ μακροχρόνια διαδικασία ὀλοκληρωτικῆς κενώσεως. Τότε, πέρα ἀπὸ κάθε προσδοκία, ἒρχεται τὸ Ἄκτιστο Φῶς καὶ θεραπεύει κάθε τραῦμα. Ὅταν μᾶς ἐπισκεφθεῖ τὸ Φῶς αὐτὸ, ἡ «στενὴ» ὁδὸς ποὺ διανύσαμε παρουσιάζεται ὡς ὁμοίωση μὲ τὴν Κένωση τοῦ Χριστοῦ, διὰ τῆς ὁποίας παρέχεται καὶ σὲ μᾶς ἡ υἱοθεσία ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα.

.......

«Εἲη τὸ ὂνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων!».



[font size=3]Πηγή: Ἀρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ)
ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ
ΕΚΔ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ
Τετάρτη ἔκδοσις[/fonts]
Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. (Πραξ. δ\', 32-33)