Αποστολέας Θέμα: Αγάπη  (Αναγνώστηκε 1323 φορές)

Αποσυνδεδεμένος Iaspis

  • Αρχιτρίκλινος
  • Hero Member
  • ***
  • Μηνύματα: 1826
    • Προφίλ
Αγάπη
« στις: 25 Απριλίου, 2009, 04:22:48 πμ »
[font size=4]Αγάπη[/fonts]

Γιά τήν αγάπη μυριάδες λόγους θά σκεφθείς, κι ακόμα πιό πολλούς θά ακούσεις.
Κι άν όσα είναι δυνατόν, μέ λεπτομέρεια ειπωθούν, πάντα κάτι θά λείπει,
κάτι πού ο άνθρωπος γυρεύει στήν σιωπή.
Λόγο δέν γέννησε ακόμα ανθρώπου ο νούς, πού τήν αγάπη νά μπορεί νά περιγράψει.
Νά τήν αρπάξει από ξένες αγκαλιές, κι από τίς τόσες τής στιγμής προσμίξεις,
καί καθαρή να τήν δεχθή, καί νά τήν ονομάσει.

Ασύληπτη καθώς θά παραμένει, καί όλα όπως τά διαπερνά,
μία υστέρηση τού ανθρώπου πάντα δείχνει, καί μιά βαθειά πανάρχαια αδυναμία,
πού \'βαλε τήν ζωή του στήν ομίχλη.
Δέν συλλαμβάνεται η αγάπη από αυτό πού συμμετέχει σέ φθορά,
μόνον σάν θεία Κοινωνία μεταλαμβάνεται καί από τόν θάνατο μάς αποσπά.

Καθώς δέν αντιτίθεται σέ κάτι ή αγάπη, είναι η αιτία τής συμφωνίας,
τής συνοχής τής διάρκειας καί οποιασδήποτε μορφής πού έχει χάρι αφθαρσίας.
Γι αυτό άν καί δέν συλλαμβάνεται, όλα τά συλλαμβάνει,
όλα τά βάζει μέσα της καί τά αναγεννά. Κι ότι κοντά της βρίσκεται ενδύεται τήν ουσία της,
καί έτσι απομακρύνεται απ\' τήν αρχαία φθορά,.. μά μόνο όσο καιρό στό πλάι της περπατά.

Άν καί ευρίσκεται παντού παρούσα η αγάπη, αφού γι αυτήν δέν γίνεται μέλλον ή παρελθόν,
μονίμως πρέπει ο άνθρωπος νά τήν αναζητά.
Γιά μιά στιγμή χαριτωμένος, μέσ\' τήν ψυχή του φώς άν λάμψει,
κι ο νούς σάν μάτι ορθάνοικτο φωτίσει στό σκοτάδι, καί τήν γυρεύει ολόγυρα,
πάλι δέν θά τή δεί. Όμως θά νιώθει πώς αγάπη έχει «γευθεί».

Όσο ο άνθρωπος αγάπη αναζητά, τόσο καί παύει νά διακρίνει διαφορά,
καί τά πολλά αρχίζουν νά ομοιάζουν. Όλα ενώνονται καί πέφτουνε γιοφύρια,
δρόμοι τού λόγου ανοίγουνε, καί τής καρδιάς τά παραθύρια.
Ελεύθερα κυλάει τό κάθε τι, σάν τό νερό  πού κατεβαίνει σέ πολιτεία ειρηνική,
καί τίποτα δέν είναι ξένο, εκτός από ένα ρήμα,... τό πεθαίνω!

Κι αναρωτιέται ο άνθρωπος καί λόγο ψάχνει, γιατί η αγάπη είναι παντού κι απ\' όλα χωρισμένη,
πώς όταν λείπει χάνεται η κάθε συνοχή; Γιατί όπου φανερώνεται υπάρχει μά κρυμμένη,
πού βρίσκεται η αιτία της, καί πώς μπορεί ο άνθρωπος μ\' αυτήν νά ενωθεί;

Μήν είναι η απόκριση στόν χρόνο, πού πρός τό μέλλον προχωρά,
καί είναι άρρηκτα δεμένος μέ τήν ανθρώπινη φθορά;
Μά πάλι πώς;... Αφού μπορεί η αγάπη καί σταματάει τήν ροή,
καί επαναφέρει στήν αρχή του... ότι αγγίζει , εκεί πού ο Λόγος άφθαρτος φωτίζει.

Μάλλον δέν είναι η φθορά αυτή καθεαυτή, μά η βούληση πού τήν γεννά,
ανθρώπινη αποδοχή τού αποχωρισμού, συνέπεια τού πειρασμού,
πού ψάχνει στίς αισθήσεις μας τήν γνώση τής ουσίας, καί έτσι κρύβεται απ\' τό φώς τής αφθαρσίας.

Καί έτσι κρυμμένη, από τήν λάθος χρήση τής προαίρεσης, ματαίως αφορισμένη,
μπήκε στόν βίο μας η αγάπη, καί στόν αέναο καλπασμό... τόν χρόνο.
Κι ο άνθρωπος; αναβάτης  μέ άρμα του τόν πόνο, καί  μιά πορεία πού οδηγεί,
στόν τέλειο αποχωρισμό,... στού τάφου τήν σιγή.

Γίνεται όμως νά χαθεί, αυτό πού η αγάπη ακολουθεί κρυφά καί μυστικά;  
Ακόμη κι άν αυτό έχει καθορισθεί από τήν ειμαρμένη, η αγάπη θά τό αναγεννά καί πίσω θά τό φέρνει,
γιατί αντίθετα απ΄τού διαχωρισμού τόν νόμο, η αγάπη νά συνθέτει καί νά ενώνει θέλει μόνο.

Άρα ο νόμος ο λεγόμενος τής φύσης, δρά παρανόμως, αντίθετα απ\' τής αγάπης τό άγιο θέλημα,
πού όλα τά θέλει αδελφωμένα, αχώριστα σφικτά δεμένα,
τόν άνθρωπο σέ κοινωνία μέ εντολή, προσηλωμένο στής αγάπης τήν σπουδή.

Η αγάπη πότε ακίνητη σάν φλόγα στό σκοτάδι, κι άλλοτε σάν  πυρκαιά παντού φωτιές ανάβει.
Κι η ουσία της άπειρη ροή, πού ανθρώπου νούς  δέν τήν μπορεί, εκτός μονάχα από τή ίδια κι άν φωτίστηκε.
Πώς θά σπουδάσει ο άνθρωπος τήν γνώση απ\' τήν οποία αποχωρίστηκε;

Άν μέ τό χέρι προσπαθεί νά τήν αγγίξει εξαφανίζεται...άν μέ τό μάτι προσπαθήσει νά τή δεί, ο ορίζοντας τήν  σβήνει...,  
νά τήν ακούσει άν θελήσει μέ τ\' αυτί,... σιωπή, ούτε κι η γεύση ή η όσφρηση δέν θά τά καταφέρουν,
κι έτσι οι ανθρώπινες αισθήσεις υποφέρουν.

Άρα δέν είναι οι αισθήσεις, μά ούτε καί η λογική, πού τήν αγάπη θά  σπουδάσουν.
Κάτι άλλο είναι αυτό πού ακίνητο θά μένει μές τήν αέναη κίνηση, πού απ\' τήν δύση θά ανατέλλει,
πού θά μπορεί τό τέλος πάντοτε νά φέρνει στήν αρχή, καί τήν αρχή στό τέλος νά σημαίνει.

Κάτι νά αποδέχεται πώς όλα όσα αρχίζουν, τέλος δέν έχουν.
Μά μένει μόνο μιά σπουδή πού λέγεται καί αγώνας: Αυτή πού τήν συνέχεια γιά πάντα διατηρεί,
κι αναζητά δρόμο πού ανηφορίζει, καί οδηγεί σ\' ένα βουνό, ένός κρανίου τόπο,
εκεί πού ξεριζώθηκε ο κάθε πειρασμός, κι ο θάνατος απέμεινε ορφανός.

Ένας ρυθμός σέ μιά ματιά πού ανασαίνει, χίλιους σκοπούς σέ ένα  ρυθμό πάντα σωπαίνει,
στήν ηχώ τών καρφιών καρφωμένες οι αισθήσεις..., καί ο νούς στό σκοτάδι ακίνητος, τό κερί ν\' αγναντεύει.
Στού σταυρού τ\' Άγιο σώμα ζωντανό νά \'σαι μέλος, καί ποτέ μά ποτέ νά μήν βλέπεις τό τέλος.

Φαίνεται τώρα σ\' αυτόν τόν αιώνα, πιό είναι τό σχέδιο τού απατεώνα.
Μακρυά απ\' τό Σώμα τού Σταυρού νά μας πάρει, καί μ\' αυτό πού ο καθένας στήν ζωή του εργάζεται,
μέ αυτό τήν απάτη κι αυτός, καί μέ τρόπο κρυφό επεξεργάζεται.

Πώς σού ανήκει η γνώση τού κόσμου εμφανίζει, μέ αισθήσεων αρώματα τήν φθορά καλωπίζει.
Τήν ζωή σου εξαντλεί μές τής νιότης τό χρόνο, κι όταν όλα τελειώσουν σέ αμοίβει μέ πόνο.
Καί έτσι μένεις γυμνός,  καί... προσπαθείς νά καλύψης, μ\' ένα φύλλο συκής τής ψυχής τίς ελλείψεις.

Καί κινείσαι σέ χώρο τώρα πού έμεινες μόνος· τών αισθήσεων απάτη καί προέκταση ο χρόνος,
από πάνω μας δήθεν περνά. Κι απάτη είναι ετούτη: «Θρυματίζει» σέ μέρη πολλά τήν ουσία καί συλλέκτες μάς κάνει τής γνώσης τού κόσμου.
Καί τό πλήθος συνέχεια καί εσαεί θρυματίζεται, κι έτσι γίνεται σκόνη, στόν αέρα σκορπίζεται.

Καί η πλάνη τής ύπαρξης πλήθους ουσίας, τήν αλήθεια πού είναι αγάπη, προσπαθεί ν\' αποκρύπτει,
καί μαζί τής μέ βία αποσπά καί τόν άνθρωπο, καί τόν σπρώχνει στόν βίο, στήν φθορά καί τόν θάνατο.
Αυτή η βία τού βίου, αποχωρισμός, είναι η πλάνη  τού αγνώστου, τών μαντείων χρησμός...

Καί δέν βλέπει ο άνθρωπος πώς κι ο χώρος καί ο χρόνος είν\' απόρθητα  κάστρα, Βασιλέως αιώνια, παραδείσου στολίδια, πού έχει κτίσει ο κτίστης πρός τίμην καί πρός δόξαν τ\' ανθρώπου.
Γιατί ο άνθρωπος βγήκε από εκεί καί νικήθηκε...Καί ο χώρος πρός  τόν χρόνον κινήθηκε καί η φύση τόν θάνατο ενδύθηκε.
Αυτό είναι τό δράμα καί η συμφορά. Απάτη ο αιώνας, μά... μετάνοια ο επόμενος, κι επαναφορά.

Η αγάπη όλα τά υπερβαίνει, αλήθεια καί τόν εαυτό της. Κι η μνήμη καί η λήθη χέρι γίνεται  δικό της..
Άν καί είναι αδιαίρετη η αγάπη, σέ κάθε τι χωράει καί μπαίνει, κι  έτσι τρέπει τήν τού πλήθους  ποσότητα, σέ συνόλου αχώριστη ποιότητα.
Άν κι είναι αθάνατη η αγάπη,... καί μέ τήν ζωή συνάδει, πέρασε καί στόν θάνατο, κατέβηκε στόν Άδη...Φωτιά μεσ\' τό σκοτάδι!
Άν καί αγέννητη προαιώνια η αγάπη, κάθε μιά στιγμή γεννιέται, καί στόν νού καί στίς αισθήσεις. Πρόσκληση στό ν\' αγαπήσεις!
Αν καί ακίνητη η αγάπη, τρέχει καί ορμά παντού, καί  κινεί...τόν κυκεώνα.
ΑΓΑΠΗ μήπως είσαι αυτό, πού κάνει τόν αιώνα στιγμή.... καί τήν στιγμή αιώνα;
Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. (Πραξ. δ\', 32-33)