Αποστολέας Θέμα: Αγ. Γρηγορίου Νύσσης/Περί Ψυχής καί Αναστάσεως  (Αναγνώστηκε 885 φορές)

Αποσυνδεδεμένος Iaspis

  • Moderator
  • Hero Member
  • ***
  • Μηνύματα: 1826
    • Προφίλ
Αγ. Γρηγορίου Νύσσης/Περί Ψυχής καί Αναστάσεως
« στις: 10 Ιανουαρίου, 2009, 07:28:24 μμ »
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ  ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ  ΝΥΣΣΗΣ


»Επειδή όμως η ζωή των αισθήσεων δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την ύλη, ούτε ο νους με άλλο τρόπο στο σώμα παρά εάν συνυπάρχουν και οι αισθήσεις, γι’ αυτούς τους λόγους περιγράφεται τελευταία η δημιουργία του ανθρώπου· διότι αυτός συμπεριλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της ζωής που παρατηρούνται και στα φυτά αλλά και στα άλογα όντα. Ο άνθρωπος έχει  τη θρεπτική και αυξητική δύναμη από τη ζωή των φυτών· διότι μπορεί να δούμε τις δυνάμεις αυτές και στα φυτά, που παίρνουν την τροφή από τις ρίζες και την αποβάλλουν με τους καρπούς και τα φύλλα. Την αισθητική δύναμη την έχει ο άνθρωπος  από τα ζώα. Η διανοητική όμως και η λογική δύναμη, που είναι μοναδικές ιδιότητες, παρατηρούνται μόνον σ’ αυτήν την ανθρώπινη φύση.
Αλλά η φύση έχει και την ελκυστική επιθυμία για τα απαραίτητα της υλικής ζωής· αυτήν στην περίπτωσή μας την ονομάζουμε όρεξη. Και αυτή όμως λέμε ότι ανήκει στη βαθμίδα της φυτικής ζωής. Διότι και στα φυτά μπορεί να δούμε ένα είδος ορμών που ενεργούν με τρόπο φυσικό, για να ικανοποιήσουν τον εαυτό τους και να οργιάζουν από βλάστηση. Έτσι, και όσα χαρακτηρίζουν την άλογη φύση αναμειγνύονται και με τη νοερή φύση της ψυχής.
Άλλα  έχουν θυμό, άλλα φόβο και άλλα όλες τις υπόλοιπες αντιθέσεις που ενεργούν μέσα μας, εκτός από τη λογική και διανοητική δύναμη· διότι μόνον αυτή, όπως είπαμε, είναι το εξαιρετικό γνώρισμα της ζωής μας και αποτελεί στον εαυτό μας μίμηση των ιδιοτήτων του Θεού.
Αλλά επειδή, σύμφωνα με το επιχείρημα που αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν μπορούσε με άλλο τρόπο η λογική δύναμη να συνδεθεί με τη ζωή του σώματος, παρά μόνον μέσω των αισθήσεων· γι’ αυτό οι αισθήσεις προϋπήρχαν στη φύση των ζώων. Έτσι, υποχρεωτικά μέσω του ενός εκπληρώνεται η κοινωνία της ψυχής μας και με όλα όσα έχουν συνδεθεί μ’ αυτό.
Κι αυτά που συνδέονται μέσω του ενός με την ψυχή  είναι τα λεγόμενα πάθη μας, τα οποία πάντως δεν συνάφθηκαν με την ανθρώπινη ζωή για κάποιο κακό σκοπό. Διότι πράγματι τότε, εάν τα σφάλματα υποχρεωτικά ήταν από κει συνδεδεμένα με τη φύση, αίτιος των κακών θα ήταν ο Δημιουργός. Αντίθετα όμως, αυτές οι κινήσεις της ψυχής γίνονται όργανα της αρετής ή της κακίας ανάλογα με τη χρήση της προαιρέσεως ελευθερία βουλήσεως.
Όπως ακριβώς, όταν το σίδερο διαμορφώνεται σύμφωνα με τη γνώμη του τεχνίτη, παίρνει το σχήμα που συνέλαβε η φαντασία του τεχνίτη και γίνεται ή ξίφος ή κάποιο γεωργικό εργαλείο. Έτσι ακριβώς συμβαίνει, εάν η λογική, η οποία αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα της φύσεώς μας, ηγεμονεύει σε όσα εισχωρούν μέσα μας απέξω· αποφθεγματικά μάλιστα το δηλώνει ο λόγος της Αγίας Γραφής, όταν μας δίνει την εντολή να κυριαρχούμε σε όλα τα άλογα. Τότε καμία απ’ αυτές τις κινήσεις δεν θα ενεργούσε μέσα μας, για να υπηρετεί την κακία· ο φόβος θα γεννούσε υπακοή, ο θυμός ανδρεία, η δειλία ασφάλεια και η ορμή της επιθυμίας θα μας προξενούσε τη θεϊκή και αγία ηδονή.
Εάν όμως η λογική χάσει τα χαλινάρια, γίνεται σαν τον αρματηλάτη που μπλέκεται κάτω από το άρμα· και τον σέρνει αυτό οπουδήποτε τον οδηγεί το ακυβέρνητο τρέξιμο των υποζυγίων. Τότε οι ορμές καταντούν πάθη, όπως ακριβώς μπορούμε να δούμε ότι συμβαίνει στα άλογα ζώα.
Διότι, επειδή η λογική δεν διευθύνει την κίνηση που υπάρχει από τη φύση σ’ αυτά, τα πιο θυμώδη από τα ζώα αλληλοσκοτώνονται καθοδηγούμενα από το θυμό· τα παχύσαρκα πάλι και τα πιο δυνατά ζώα, δεν ωφελούνται καθόλου από τη δύναμή τους, διότι λόγω ελλείψεως λογικότητας γίνονται υπόδουλα σ’ όποιον έχει λογική· και η ενέργεια της επιθυμίας και της ηδονής δεν στρέφεται σε κανένα από τα σπουδαία· ούτε καμμία άλλη ενέργειά τους αποβαίνει με τη χρήση της λογικής σε κάποια ωφέλεια.
Ετσι και σε μας, εάν οι κινήσεις αυτές δεν οδηγούνται από τη λογική εκεί που πρέπει, αλλά αντίθετα τα πάθη καταδυναστεύουν το νου, τότε ο άνθρωπος από τη λογικότητα και την ομοιότητα προς το Θεό μεταβαίνει προς την αλογία και την ανοησία, και με την ορμή τέτοιων παθών αποκτηνώνεται».


»Και ποιός θα είχε αντίρρηση ότι η αλήθεια υπάρχει μόνον εκεί όπου τίθεται η σφραγίδα της μαρτυρίας της Αγίας Γραφής; Εάν, λοιπόν, χρειάζεται ν’ αναφερθεί και κάτι από τη διδασκαλία του Ευαγγελίου για επιβεβαίωση αυτής της πίστεως, δεν θα ήταν ανεπίκαιρη η η διδασκαλία για την παραβολή των ζιζανίων.
Ο οικοδεσπότης έσπειρε εκεί τον καλό σπόρο· εμείς πάντως αποτελούμε τους ένοικους του σπιτιού. Ο εχθρός παραφύλαξε και, όταν οι ένοικοι κοιμόταν, έσπειρε μέσα στον καλό και τον άχρηστο σπόρο· έριξε τα ζιζάνια μέσα στο στάρι. Και όλα τα σπέρματα, καλά και κακά, βλάστησαν μαζί. Διότι, δεν ήταν δυνατό ο σπόρος, που σπάρθηκε μαζί με το στάρι, να μη βλαστήσει μαζί μ’ εκείνο. Ο επιστάτης μάλιστα της καλλιέργειας εμποδίζει τους εργάτες να ξεχορταριάσουν τα άχρηστα, διότι στη ρίζα είχαν φυτρώσει και τα χρήσιμα· και μαζί με το άχρηστο θα ξερρίζωνε και το φαγώσιμο στάρι.
Νομίζουμε ότι η παραβολή υπονοεί με τον καλό σπόρο εκείνες τις ορμές της ψυχής που η καθεμιά, εάν καλλιεργούνταν μόνο προς το καλό, σίγουρα θα απόδιδε σε μας τον καρπό της αρετής. Επειδή όμως σπάρθηκε ανάμεσα σ’ αυτά και η σύγχυση για τη διάκριση του καλού, αυτό το όντως καλό από την ίδια του τη φύση επισκιάστηκε από το απατηλό βλαστάρι που φύτρωσε παράλληλα. Διότι η επιθυμία δεν φύτρωσε και αυξήθηκε χάρη στον από τη φύση του καλό σπόρο, εξαιτίας του οποίου βλάστησε μέσα μας, αλλά μετάτρεψε το βλαστό προς τη κτηνωδία και την ανικανότητα να διακρίνει το καλό, αφού η επιθυμία οδηγούσε την ορμή της ψυχής  σε κάτι τέτοιο.
Παρόμοια και ο σπόρος του θυμού δεν οδήγησε στην ανδρεία, αλλά εξόπλισε τους ανθρώπους για πόλεμο εναντίον των ομοφύλων τους. Και η δύναμη της αγάπης απομακρύνθηκε από τα νοητά, διότι επιδόθηκε με υπέρμετρη μανία στην απόλαυση των αισθητών. Και οι υπόλοιποι σπόροι, με τον ίδιο τρόπο, έβγαλαν τους χειρότερους βλαστούς αντί τους καλύτερους.
Εξαιτίας αυτού ο σοφός γεωργός αφήνει τα ζιζάνια που φύτρωσαν μαζί με το φυτό να παραμένουν, από φόβο μήπως ξεριζωθεί μαζί με τους άχρηστους βλαστούς εξ ολοκλήρου η επιθυμία, και στερηθούμε εμείς και τα καλύτερα. Διότι, αν πάθει η φύση μας κάτι τέτοιο, τί θα υπάρχει που θα μας οδηγεί στη σχέση με τα επουράνια; Ή, εάν αφαιρέσουμε την αγάπη, με ποιό τρόπο θα ενωθούμε με το Θεό; Εάν πάλι ξεθύμαινε τελείως ο θυμός, ποιό όπλο θα έχουμε ενάντιο σ’ αυτόν  (διάβολο) που μας πολεμά;
Αφήνει, λοιπόν, μέσα μας τα άχρηστα σπέρματα ο γεωργός, όχι για να κυριαρχήσουν για πάντα στον καλό σπόρο· αλλά, για να μπορέσει η γη –έτσι μεταφορικά ονομάζει την καρδιά μας–, με τη φυσική δύναμη που διαθέτει –κι αυτή (για την καρδιά μας) είναι το λογικό–, άλλα από τα βλαστήματα να ξεράνει και άλλα να τα βοηθήσει να μεγαλώσουν και καρπίσουν. Κι αν δεν γίνει αυτό, με τη φωτιά ξεχωρίζει τα γεωργικά προϊόντα.
Επομένως, εάν κανείς χρησιμοποιήσει αυτές  τις δυνάμεις  όπως πρέπει: εάν δηλαδή αυτός κυριαρχεί σ’ εκείνες κι όχι εκείνες σ’ αυτόν· και αν τις χρησιμοποιεί σαν συνεργούς, όπως ο βασιλιάς την εργασία των υπηκόων του, εύκολα θα πετύχει εκείνο που επιδιώκει η αρετή.
Εάν όμως υποδουλωθεί σ’ αυτές, όπως οι δούλοι επαναστάτησαν εναντίον του κυρίου τους, και αιχμαλωτισθεί υποκύπτοντας υποτιμητικά στις επιθυμίες των δούλων και γίνει υποχείριο εκείνων που είναι από τη φύση στις διαταγές του, τότε αναγκαστικά θα ξεπέσει προς τα εκεί που θα τον εκβιάζει η εντολή αυτών που θα τον υποτάξουν.
Εάν αυτή είναι κατάσταση αυτών, δεν θεωρούμε καθ’ εαυτές μήτε αρετή μήτε κακία αυτές τις δυνάμεις της ψυχής που βρίσκονται κάτω από την εξουσία όσων τις χρησιμοποιούν για να ενεργούν ή καλά ή άσχημα. Όταν η κίνησή τους χρησιμοποιείται για το καλύτερο, γίνεται αντικείμενο επαίνων· όπως συνέβη με την επιθυμία στο Δανιήλ, με το θυμό στο Φινεές και με τη λύπη σ’ εκείνον που πενθεί κατά Θεόν. Εάν όμως η ορμή χρησιμοποιείται προς το χειρότερο, τότε οι κινήσεις αυτές γίνονται και λέγονται πάθη».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ :
ΠΕΡΙ  ΨΥΧΗΣ  ΚΑΙ  ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ  Ο  ΛΟΓΟΣ Ο  ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ  ΤΑ  ΜΑΚΡΙΝΙΑ


Πηγή: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/Pateres/PeriPsyhis&anastaseos.htm
Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. (Πραξ. δ\', 32-33)