Αποστολέας Θέμα: Νά μήν λυπήσω τόν πλησίον!  (Αναγνώστηκε 880 φορές)

Αποσυνδεδεμένος Iaspis

  • Moderator
  • Hero Member
  • ***
  • Μηνύματα: 1826
    • Προφίλ
Νά μήν λυπήσω τόν πλησίον!
« στις: 20 Δεκεμβρίου, 2008, 04:58:33 μμ »
Τού Αγίου Διαδόχου

Όταν, από παραφοράν, υβρίσωμεν ένα άνθρωπον καί τόν καταστήσωμεν εχθρόν μας, τότε η ενέργεια τής ψυχής μας, πού προέρχεται από τήν αγίαν γνώσιν τών υψηλών εννοιών, μάς κάνει νά λυπούμεθα πάρα πολύ. δι\' αυτό καί ουδέποτε η ενέργεια αυτή υποχωρεί, αλλά διαρκώς κεντά μέ ελέγχους τήν συνείδησίν μας. Τότε δέ μόνον σταματά, αφού κατορθώσωμεν νά επαναφέρωμεν αυτόν πού υβρίσαμεν είς τήν ψυχικήν διάθεσιν εκείνην, πού ησθάνετο πρίν νά συμβή τό επεισόδιον. Διά νά επιτύχωμεν όμως αυτό απαιτούνται πολλαί προσπάθειαι καί πολλαί απολογίαι πρός τόν λυπηθέντα αδελφόν.
Καί ούτω πως μέν εκδηλούται η ενέργεια τής ψυχής μας οσάκις ημείς πταίομεν. η ευγενεστάτη όμως καί τελειοτάτη διέγερσις τής ψυχικής αυτής ενεργείας επισυμβαίνει, οσάκις ένας συνάνθρωπός μας οργισθή εναντίον μας χωρίς λόγον. είς τήν περίπτωσιν αυτήν μάς κάμνει νά ανησυχώμεν καί νά φροντίζωμεν  μέ κάθε τρόπον νά επαναφέρωμεν τήν αγάπην μεταξύ ημών καί τού αδίκως οργισθέντος καθ\' ημών, επειδή, έστω καί παρά τήν θελησίν μας, κατέστημεν εμπόδιον είς κάποιον πού σκέπτεται καί ομιλεί κατά τό φρόνημα τών ανθρώπων τού κόσμου τούτου.
Εξ αιτίας τής ψυχικής αυτής καταστάσεως καί ο νούς αδρανεί, μή δυνάμενος νά υψωθή είς τό επίπεδον τής υψηλής καί θείας θεωρίας.
Τούτο δέ συμβαίνει, διότι τό περιεχόμενον τής υψηλής καί αγίας γνώσεως, τής υπεράνω πάσης ανθρωπίνης καταλήψεως ενεργούσης, είναι όλον αγάπη. δέν επιτρέπει λοιπόν η γνώσις αύτη νά διαπλατυνθή είς υπερφυσικόν βαθμόν η ανθρωπίνη διάνοια, προκειμένου διά τής ενοράσεως νά συλλάβη τάς θείας εκείνας μυστικάς θεωρίας, εάν προηγουμένως δέν δυνηθώμεν νά κερδίσωμεν διά τής αγάπης καί αυτόν ακόμη πού οργίζεται εναντίον μας χωρίς αιτίαν καί αφορμήν.
Εάν δέ εκείνος, πού έχει οργισθή αδίκως εναντίον μας, δέν δεχθή τήν προσφοράν τής αγάπης μας καί δέν θελήση νά συνδιαλλαγώμεν, ή έχη φύγει από κοντά μας, επιβάλλεται είς ημάς νά σχηματίσωμεν είς τήν σκέψιν μας τήν μορφήν του, κατά τρόπον τόσον ζωηρόν, ώς νά τόν βλέπωμεν εμπροσθέν μας. μέσα δέ είς τά βάθη τής καρδίας μας, καί ώς  νά είμεθα ενώπιοι ενωπίω μέ τόν οργισθέντα αδίκως, αλλ\' απόντα αδελφόν, νά πραγματοποιήσωμεν τόν νόμον τής αγάπης. Διότι πρέπει, καθώς διδάσκουν οί Πατέρες, αυτοί πού θέλουν νά γνωρίσουν τόν Θεόν μέ τόν υψηλόν καί μυστικόν τρόπον τής ενοράσεως, νά έχουν τήν δύναμιν νά βλέπουν είς τήν διάνοιάν των αυτούς πού τούς επίκραναν αναιτίως, χωρίς τό πικρόν παράπονον, πού συνήθως γεννάται είς τήν ψυχήν από τήν συναίσθησιν τής καθ\' ημών αδικίας.
Όταν δέ πραγματοποιηθεί αυτό καί φθάσωμεν είς τό ύψος τής κατά Χριστόν απαθείας, τότε καί ο νούς μας, καθαρός πλέον από πταίσματα, θά κινηθή ελευθέρως όχι μόνον διά νά κατανοήση τά υψηλά περί Θεού δόγματα καί νά αναδειχθή πράγματι Θεολόγος, αλλά καί μέ ανεμπόδιστον θάρρος θά αναχθή είς τήν αγάπην τού Θεού, ανερχόμενος τοιουτοτρόπως έκ τής χαμηλοτέρας βαθμίδος, πού είναι η πρός τόν πλησίον αγάπη, είς υψηλοτέραν πού είναι η πρός τόν Θεόν τοιαύτη.
Εάν δέ, όπως λέγει ο Απόστολος Ιωάννης, εκείνος πού αγαπά τόν αδελφόν του καί τόν Θεόν αγαπά, αντιστρόφως δέ, αυτός πού δέν αγαπά τόν αδελφόν του, ούτε τόν Θεόν αγαπά, έπεται, κατά λογικήν ακολουθίαν, ότι καί όστις προξενεί λύπην είς τόν αδελφόν του, Αυτόν Τούτον τόν Θεόν λυπεί. Ο ίδιος δέ ο Κύριος λέγει, κατά τήν αφήγησιν περί τής μελλούσης κρίσεως, ότι «εφ όσον εποιήσετε ενί τούτων τών αδελφών μου τών ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. κε\', 40) καί ότι εκείνος πού εξυπηρετεί τόν αδελφόν του, τόν Θεόν εξυπηρετεί.
Εφ\' όσον λοιπόν, αγαπητοί μου, γνωρίζομεν ότι τότε μόνον λατρεύομεν γνησίως τόν Θεόν, όταν δέν προκαλούμεν λύπην είς τόν πλησίον μας, άς αποφεύγωμεν νά παρέχωμεν είς αυτόν προφάσεις ή αφορμάς νά λυπήται εναντίον μας, ευλόγως ή χωρίς λόγον, διά νά καθίσταται τοιουτοτρόπως ευπρόσδεκτος η προσευχή μας από τόν Θεόν καί νά μή απορρίπτεται, όπως είς τόν καιρόν τής Παλαιάς Διαθήκης τό ακατάληλλον διά τήν θυσίαν πρόβατον.
Διότι, όταν, μεταξύ δύο ανθρώπων, ο είς ευλογεί καί ο άλλος καταράται, τότε ποίον εκ τών δύο θά ακούση ο Δεσπότης; Καί πάλιν, όπως λέγεται, εάν ο ένας κτίζη καί ο άλλος κρημνίζη, ποιά ωφέλεια θά επέλθη; Ασφαλώς ουδεμία, εκτός ασκόπων καί ματαίων κόπων!



(ΥΓ: Τά έντονα γράμματα, συνιστούν επίσης κείμενον επί τού κειμένου.)
Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. (Πραξ. δ\', 32-33)