Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Θέματα - Iaspis

Σελίδες: 1 ... 4 5 [6]
126
Πνευματικά θέματα & Κείμενα / Αγάπη καί φόβος
« στις: 26 Δεκεμβρίου, 2008, 11:29:51 μμ »
Παράθεση
Τού Αγίου Διαδόχου
«Κανείς δέν δύναται νά αγαπήση τόν Θεόν καί νά θερμανθή η καρδία του από τήν συναίσθησιν τής αγάπης αυτής, εάν προηγουμένως δέν αισθανθή φόβον Θεού είς τήν καρδίαν του. Διότι η ενέργεια τού φόβου τού Θεού εξαγνίζει καί μαλακώνει τήν ψυχήν, ώστε αύτη νά φθάση είς τήν κατάστασιν τής ενεργού καί ζώσης πρός τόν Θεόν αγάπης. Είς αυτόν όμως, τόν διεγείροντα αγάπην καί κατάνυξιν φόβον, δέν δύναται νά φθάση κανείς ουδέποτε, εφ\' όσον προηγουμένως δέν απομακρυνθή από όλας τάς βιοτικάς μερίμνας.
Διότι όταν ο νούς ησυχάση απολύτως από τόν θόρυβον τών μεριμνών καί δέν ταράσσεται από αυτάς, τότε μόνον αισθάνεται τήν θείαν καί ευεργετικήν ενόχλησιν τού φόβου τού Θεού. καί τότε ο ευεργετικός αυτός φόβος, διά τής ισχυράς συναισθήσεως τής παρουσίας τού Θεού, καθαρίζει τόν άνθρωπον από τόν υλικόν όγκον καί  τήν γεώδη παχυλότητα, ίνα οδηγήση αυτόν είς τήν άμετρον αγάπην τής καλωσύνης τού Θεού. Ώστε λοιπόν έκ τούτου διδασκόμεθα, ότι ο μέν φόβος τού Θεού παρατηρείται είς ψυχάς ανθρώπων, οί οποίοι ευρίσκονται είς τό στάδιον τής καθάρσεως καί συναισθάνονται μίαν μετρίαν αγάπην πρός τόν Θεόν. η δέ απόλυτος καί έξω παντός μέτρου αγάπη πρός τόν Θεόν συναντάται πλέον είς ανθρώπους, οί οποίοι εκαθαρίσθησαν ψυχικώς από πάσαν γηΐνην αδυναμίαν καί, ώς έκ τούτου, έπαυσαν νά κατευθύνωνται είς τήν πνευματικήν των ζωήν από τόν πρός τόν Θεόν φόβον. Διότι, όπως είναι γνωστόν, η ωλοκληρωμένη καί απόλυτος πρός τόν Θεόν αγάπη απομακρύνει από τήν ψυχήν τόν φόβον»

«φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ᾿ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Ιωάν. δ\' 18)

«Καί αί δύο όμως αυταί καταστάσεις, ο φόβος δηλαδή τού Θεού καί η απόλυτος πρός Αυτόν αγάπη, απαντώνται μόνον είς ψυχάς δικαίων, οί οποίοι, μέ τήν επενέργειαν τού Αγίου Πνεύματος, πραγματοποιούν είς τήν ζωήν των τάς αρετάς. Αυτήν τήν αλήθειαν υποσημαίνει είς ένα σημείον καί η Αγία Γραφή, όταν λέγη: «Φοβήθητε τὸν Κύριον πάντες οἱ ἅγιοι Αὐτοῦ» (ψαλμ. λγ\' 10) καί «Αγαπήσατε τὸν Κύριον πάντες οἱ ὅσιοι αὐτοῦ». Από τά δύο αυτά ρητά πληροφορούμεθα λεπτομερώς, ότι ο φόβος τού Θεού, συνοδευόμενος από μετρίαν αγάπην, υπάρχει, όπως ελέχθη, είς τάς ψυχάς τών δικαίων τών καθαριζομένων από τάς μερίμνας καί τήν  πολυπραγμοσύνην. ενώ η ωλοκληρωμένη καί απόλυτος αγάπη πληροί τάς ψυχάς τών καθαρισθέντων δικαίων, είς τάς οποίας δέν συναντάται ούτε η παραμικροτέρα σκέψις φόβου, παρά μόνον συνεχής πυράκτωσις τού πόθου πρός τόν Θεόν, μέ τήν ενέργειαν τού Αγίου Πνεύματος, συμφώνως πρός τό θείον λόγιον . «Εκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου.» (Ψαλμ. ξβ\' 9)
Συμβαίνει μέ τήν ψυχήν, αυτό ακριβώς πού παρατηρείται καί είς τά σώματα. όπως δηλαδή τά τραύματα τού σώματος, εφ\' όσον είναι χωρίς φαρμακευτικήν φροντίδα καί παραμένουν σκληρά, δέν αισθάνονται τήν ενέργειαν τού φαρμάκου, πού τοποθετεί επάνω ο ιατρός. όταν όμως πλυθούν καί καθαρισθούν, τότε αισθάνονται τήν επενέργειαν τής ιατρείας καί ούτω προχωρούν πρός ταχείαν θεραπείαν. Τοιουτοτρόπως καί η ψυχή. εφόσον παραμένει χωρίς πνευματικήν φροντίδα καί είναι σκεπασμένη εξ ολοκλήρου από τήν λέπραν τής φιληδονίας, δέν είναι ποτέ δυνατόν νά αισθανθή φόβον Θεού, έστω καί εάν κάποιος συνεχώς τής υπενθυμίζει πόσον φοβερά είναι η δικαία οργή τού Θεού, ώς καί τήν παντοδυναμίαν Αυτού.
Από τήν στιγμήν όμως πού η ψυχή, μέ μεγάλην προσοχήν, θά αρχίση νά καθαρίζεται από τάς ηδονάς καί τά πάθη, τότε, μέσα είς τήν φλόγα τής απαθείας, πού ήναψεν, αισθάνεται πλέον, ώς ένα φαρμακόν ζωής, τόν φόβον τού Θεού νά τήν κατακαίει διά τών ελέγχων τής συνειδήσεως. Καθόσον λοιπόν προχωρεί ο καθαρισμός τής ψυχής, από τάς αμαρτίας, σκέψεις, λογισμούς καί φθάνει είς τόν τέλειον καί ωλοκληρωμένον καθαρισμόν, ώστε τίποτε τό γήïνον καί υλικόν νά μή υπάρχει, επί τοσούτον ο φόβος τού Θεού δίδει τήν θέσιν του είς τήν αγάπην πρός τόν Θεόν. Τοιουτοτρόπως καταντά ο άνθρωπος είς τήν τελείαν αγάπην, είς τήν οποίαν δέν υπάρχει καθόλου φόβος, αλλ\' εξασφαλίζει μίαν απαλλαγήν από όλα τά πάθη. η απάθεια δέ αυτή δίδει αφορμήν νά δοξάζεται ο Θεός.
Άς θεωρώμεν λοιπόν ημείς ώς καύχημα συνεχές, ανώτερον από όλα τά καυχήματα, πρώτον μέν τόν φόβον τού Θεού, δεύτερον δέ τήν αγάπην, η οποία είναι τό πλήρωμα τού Νόμου τής κατά Χριστόν αγίας τελειότητος.»
Παράθεση
Τού Αγίου Μαξίμου
Εκείνος ο οποίος πιστεύει πραγματικά είς τόν Κύριον, φοβείται τήν κόλασιν. αυτός δέ πού φοβείται τήν κόλασιν εγκρατεύεται καί δέν περιπίπτει είς τά πάθη. Αυτός πάλιν πού εγκρατεύεται από τά πάθη, υπομένει τάς θλίψεις. υπομένων δέ τάς θλίψεις στηρίζει τήν ελπίδα του είς τόν Θεόν. Η ελπίς πρός τόν Θεόν αποσπά τόν άνθρωπον από κάθε εναγώνιον μέριμναν καί φιλόκοσμον προσπάθειαν. Εφ όσον δέ απαλλαγή ο νούς από τήν μέριμναν καί φροντίδα τού κόσμου τούτου, τότε πλέον θά αποκτήσει τήν αγάπην πρός τόν Θεόν.»
» Ο φόβος τής αιωνίου κολάσεως κάμνει αυτούς, πού τόν δοκιμάζουν, νά αποφεύγουν τήν κακίαν. ο πόθος όμως τής ανταποδόσεως τών αγαθών είς αυτούς, πού προοδεύουν πνευματικώς, χαρίζει προθυμίαν διά τήν πραγματοποίησιν τών αρετών»
Παράθεση
Τού Αββά Ισαάκ
«Είς τήν αγάπην μάς οδηγεί ο φόβος (τού Θεού), καί διά μέσου τών έργων  τής κατά Χριστόν μωρίας εισερχόμεθα είς τόν πνευματικόν παράδεισον καί πλησιάζομεν τό ξύλον τής ζωής, πού είναι η αγάπη.»
»Από τόν άνθρωπον, πού κατελήφθει καί ησθάνθη τήν συντριπτικήν αυτήν αγάπην πρός τόν Θεόν, αναχωρεί πλέον ο φόβος καί η εντροπή, διότι εφ\' όσον αγαπά τόν Θεόν ο άνθρωπος ούτε τόν φοβείται, ούτε συστέλλεται πρό Αυτού.»
»Όταν δέ πλέον αγκυροβολήσωμεν είς τόν ασφαλή αυτόν λιμένα τής αγάπης, πού δέν τόν συνταράσσουν κύματα καί θύελλαι, τότε αναχωρούν εκείνοι πού μάς μετέφεραν. διότι όπως λέγει ο Κύριος. «Η αγάπη έξω βάλλει τόν φόβον», οπόταν ημείς πλέον, απολαμβάνομεν είς τόν λιμένα αυτόν τάς πνευματικάς  αυτού ωραιότητας καί Χάριτας, αλλά καί δέν χορταίνομεν από τήν γλυκύτητα τού Θεού, εν τώ οποίω πάντοτε διά τής αγάπης ευρισκόμεθα»
Ο δρόμος πού χαράζει η Χάρις τού Αγίου Πνεύματος γιά τήν σωτηρία τών ψυχών μας, βαδίζεται μέ όχημα τόν φόβον τού Θεού. Ο φόβος, πού είναι ο πιστότερος σύντροφος τού ανθρώπου, η βάρκα πού σαλπάρει από τήν Πίστη, καί μέσω τού πελάγου τής Ελπίδας, φθάνει στό στέρεο λιμάνι τής Αγάπης.


«Όσο ποσόν αγάπης λείπει, τόσο ποσόν φόβου υπάρχει» (Αγ. Ιωάννης, Κλίμαξ)

127
Μακρυά μου νά πηγαίνει


Ξύπνησα σ\' όνειρο, καί κάτι μέ βαραίνει
νύχτα σιγή, οί Αγγέλοι έχουν χαθεί.
Πρίν όλα έρχονταν, τώρα κάτι πηγαίνει
τό φώς νά βρεί, ώς τήν ανατολή.

Βοερή ερημιά, παράθυρο η σελήνη
ο ήλιος κρυφά τήν πλάτη του γυρίζει
κρύο, παγωνιά , φόβος, θανάτου μνήμη
τί είναι αυτό πού τήν παραίσθησή μου ορίζει;

Μά, νά τό αστέρι τής ελπίδας πού φωτίζει
μές τήν καρδιά τό φώς του αποτυπώνει
μακρύς ο δρόμος, κι η ζωή πού ζημερώνει
από αθανασίας μνήμα αρχίζει



                                                                              Καί τ\' όνειρο πού αναίτια
                                                                              τίς νύχτες μου βαραίνει
                                                                              στόν ύπνο τ\' άφησα ορφανό
                                                                              μακρυά μου νά πηγαίνει...
                                                                              στόν ύπνο τ\' άφησα ορφανό
                                                                              μακρυά μου νά πηγαίνει!

128
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως

 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 87.
Για τη γενεαλογία του Κυρίου
και για την αγία Θεοτόκο.

 
Για την αγία και υπερύμνητη αειπάρθενο Θεοτόκο Μαρία
στα προηγούμενα (κεφάλαια) εκθέσαμε με λεπτομέρειες και παρουσιάσαμε
το σπουδαιότερο, ότι είναι και ονομάζεται κατεξοχήν και αληθινά
Θεοτόκος· τώρα όμως θα συμπληρώσουμε τα υπόλοιπα.
Αυτή δηλαδή ήταν προορισμένη από την προαιώνια και προγνωστική
βούληση του Θεού και με διάφορες προεικονίσεις και λόγια των προφητών
προεικονίστηκε και προαναγγέλθηκε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος·
και όταν ήλθε ο καθορισμένος καιρός, γεννήθηκε από τη γενιά του Δαβίδ
σύμφωνα με τις υποσχέσεις που είχαν δοθεί σ’ αυτόν. Διότι λέει, «ο Κύριος
υποσχέθηκε στ’ αλήθεια στο Δαβίδ και δε θα αθετήσει την υπόσχεση· (είπε)
από τον καρπό των απογόνων σου θα βάλω στο θρόνο σου». Και αλλού λέει:
«μία φορά υποσχέθηκα στον εκλεκτό μου, δεν θα πω ψέματα στο Δαβίδ.
Οι απόγονοί του θα διατηρηθούν στους αιώνες· ο θρόνος του θα λάμπει
σαν τον ήλιο μπροστά μου, σαν τη σελήνη θα είναι στέρεος στους αιώνες
και στον ουρανό θα υπάρχει αξιόπιστος μάρτυρας». Και ο Ησαΐας λέει:
«Θα προέλθει ραβδί από τον Ιεσσαί και θα βγει ανθός από τη ρίζα του».

Ο Ματθαίος και ο Λουκάς, οι αξιόπιστοι ευαγγελιστές είπαν κατηγορηματικά
ότι ο Ιωσήφ κατάγεται σίγουρα από τη φυλή του Δαβίδ. Αλλά,
ενώ ο Ματθαίος αναφέρει ότι κατάγεται από το Δαβίδ μέσω του Σολομώντος,
ο Λουκάς λέει από το Νάθαν. Τή γέννηση όμως της αγίας Παρθένου
και οι δύο την αποσιώπησαν.

Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουμε ότι δεν συνήθιζαν οι Εβραίοι ούτε η Αγία
Γραφή να γενεαλογούν γυναίκες. Υπήρχε νόμος να μη μνηστεύεται η μία
φυλή από την άλλη. Ο Ιωσήφ πάλι, εφόσον καταγόταν από τη φυλή
του Δαβίδ, όντας δίκαιος (διότι αυτό βεβαιώνει γι’ αυτόν το ιερό Ευαγγέλιο),
δεν θα μνηστευόταν παράνομα την αγία Παρθένο,
παρά μόνον αν καταγόταν από την ίδια βασιλική γενιά. Γι’ αυτό του ήταν
αρκετό να δείξει την καταγωγή του Δαβίδ.

Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε και το εξής, ότι υπήρχε νόμος, όταν πέθαινε
ένας άτεκνος άνδρας, ο αδελφός του να νυμφεύεται τη γυναίκα
του πεθαμένου και να τεκνοποιεί για τον αδελφό του. Το παιδί που γεννιόταν
ανήκε, σύμφωνα με τη φύση, στο δεύτερο (άνδρα), δηλαδή σ’ αυτόν
που το γέννησε, ενώ, σύμφωνα με το νόμο, ανήκε σ’ αυτόν που είχε πεθάνει.

Από τη γενιά, λοιπόν, του Νάθαν, του υιού του Δαβίδ, ο Λευΐ γέννησε
το Μελχί και τον Πάνθηρα· ο Πάνθηρας γέννησε αυτόν που ονομάσθηκε
Βαρπάνθηρας. Αυτός ο Βαρπάνθηρας γέννησε τον Ιωακείμ·
και ο Ιωακείμ γέννησε την αγία Θεοτόκο. Από τη γενιά πάλι του Σολομώντα,
του γιου του Δαβίδ, ο Ματθάν πήρε γυναίκα, από την οποία γέννησε
τον Ιακώβ. Όταν πέθανε ο Ματθάν, ο Μελχί από τη φυλή του Νάθαν,
γιός του Λευΐ, αδελφός του Πάνθηρα, νυμφεύθηκε τη γυναίκα
του Ματθάν, τη μητέρα του Ιακώβ, και απ’ αυτήν απόκτησε τον Ηλεί.
Ήταν, λοιπόν δύο αδελφοί από την ίδια μητέρα, ο Ιακώβ και ο Ηλεί· ο Ιακώβ
ήταν από τη φυλή του Σολομώντα, ενώ ο Ηλεί από τη φυλή του Νάθαν.
Πέθανε και ο Ηλεί, από τη φυλή του Νάθαν, άτεκνος· και πήρε ο Ιακώβ,
ο αδελφός του από τη φυλή του Σολομώντα, τη γυναίκα του (του Ηλεί)
και τεκνοποίησε για λογαριασμό του αδελφού του και γέννησε τον Ιωσήφ.
Ο Ιωσήφ, δηλαδή, σύμφωνα με τη φύση είναι γιος του Ιακώβ από τη γενιά
του Σολομώντα, ενώ σύμφωνα με το νόμο είναι γιος του Ηλεί από τη γενιά
του Νάθαν.

Ο Ιωακείμ λοιπόν πήρε για γυναίκα του τη σεμνή και αξιέπαινη Άννα.
Και όπως ακριβώς η παλαιά Άννα, όντας στείρα, γέννησε το Σαμουήλ
με προσευχή και υπόσχεση, έτσι και αυτή με προσευχή και υπόσχεση
αποκτά τη Θεοτόκο με τη χάρη του Θεού, για να μη υπολείπεται και σ’ αυτό
από καμιά ένδοξη προσωπικότητα. Γεννά, λοιπόν, η χάρη
(διότι αυτό σημαίνει το όνομα Άννα) την Κυρία (και αυτό σημαίνει
το όνομα της Μαρίας· διότι πράγματι έγινε αληθινή Κυρία,
καθώς έγινε μητέρα του Δημιουργού όλων των δημιουργημάτων).

Γεννιέται μάλιστα στο σπίτι του Ιωακείμ δίπλα στην Προβατική (κολυμβήθρα)
και οδηγείται στο Ιερό (του Ναού του Σολομώντα). Έπειτα, με το να φυτευθεί
στον οίκο του Θεού και να ευδοκιμήσει με το Πνεύμα, σαν πολυφορτωμένη
ελιά, έγινε το σκεύος κάθε αρετής· απομάκρυνε το νου της από κάθε βιωτική
και σαρκική επιθυμία, και έτσι διατήρησε την ψυχή της μαζί με το σώμα
παρθένο, όπως έπρεπε, καθώς επρόκειτο στο μέλλον να εγκολπωθεί το Θεό·
διότι, αυτός που είναι άγιος επαναπαύεται στους αγίους. Έτσι, λοιπόν,
αποκτά αγιοσύνη και αναδεικνύεται ναός άγιος και θαυμαστός
του ύψιστου Θεού.

Ο εχθρός όμως της σωτηρίας μας παραμόνευε τις παρθένες κοπέλες
εξαιτίας της προφητείας του Ησαΐα, που είπε «να, η παρθένος κόρη
θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο που θα τον ονομάσουν
Εμμανουήλ και που σημαίνει ο Θεός είναι μαζί μας»·
αλλά (ο Θεός) «που παγιδεύει τους σοφούς μέσα στην πανουργία τους»,
για να τον ξεγελάσει που καμάρωνε για τη σοφία του, (επιτρέπει) οι ιερείς
να δώσουν την κοπέλα στον Ιωσήφ ως μνηστή του· το άγραφο βιβλίο δίνεται
σ’ αυτόν που γνώριζε γράμματα. Η μνηστεία, λοιπόν, ήταν η ασφάλεια
της Παρθένου και το ξεγέλασμα αυτού που παραμόνευε τις παρθένες.

«Και όταν ήλθε ο προορισμένος χρόνος», ο άγγελος Κυρίου στάλθηκε
προς αυτήν και της έφερε το ευχάριστο μήνυμα της συλλήψεως του Κυρίου.
Και έτσι συνέλαβε τον Υιό του Θεού, την υποστατική δύναμη του Πατέρα,
«χωρίς να ικανοποιήσει τη σαρκική επιθυμία ή τη θέληση ενός άνδρα»,
χωρίς δηλαδή σαρκική μίξη και ανδρικό σπέρμα, αλλά με τη θέληση του
Πατέρα και τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος. (Η Θεοτόκος) πρόσφερε
στον κτίστη την κτίση του, στον πλάστη τη δημιουργία του, και στον Υιό
του Θεού και Θεό την ενσάρκωση και την ενανθρώπηση από τις καθαρές
και αμόλυντες σάρκες και από το αίμα της, ξεπληρώνοντας το χρέος
της προμήτορος (Εύας). Διότι, όπως εκείνη πλάστηκε από τον Αδάμ
χωρίς σαρκική ένωση, έτσι και αυτή γέννησε το νέο Αδάμ, ο οποίος
γεννήθηκε και σύμφωνα με το νόμο της φύσεως και με τρόπο υπερφυσικό.

Διότι αυτός, που γεννήθηκε από Πατέρα χωρίς μητέρα, γεννιέται από μητέρα
χωρίς πατέρα. Η γέννησή του από μητέρα είναι φυσικό γεγονός, ενώ
η γέννησή του χωρίς πατέρα είναι υπερφυσικό· η γέννησή του
στον καθορισμένο χρόνο (γεννιέται αφού συμπλήρωσε εννέα μήνες
κυοφορίας και εισήλθε στο δέκατο) είναι σύμφωνα με το νόμο της κυήσεως·
η γέννησή του όμως χωρίς πόνους ξεπερνά τους νόμους της γεννήσεως·
όπου δηλαδή δεν προηγήθηκε ηδονή, εκεί ούτε πόνος ακολούθησε,
σύμφωνα με τα λόγια του προφήτη: «Γέννησε, πριν πονέσει»· και αλλού
που λέει: «προτού να φθάσει η ώρα των πόνων, ξέφυγε και γέννησε αγόρι»

Ο Υιός του Θεού, λοιπόν, και σαρκωμένος Θεός γεννήθηκε απ’ αυτήν·
δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος που δέχθηκε μέσα του το Θεό (θεοφόρος), αλλά
σαν Θεός που έλαβε σάρκα· δεν ήταν σαν προφήτης που χρίεται με ενέργεια,
αλλ’ ήταν παρών όλος αυτός που χρίει, ώστε αυτός που έκανε τη χρίση
να γίνει άνθρωπος και αυτός που χρίσθηκε να γίνει Θεός· χωρίς η φύση
να μεταβληθεί αλλά να ενωθεί υποστατικά. Ο ίδιος ήταν και αυτός που έχριε
και αυτός που χρίονταν· ως Θεός έχριε τον εαυτό του ως άνθρωπο.

Πώς, λοιπόν, αυτή που γέννησε από τα σπλάγχνα της το σαρκωμένο Θεό δεν
είναι Θεοτόκος; Ναι, πραγματικά και αληθινά είναι Θεοτόκος και Κυρία
και Δέσποινα όλων των δημιουργημάτων, διότι έγινε δούλη και μητέρα
του Δημιουργού. Και όπως Αυτός με τη σύλληψη διατήρησε παρθένο αυτήν
που τον συνέλαβε, έτσι και με τη γέννηση του διατήρησε την παρθενία της
απείραχτη, διότι μόνος πέρασε απ’ αυτήν και τη φύλαξε αλώβητη.
Η σύλληψη έγινε με το άκουσμα (των λόγων του αγγέλου) και η γέννηση
με τη συνηθισμένη έξοδο των εμβρύων (από την κοιλιά), αν και ορισμένοι
πλάθουν μύθους ότι αυτός γεννήθηκε από την πλευρά της Θεοτόκου.
Δεν ήταν, δηλαδή, αδύνατο για το Θεό και να περάσει από μέσα της
και να μην πειράξει τη σφραγίδα της παρθενίας της.


Η Αειπάρθενος παραμένει, λοιπόν, και μετά τον τόκο παρθένος, χωρίς,
ώς το θάνατό της, να συνευρεθεί καθόλου με άνδρα. Διότι, αν και έχει γραφεί,
«και (ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ) δεν είχε σχέση μ’ αυτήν, ακόμη κι όταν γέννησε
τον πρωτότοκο γιο της», πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο πρωτότοκος είναι αυτός
που γεννήθηκε πρώτος, ακόμη κι άν ήταν μοναχογιός. Η λέξη \"πρωτότοκος\",
δηλαδή, σημαίνει αυτόν που γεννήθηκε πρώτος, και δεν δηλώνει
υποχρεωτικά και τη γέννηση άλλων (παιδιών). Η λέξη πάλι \"έως\"
δείχνει βέβαια την προθεσμία του περιορισμένου χρόνου, αλλά δεν αποκλείει
τα επακόλουθα. Λέει, για παράδειγμα, ο Κύριος: «Και να, εγώ είμαι μαζί σας
όλες τις ημέρες έως το τέλος των αιώνων», χωρίς αυτό να σημαίνει
ότι θα τους αποχωρισθεί μετά το τέλος των αιώνων. Διότι λέει
ο θείος απόστολος: «Και έτσι πάντοτε θα είμαστε μαζί με τον Κύριο»,
εννοώντας μετά την ανάσταση των πάντων.

Πώς, δηλαδή, θα καταδεχόταν τη συνένωση με άνδρα, αφότου γέννησε
το Θεό και γνώρισε το θαύμα από την πείρα των σημείων που έχουν
ακολουθήσει; Μη βλασφημείς. Αυτές οι σκέψεις δεν χαρακτηρίζουν συνετό
νου, και μήτε βέβαια κάποιον που να τα πράττει.

Αυτή όμως η τρισευτυχισμένη, που αξιώθηκε τις υπερφυσικές δωρεές,
δοκίμασε την ώρα του πάθους (του γιου της) τους πόνους που γλύτωσε
κατά τον τοκετό της· από μητρική αγάπη υπέμεινε το σπαραγμό
των σπλάγχνων της· Αυτόν που γνώρισε ως Θεό με τη γέννηση,
τον βλέπει σαν κακούργο να σταυρώνεται· αυτές οι σκέψεις την ξεσκίζουν
σαν κοφτερό μαχαίρι. Κι αυτή είναι η έννοια της φράσεως, «και τη δική σου
ψυχή θα διατρυπήσει κοφτερό μαχαίρι». Αλλά, η χαρά της αναστάσεως
διαλύει τη λύπη, διότι διακηρύσσει ότι αυτός που πέθανε με σάρκα είναι Θεός.

 

Μετάφραση (Αρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)
Πηγή: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/Pateres/Ekdosis%20akrivis.htm

129
Παράθεση
Μήνυμα Χριστουγέννων 2008
    19/12/2008

    ΜΗΝΥΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2008

    Ἀγαπητά μου παιδιά,

    Ἀπό ἐκείνη τή φωταγωγημένη μέ τρόπο μοναδικό νύχτα, ὅταν τό ἄστρο τῆς Ἀνατολῆς ὑπέδειξε τόν τόπο ὅπου γεννήθηκε ἡ ἐλπίδα καί πῆρε μορφή ἡ παρηγοριά τῶν ἀνθρώπων, μέχρι σήμερα, τό σκοτάδι συνεχίζει, δυστυχῶς, τήν ἀέναη προσπάθεια νά καταπιεῖ τό φῶς.
Ὅμως τό Φῶς νίκησε καί θά νικᾶ πάντοτε.

    Στό πέρασμα τῶν αἰώνων, οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ ἐπιχειροῦν ἀδιάκοπα νά συσκοτίσουν τό γεγονός ὅτι, ἀπό τότε πού ἡ Οἰκουμένη ἑόρτασε στήν ταπεινή Φάτνη τά πρῶτα Χριστούγεννα, ὁ Θεός παραμένει ἀδιαλείπτως καί ἐμφανῶς μεθ’ ἡμῶν: Τό γεγονός ὅτι γεννήθηκε ἀνάμεσά μας ὁ «……Ἐμμανουήλ, ὅ ἑστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός.» (Ματθ. 1,23-24)

    Στό διάβα τῆς Ἱστορίας, οἱ ὑπηρέτες τοῦ σκότους συνεχίζουν τό ἐρεβῶδες ἔργο τους, προσωποποιημένοι στούς ἑκάστοτε ἐκφραστές ἀνόμων συμφερόντων, στούς ἐκμεταλλευτές τῶν φτωχῶν καί τῶν ἀδυνάτων, σέ ὅσους, ἐντέλει, ἐπιβάλλουν τά πάθη τους καί τήν ἁμαρτία ὡς ρυθμιστές τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων καί πνίγουν στά δάκρυα ἤ στό αἷμα τήν ἐλπίδα τους.

    Ὅμως τίποτα ἀπό αὐτά τά ἀπεχθῆ καί ὀδυνηρά δέν μποροῦν πιά νά σκιάσουν τήν ἀναστάσιμη ἐλπίδα πού ἀνέτειλε ἐκ τῶν ἁγνῶν αἱμάτων τῆς Παρθένου Μαρίας. Τίποτα δέν μπορεῖ νά ἀνατρέψει τόν ροῦ τῆς Ἱστορίας καθώς «Χριστός γεννᾶται, τήν πρίν πεσοῦσαν ἀναστήσων εἰκόνα» (προεόρτιον ἀπολυτίκιον).

    Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει χωρίς τόν Θεό. Καί ὁ Θεός δέν ἐγκατέλειψε ποτέ τό πλάσμα Του. Γι’ αὐτό «καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰωάνν. 1,14). Γι’ αὐτό ὁ πρό αἰώνων Θεός, ἀπό ξεχείλισμα ἀγάπης, γίνεται ἄνθρωπος ὥστε νά μπορεῖ νά γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός.

    Ὁ Δεσπότης τοῦ Σύμπαντος γεννᾶται ὡς παιδί ἀδύναμο σέ ἕνα ταπεινό σταύλο, ἀλλά ἡ ἀδυναμία του κατατροπώνει ὅλες τίς σκοτεινές δυνάμεις, πού ἀδιάντροπα ἐπιχειροῦν νά σβήσουν τό φῶς καί τή χαρά ἀπό τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.


    Ἡ ζωή μετρᾶται πλέον ὡς πρό καί μετά Χριστόν.

    Ἀγαπητά μου παιδιά ἐν Κυρίῳ,

    Ἀφῆστε τό φῶς τῶν Χριστουγέννων νά πλημμυρήσει τήν ὕπαρξή σας.


    «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν ὑπερούσιον τίκτει». Τό σκότος δέν ἔχει πιά καμία ἐξουσία, «δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη Παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός».


    Τώρα πιά ὁ Χριστός φωτίζει τήν Οἰκουμένη καί ἑορτάζουμε πανηγυρικά τόν ἐρχομό του ἀνάμεσά μας ὡς «φῶς ἐκ φωτός, Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο» (Σύμβολον τῆς Πίστεως).

    Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ καιροί εἶναι δύσκολοι. Ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς κρισιμότητας τῶν στιγμῶν πού διέρχεται ἡ Οἰκουμένη καί τῶν σοβαρότατων προβλημάτων πού ἀντιμετωπίζει ἡ Πατρίδα μας.

    Ἔχουμε, ἐπίσης, συναίσθηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί ποιμαντικῶν εὐθυνῶν μας, καί ἐπιθυμοῦμε, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νά σταθοῦμε στό ὕψος τῶν περιστάσεων, ἀνταποκρινόμενοι στά καθήκοντά μας.

    Ὁ ὑλικός κόσμος καί ἡ πολιτισμική μας κληρονομιά ἀπειλοῦνται ὅλο καί περισσότερο ἀπό τίς συνέπειες τῆς ἀπληστίας μας. Ἡ πορεία τῆς Οἰκουμένης ἀπειλεῖται ἀπό τό σκοτάδι πού γεννοῦν ἡ διαφθορά, ἠ ἐκμετάλλευση, ἡ βία, ἡ φτώχια καί ἡ δυστυχία.

    Ἡ ἀνθρωπότητα ὑφίσταται τίς συνέπειες τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπό τόν Θεό, ἐπιτρέποντας τήν ἐπικράτηση τῆς ἁμαρτίας καί τόν ἐξοστρακισμό τῆς ἀγάπης καί τῆς δικαιοσύνης.

    Ὅμως μήν ἀπελπίζεστε!

    Ἰδού! Ὁ ἀστέρας τῆς Βηθλεέμ ἀνατέλλει. «Χριστός γεννᾶται» καί ὁ λαός ὁ πορευόμενος ἐν σκότει βλέπει καί πάλι Φῶς μέγα.

    Ἄς ἑνώσουμε τίς φωνές μας τραγουδώντας εὐφρόσυνα τή νίκη τοῦ φωτός!

    Ἄς χαροῦμε γιατί ἀνατέλλει ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης! Ἐλᾶτε νά ἑνώσουμε τίς καρδιές μας καί τά χέρια μας γύρω ἀπό τή Φάτνη! Ἐλᾶτε νά συντονίσουμε τίς δυνάμεις μας, ὥστε, ἄν αὐτός ὁ κόσμος δέν μπορεῖ νά εἶναι Παράδεισος, τοὐλάχιστον νά μήν τόν κάνουμε κόλαση.

    Ἰδού λοιπόν: «Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε».

    Ἄς ἀφήσουμε πίσω τά μίση καί ὅτι μᾶς χωρίζει καί ἄς εὐχηθοῦμε ὁ ἕνας στόν ἄλλον δοξολογικά: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».



    ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ

    Μέ πατρικές εὐχές καί ἀγάπη

    Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Παράθεση
Χριστουγεννιάτικο Μήνυμα της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου
17/12/2008

Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ –

ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ

ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ


Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ἀνέτειλεν ἡ μεγάλη καὶ ἁγία ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, ἡ μητρόπολις, δηλ. ἡ μήτηρ καὶ ρίζα ὅλων τῶν ἑορτῶν, καὶ μᾶς συγκαλεῖ ὅλους εἰς πνευματικὴν ἀνάτασιν καὶ συνάντησιν μετὰ τοῦ νηπιάζοντος δι’ ἡμᾶς Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν.

«Εὐδοκίᾳ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός», ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ ἱερὸς Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός, ὁ ὤν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ὁ ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁ προαιώνιος, ὁ ἄναρχος», συγκαταβαίνει πρὸς ἡμᾶς τοὺς δούλους Του «καὶ Θεὸς ὤν τέλειος, ἄνθρωπος τέλειος γίνεται, καὶ ἐπιτελεῖται τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον».(1) Ἡ ἐνσάρκωσις αὐτὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἕνας συμβολισμός, ὅπως αἱ ἐνσαρκώσεις τῶν ποικιλωνύμων «θεῶν» τῆς Μυθολογίας, ἀλλὰ μία πραγματικότης, ἡ ὄντως νέα πραγματικότης, τὸ μόνον νέον ὑπὸ τὸν ἥλιον, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς συγκεκριμένην ἱστορικὴν στιγμήν, ἐπὶ τοῦ Αὐτοκράτορος Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου, περὶ τὸ 746 (μὲ τὰ νέα ἀστρονομικὰ δεδομένα) ἀπὸ κτίσεως Ρώμης, ἐν μέσῳ συγκεκριμένου λαοῦ, τοῦ Ἰουδαϊκοῦ, «ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβίδ»,(2) εἰς συγκεκριμένον τόπον, τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, καὶ μὲ πολὺ συγκεκριμένον σκοπόν: «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»,(3) κατὰ τὴν ἐπιγραμματικὴν ἔκφρασιν τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ-Λόγου μᾶς δίδει τὴν δυνατότητα νἀ φθάσωμεν εἰς τὰ ἀκρότατα τῶν ὁρίων μας, τὰ ὁποῖα δὲν ταυτίζονται οὔτε μὲ τὸ «καλὸν κἀγαθὸν» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, οὔτε μὲ τὴν «ἀρετὴν» καὶ «δικαιοσύνην» τῶν φιλοσόφων, οὔτε μὲ τὴν γαλήνην τῆς βουδδιστικῆς «νιρβάνα», οὔτε μὲ τὴν ὑπέρβασιν τῆς «εἱμαρμένης» ἤ τοῦ λεγομένου «κάρμα» διὰ θρυλουμένων συνεχῶν μεταλλάξεων μορφῶν ζωῆς, οὔτε μὲ τὴν «ἁρμονίαν» τῶν δῆθεν ἀντιθετικῶν στοιχείων κάποιας φαντασιώδους «ζωτικῆς δυνάμεως», οὔτε μὲ κάτι ἄλλο, ἀλλὰ εἶναι ἡ ὀντολογικὴ ὑπέρβασις τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου διὰ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐγκεντρισμός μας εἰς τὴν θείαν ζωὴν καὶ δόξαν Του, καὶ ἡ κατὰ χάριν ἕνωσίς μας δι’ Αὐτοῦ μετὰ τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔσχατα ὅριά μας: Ἡ προσωπικὴ ἕνωσις μετὰ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ! Καὶ ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ δὲν μᾶς ὑπόσχεται μίαν χιμαιρικὴν μακαριότητα ἤ μίαν ἀφῃρημένην αἰωνιότητα, ἀλλὰ μᾶς προσφέρει «εἰς τὸ χέρι» τὴν δυνατότητα τῆς προσωπικῆς μετοχῆς εἰς τὴν θείαν ζωὴν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, εἰς μίαν ἀτελεύτητον κλιμάκωσιν! Μᾶς χαρίζει τὴν δυνατότητα ὄχι μόνον «ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν»(4) ἀλλὰ καὶ «θείας κοινωνοὶ φύσεως»(5) νὰ ἀναδειχθῶμεν.

Βεβαίως μέσα εἰς τὴν παγκόσμιον σύγχυσιν καὶ κρίσιν τῶν ἡμερῶν μας αἱ ἀλήθειαι αὐταὶ ἠχοῦν παράξενα. Ἡ ἐλπὶς τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, ἐναποτεθεῖσα εἰς ἐνδοκοσμικὰς «θεότητας», διαψεύδεται καθημερινῶς κατὰ τρόπον οἰκτρόν. Τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον ταπεινοῦται καὶ συνθλίβεται ἐν μέσῳ ἀριθμῶν, μηχανημάτων, ὑπολογιστῶν, χρηματιστηρίων καὶ ποικιλοχρώμων σημαιῶν κενῆς ἰδεολογικῆς εὐκαιρίας. Ἡ φύσις περιυβρίζεται. Τὸ περιβάλλον συμπάσχει. Οἱ νέοι ἀπογοητεύονται καὶ ἐξεγείρονται διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἀδικίαν τοῦ παρόντος καὶ τὴν ἀβεβαιότητα τοῦ μέλλοντος. «Σκότος, γνόφος, θύελλα, φωνὴ μεγάλη»(6) ἐπικρατεῖ εἰς τὸν κόσμον μας καὶ δίδεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἀπειλεῖται νὰ ἀποκρυβῇ τὸ φῶς τῆς ἐν Βηθλεὲμ ἀνατελλούσης ἐλπίδος καὶ νὰ καλυφθῇ ὁ ἀγγελικὸς ὕμνος τῆς παγκοσμίου χαρᾶς: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».(7) Ὅμως, ἡ Ἐκκλησία, καλοῦσα τοὺς πάντας εἰς σώφρονα περισυλλογήν, ἐπανεκτίμησιν τῶν ἐν τῷ βίῳ προτεραιοτήτων καὶ ἀναζήτησιν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἑκάστοτε «ἄλλου» τὰ ἴχνη τῆς ἀξίας παντὸς σεβασμοῦ εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ παύσῃ νὰ καταγγέλλῃ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν ποὺ τῆς χαρίζει ἡ ὑπερδισχιλιετὴς ἐμπειρία της ὅτι τὸ ἐν τῇ φάτνῃ τῆς Βηθλεὲμ ἀνακείμενον Παιδίον εἶναι «ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς», εἶναι ὁ Λόγος καὶ ἡ ἐντελέχεια τῆς ζωῆς, εἶναι ἡ λύτρωσις, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν λαόν Του, τοὐτέστιν εἰς ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα.

Ταῦτα ἐν ἀγάπῃ πολλῇ ἀπὸ τῆς μαρτυρικῆς καθέδρας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας εὐαγγελιζόμενοι πρὸς τὰ ἀνὰ τὸν κόσμον τέκνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ πρὸς πάντα θεοδιψῆ ἄνθρωπον, ἐπικαλούμεθα ἐπὶ πάντας τὴν εὐδοκίαν, τὴν εἰρήνην, τὴν χάριν καὶ τὴν σωτήριον δωρεὰν τοῦ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντος ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ σαρκωθέντος ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου, καὶ ἐνανθρωπήσαντος Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ᾯ ἡ δόξα, τὸ κράτος, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας.


Φανάριον, Χριστούγεννα ,βη’
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος

Διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν


----------------------------------------------------
(1) Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ΕΠΕ 1, σελ. 282.
(2) Λουκ. 2: 4.
(3) Περὶ Ἐνανθρωπήσεως.ΕΠΕ 1, σελ. 366.
(4) Γαλ. 4: 5.
(5) Β΄ Πέτρ. 1: 4.
(6) Δευτερ. 4: 11.
(7) Λουκ. 2: 14.

130
Πνευματικά θέματα & Κείμενα / Νά μήν λυπήσω τόν πλησίον!
« στις: 20 Δεκεμβρίου, 2008, 04:58:33 μμ »
Τού Αγίου Διαδόχου

Όταν, από παραφοράν, υβρίσωμεν ένα άνθρωπον καί τόν καταστήσωμεν εχθρόν μας, τότε η ενέργεια τής ψυχής μας, πού προέρχεται από τήν αγίαν γνώσιν τών υψηλών εννοιών, μάς κάνει νά λυπούμεθα πάρα πολύ. δι\' αυτό καί ουδέποτε η ενέργεια αυτή υποχωρεί, αλλά διαρκώς κεντά μέ ελέγχους τήν συνείδησίν μας. Τότε δέ μόνον σταματά, αφού κατορθώσωμεν νά επαναφέρωμεν αυτόν πού υβρίσαμεν είς τήν ψυχικήν διάθεσιν εκείνην, πού ησθάνετο πρίν νά συμβή τό επεισόδιον. Διά νά επιτύχωμεν όμως αυτό απαιτούνται πολλαί προσπάθειαι καί πολλαί απολογίαι πρός τόν λυπηθέντα αδελφόν.
Καί ούτω πως μέν εκδηλούται η ενέργεια τής ψυχής μας οσάκις ημείς πταίομεν. η ευγενεστάτη όμως καί τελειοτάτη διέγερσις τής ψυχικής αυτής ενεργείας επισυμβαίνει, οσάκις ένας συνάνθρωπός μας οργισθή εναντίον μας χωρίς λόγον. είς τήν περίπτωσιν αυτήν μάς κάμνει νά ανησυχώμεν καί νά φροντίζωμεν  μέ κάθε τρόπον νά επαναφέρωμεν τήν αγάπην μεταξύ ημών καί τού αδίκως οργισθέντος καθ\' ημών, επειδή, έστω καί παρά τήν θελησίν μας, κατέστημεν εμπόδιον είς κάποιον πού σκέπτεται καί ομιλεί κατά τό φρόνημα τών ανθρώπων τού κόσμου τούτου.
Εξ αιτίας τής ψυχικής αυτής καταστάσεως καί ο νούς αδρανεί, μή δυνάμενος νά υψωθή είς τό επίπεδον τής υψηλής καί θείας θεωρίας.
Τούτο δέ συμβαίνει, διότι τό περιεχόμενον τής υψηλής καί αγίας γνώσεως, τής υπεράνω πάσης ανθρωπίνης καταλήψεως ενεργούσης, είναι όλον αγάπη. δέν επιτρέπει λοιπόν η γνώσις αύτη νά διαπλατυνθή είς υπερφυσικόν βαθμόν η ανθρωπίνη διάνοια, προκειμένου διά τής ενοράσεως νά συλλάβη τάς θείας εκείνας μυστικάς θεωρίας, εάν προηγουμένως δέν δυνηθώμεν νά κερδίσωμεν διά τής αγάπης καί αυτόν ακόμη πού οργίζεται εναντίον μας χωρίς αιτίαν καί αφορμήν.
Εάν δέ εκείνος, πού έχει οργισθή αδίκως εναντίον μας, δέν δεχθή τήν προσφοράν τής αγάπης μας καί δέν θελήση νά συνδιαλλαγώμεν, ή έχη φύγει από κοντά μας, επιβάλλεται είς ημάς νά σχηματίσωμεν είς τήν σκέψιν μας τήν μορφήν του, κατά τρόπον τόσον ζωηρόν, ώς νά τόν βλέπωμεν εμπροσθέν μας. μέσα δέ είς τά βάθη τής καρδίας μας, καί ώς  νά είμεθα ενώπιοι ενωπίω μέ τόν οργισθέντα αδίκως, αλλ\' απόντα αδελφόν, νά πραγματοποιήσωμεν τόν νόμον τής αγάπης. Διότι πρέπει, καθώς διδάσκουν οί Πατέρες, αυτοί πού θέλουν νά γνωρίσουν τόν Θεόν μέ τόν υψηλόν καί μυστικόν τρόπον τής ενοράσεως, νά έχουν τήν δύναμιν νά βλέπουν είς τήν διάνοιάν των αυτούς πού τούς επίκραναν αναιτίως, χωρίς τό πικρόν παράπονον, πού συνήθως γεννάται είς τήν ψυχήν από τήν συναίσθησιν τής καθ\' ημών αδικίας.
Όταν δέ πραγματοποιηθεί αυτό καί φθάσωμεν είς τό ύψος τής κατά Χριστόν απαθείας, τότε καί ο νούς μας, καθαρός πλέον από πταίσματα, θά κινηθή ελευθέρως όχι μόνον διά νά κατανοήση τά υψηλά περί Θεού δόγματα καί νά αναδειχθή πράγματι Θεολόγος, αλλά καί μέ ανεμπόδιστον θάρρος θά αναχθή είς τήν αγάπην τού Θεού, ανερχόμενος τοιουτοτρόπως έκ τής χαμηλοτέρας βαθμίδος, πού είναι η πρός τόν πλησίον αγάπη, είς υψηλοτέραν πού είναι η πρός τόν Θεόν τοιαύτη.
Εάν δέ, όπως λέγει ο Απόστολος Ιωάννης, εκείνος πού αγαπά τόν αδελφόν του καί τόν Θεόν αγαπά, αντιστρόφως δέ, αυτός πού δέν αγαπά τόν αδελφόν του, ούτε τόν Θεόν αγαπά, έπεται, κατά λογικήν ακολουθίαν, ότι καί όστις προξενεί λύπην είς τόν αδελφόν του, Αυτόν Τούτον τόν Θεόν λυπεί. Ο ίδιος δέ ο Κύριος λέγει, κατά τήν αφήγησιν περί τής μελλούσης κρίσεως, ότι «εφ όσον εποιήσετε ενί τούτων τών αδελφών μου τών ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. κε\', 40) καί ότι εκείνος πού εξυπηρετεί τόν αδελφόν του, τόν Θεόν εξυπηρετεί.
Εφ\' όσον λοιπόν, αγαπητοί μου, γνωρίζομεν ότι τότε μόνον λατρεύομεν γνησίως τόν Θεόν, όταν δέν προκαλούμεν λύπην είς τόν πλησίον μας, άς αποφεύγωμεν νά παρέχωμεν είς αυτόν προφάσεις ή αφορμάς νά λυπήται εναντίον μας, ευλόγως ή χωρίς λόγον, διά νά καθίσταται τοιουτοτρόπως ευπρόσδεκτος η προσευχή μας από τόν Θεόν καί νά μή απορρίπτεται, όπως είς τόν καιρόν τής Παλαιάς Διαθήκης τό ακατάληλλον διά τήν θυσίαν πρόβατον.
Διότι, όταν, μεταξύ δύο ανθρώπων, ο είς ευλογεί καί ο άλλος καταράται, τότε ποίον εκ τών δύο θά ακούση ο Δεσπότης; Καί πάλιν, όπως λέγεται, εάν ο ένας κτίζη καί ο άλλος κρημνίζη, ποιά ωφέλεια θά επέλθη; Ασφαλώς ουδεμία, εκτός ασκόπων καί ματαίων κόπων!



(ΥΓ: Τά έντονα γράμματα, συνιστούν επίσης κείμενον επί τού κειμένου.)

131
Σύνδεσμοι / Σελίδες μέ πνευματικό περιεχόμενο
« στις: 17 Δεκεμβρίου, 2008, 01:55:11 πμ »
Κάπου (δέν θυμάμαι δυστυχώς πού) διάβασα πώς ο αγωνιστής εν Κυρίω, έχει συμμαχό του τήν φαγωμάρα πού διέπει τίς «σχέσεις» τών μισανθρώπων δαιμόνων. Καθώς τό μίσος καί η κακία τούς χαρακτηρίζει, δέν μπορεί νά συμβαίνει άλλο, από τό νά τρώγονται καί μεταξύ τους.
Έτσι τό Computer, παραδείγματος χάριν, κατάπιε τήν τηλεόραση. Όμως στό διαδίκτιο είναι πιό πιθανή καί εύκολη, καί η ποιοτική προσφορά μέσα σέ αυτόν τόν ατελείωτο σκουπιδότοπο τού ίντερνετ.
Ψάχνοντας, κατά καιρούς βρήκα ενδιαφέροντα sites, πού μού κρατούν συντροφιά, σχεδόν εφάμιλη μέ αυτήν τών βιβλίων.
Παραθέτω μερικές διευθύνσεις, καί παρακαλώ καί άλλους νά μεγαλώσουν τήν λίστα τής μελέτης, καί τής αναζήτησής μας. Επίσης προτείνω στόν κύριο Σταύρο κυρίως, άν έχει τήν καλωσύνη σάν εμπειρότερος μελετητής πού είναι, νά προβεί σέ έναν έλεγχο τής λίστας, μήν τυχόν καί υπάρχει κάποιο site, πού άλλο δείχνει εκ πρώτης όψεως καί άλλο (αλλότριο) σκοπό έχει... Αν δέ υπάρχει κάτι  τέτοιο, παρακαλώ όποιον τό διαπιστώσει, νά τό αφαιρέση, ή νά μού τό πεί, γιά νά τό αφαιρέσω εγώ ο ίδιος.
Νά καί η λίστα μου:

http://www.ecclesia.gr/

http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/

http://www.apostoliki-diakonia.gr/bible/bible.asp

http://www.myriobiblos.gr/bible/bibleweb.asp

http://www.dioceseorthodoxe.org

http://www.alopsis.gr/

http://www.myriobiblos.gr/bible/ot/default.asp

http://orthodoxoslogos.net/index.htm

http://www.porphyrios.net/

http://www.orthodox-answers.gr/

http://www.ec-patr.net/index.htm

http://www.impantokratoros.gr/

http://www.eikonografos.com/indexgr.php

132
Πνευματικά θέματα & Κείμενα / Ο Λόγος του Κυρίου, ανάσταση!
« στις: 16 Δεκεμβρίου, 2008, 03:36:17 μμ »
«Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». (Ιωάννην Κεφ. ια\' 43).
«Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;» (Πράξεις 9/θ, 4), (Πράξεις 22/κβ, 7)



Παράθεση
Γρηγορίου τού Διαλόγου

Πέτρος:
Πράγματι είναι αλήθεια αυτό, πού λέγεις.* Από όλα δέ τά θαύματα εγώ θεωρώ σπουδαιότερον τήν ανάστασιν ενός ανθρώπου, πού απέθανε, καί τήν επάνοδον αυτού είς τήν παρούσαν ζωήν.

Γρηγόριος:
Πέτρε, εάν επιστήσωμεν τήν προσοχήν μας μόνο είς όσα βλέπομεν, ασφαλώς θά πιστεύσωμεν, ότι η ανάστασις ενός νεκρού είναι τό μεγαλύτερον από όλα τά θαύματα. εάν όμως υπέρ τά ορώμενα μετεωρισθώμεν καί λάβωμεν κατά νούν τά αόρατα, τότε θά ίδωμεν πόσον θαυμασίως αποδεικνύεται, ότι μεγαλύτερον θαύμα καί από τήν σωματικήν ανάστασιν τού νεκρού είναι τό θαύμα τού κηρύγματος τού Θείου Λόγου είς περιβάλλον εχθρικόν καί η προσευχή διά νά σωθή ο αμαρτάνων. Διότι είς τήν περίπτωσιν τής σωματικής αναστάσεως επανέρχεται είς τήν ζωήν η σάρξ, η οποία καί πάλιν θά αποθάνη. ενώ αντιθέτως είς τήν δευτέραν περίπτωσιν, τού θαύματος τού κηρύγματος τού Θείου Λόγου καί τής ευχής διά τήν επιστροφήν τού αμαρτάνοντος, ανίσταται η ψυχή από τόν θάνατον τής αμαρτίας, διά νά ζήση είς τόν αιώνα.
Θά σού αναφέρω δύο πρόσωπα, διά νά αντιληφθής από αυτά πόσον μεγαλύτερον κατά τήν δύναμιν είναι τό θαύμα τού κηρύγματος. τά δύο αυτά πρόσωπα είναι αφ\' ενός μέν ο Λάζαρος, τόν οποίον ανέστησεν εκ νεκρών σωματικώς ο Κύριος, καί ο Παύλος, τόν οποίον ανήγειρε νοερώς από τήν πλάνην. εν τούτοις όμως δέν εγένετο λόγος περί δυνάμεων, τάς οποίας ενήργησεν ο Λάζαρος μετά τήν εκ νεκρών αυτού ανάστασιν.
Αντιθέτως  δέν δύναται νά χωρέση ο νούς μας πόσα κατώρθωσεν ο Παύλος μέ τήν δύναμιν τού ηγιασμένου λόγου μετά τήν εκ τής αμαρτίας ανέγερσιν τής ψυχής του!
Αυτός ο νούς μας πού δέν δύναται νά χωρέση τό μέγεθος τού Θείου Λόγου, καθώς είναι σέ αυτήν τήν ζωήν «δεμένος μέ τά πολλά σχοινιά τών θελημάτων μας»¹, ασθενεί καί πεθαίνει σάν Λάζαρος. Όμως ο κόπος  καί τό πένθος (Μάρθα καί Μαρία), μέ τά οποία αδελφικά πορεύθηκε εν Κυρίω, τόν έκαναν φίλο τής Αγάπης.
«Κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ. 4 ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ\' ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι\' αὐτῆς». (Ιωάννην Κεφ. ια\' 3-4).
Καί ανεστήθει!
«λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν» (Ιωάννην Κεφ. ια\' 44).
Καί ελεύθερος από επιθυμίες καί πάθη, «κάθεται πλέον αμέριμνος είς τήν αυτήν τράπεζαν μέ τόν Ιησούν»¹. Στό δείπνο τής βασιλείας τού Κυρίου. Απαθής!


Παράθεση
*Γρηγόριος:
Πέτρε, μέ ερωτάς, εάν είς τήν εποχήν μας ημπορούν νά ευρεθούν άνδρες τοιαύτης αρετής καί παρρησίας, ώς οι θαυματουργοί ημών Πατέρες;
Εγώ λοιπόν δέν αμφιβάλλω, ότι καί τώρα πολλοί τοιούτοι υπάρχουν είς τόν κόσμον, εφάμιλλοι τών μεγάλων εκείνων Πατέρων. διότι τό νά μή θαυματουργούν, δέν σημαίνει, ότι δέν πρέπει νά τούς υποληπτώμεθα, όπως εκείνους. επειδή η εξακρίβωσις τής ένθεου πολιτείας ενυπάρχει είς τήν δύναμιν τών καλών έργων καί δέν αποδεικνύεται μόνον από τά θαύματα. Όπως καλώς γνωρίζεις, ο Απόστολος Παύλος, κατά τήν αποστολικήν αξία είναι εφάμιλλος αδελφός τού Πέτρου τού Κορυφαίου, άν καί ο μέν Πέτρος περιεπάτησε διά τών ποδών του επί θαλάσσης, ενώ ο Παύλος εκινδύνευσεν από ναυάγιον.
Καί τών δύο λοιπόν η δύναμις δέν υπήρξεν η ιδία είς τό θαύμα. είς τούς ουρανούς όμως καί οί δύο έχουν τήν αυτήν αξίαν.
Ο Λόγος τοῦ Κυρίου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου, ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου!
Πάντα καί εδώ, καί αλλού!



Αποσπάσματα από : Ευεργετινός, τόμος Γ\', Υπόθεσις  ΛΕ\' (σελ.446)
¹ Ευεργετινός, τόμος Β\', Υπόθεσις ΛΒ\' (σελ.403, υποσημείωση)

133
Θολολογίας Πέρι / Η εμπειρία τής ανυπαρξίας μας!
« στις: 10 Δεκεμβρίου, 2008, 11:44:10 πμ »
«ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.» (Ιωάνν. ιε\', 5)

Η παράβαση δέν ήταν μία αμαρτία από αυτές τίς ολέθριες αμαρτίες πού επακολούθησαν (φόνος, μοιχεία, πορνεία, ύβρις, βία, κλεψιά, διαβολή, κενοδοξία, εγωισμός, διαστροφή, αυτοκτονία.....). Ήταν η πλάνη τού «καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν.». Η πλάνη πού τέθηκε από τόν τοποτηρητή τού κόσμου διάβολο, από αυτόν πού ζήλεψε τήν πληρότητα, όντας αρχικά  καί εκείνος μέρος της.
Τό μέρος τής πληρότητος, δέν μπορεί παρά νά ταυτίζεται σέ όλες του τίς ιδιότητες μέ τήν ίδια τήν πληρότητα, δηλαδή νά είναι καί αυτό πλήρες, καί υπαρκτό καί όμοιο μέ τό όλον, πού αποτελεί τήν πηγή του. Άρα ότι εκπίπτει από αυτήν τήν μοναδική πληρότητα, τήν ομοιογενή καί παντού ίδια καί πλήρη, χάνει αυτομάτως πλήρως τήν χάριν τής πληρότητος πού είναι καί η μοναδική ύπαρξη, καί εκπίπτει μοιραία στήν μερικότητα καί τό πλήθος, πού κατ\' αναλογίαν είναι η ανυπαρξία. Ανύπαρκτον ως πρός τήν αλήθεια, καί γι αυτό τόν λόγο πλάνη...

Καί τί, τήν πλάνη τήν εμπειρίζεται ο άνθρωπος; Ο ανύπαρκτος (πλανημένος) «υπάρχει»  δηλαδή άμεσα μέ κάποιον τρόπο, καί η αληθινή, καί μοναδική ύπαρξη, απαιτεί από αυτόν αγώνα ζωής εν Κυρίω, γιά νά γίνει εμπειρία, καί πάλι δέν γίνεται παρά μόνο μέσω τής χάριτος τού Αγίου Πνεύματος;
 
Έτσι φαίνεται! Από τήν στιγμή πού ο άνθρωπος έπεσε, μέσω τής παρακοής τού μοναδικού θελήματος, έπαψε νά θέλει, καί φυσικά καί νά είναι...Δηλαδή αφανίσθηκε στόν απροσμέτρητο κατακερματισμό, ο οποίος φθάνει στήν πλήρη αποσύνθεση ταυτοχρόνως, μέ τήν «άρση» τής πληρότητος πού είναι καί η μόνη πού υπάρχει. Άρα τό ανύπαρκτο γίνεται ταυτόσημο μέ τό πλήθος, καί επανέρχεται στήν ύπαρξη μόνον μέ ενέργερια τής πληρότητος, πού επαναφέρει τά μέρη στήν ομοιογένεια καί τήν ποιότητα τού όλου, προσδίδοντάς τους καί πάλι τίς ιδιότητες τής πληρότητας.
Δηλαδή, πιστεύω, πώς ο βίος μας αρχικά-τελικά είναι ανύπαρκτος, καί πώς υπάρχει καί πάλι μόνον μέσω τής θείας χάριτος τού Αγίου Πνεύματος, καί ποτέ από δική μας ενέργεια. Άλωστε αφού είμαστε ανύπαρκτοι, ανύπαρκτες είναι καί όλες μας οί ενέργειες, πού μοιραία έχουν τήν ιδιότητα τής κατάστασης στήν οποία περιπέσαμε, δηλαδή τής μερικότητας καί τού πλήθους τής ανυπαρξίας μας.

Γιατί καί πώς ο ανύπαρκτος άνθρωπος, εμπειρίζεται (μέχρι τού λεγόμενου θανάτου του) σέ αυτήν τήν ζωή τήν ανυπαρξία του;
Εξαιτίας τής Πρόνοιας τού Θεού!

Παράθεση
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ
«Πρόνοια είναι η φροντίδα που δείχνει ο Θεός για τα δημιουργήματα. Και ακόμη: Πρόνοια είναι η θέληση του Θεού, εξαιτίας της οποίας όλα τα όντα εκπληρώνουν τον κατάλληλο προορισμό τους. Εάν η πρόνοια είναι θέληση του Θεού, είναι εντελώς απαραίτητο όλα όσα κάνει η πρόνοια σύμφωνα με τη λογική, να γίνονται όλο και πιο ωραία και θεοπρεπή και όσο γίνεται καλύτερα».
»Και απ’ αυτά που ανήκουν στην πρόνοια Του, ο Θεός άλλα τα κάνει με ευχαρίστηση και άλλα με παραχώρηση. Με ευχαρίστηση κάνει όσα αναντίρρητα είναι καλά, ενώ με παραχώρηση όσα είναι κακά».
»Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι η εκλογή αυτών που πρέπει να κάνουμε εξαρτάται από μας, αλλά η εκτέλεση των αγαθών είναι έργο της βοήθειας του Θεού, ο οποίος δίκαια βοηθεί αυτούς που προτιμούν το αγαθό με ορθή συνείδηση, σύμφωνα με τη δική του πρόγνωση, ενώ η τέλεση των κακών είναι αποτέλεσμα της εγκαταλείψεως του Θεού, ο οποίος, σύμφωνα με την πρόγνωσή του, δίκαια εγκαταλείπει.
Υπάρχουν δύο είδη της εγκαταλείψεως· υπάρχει δηλαδή εγκατάλειψη οικονομική και διδακτική και υπάρχει εγκατάλειψη που οδηγεί σε πλήρη απελπισία. Οικονομική και διδακτική είναι αυτή που γίνεται για διόρθωση, σωτηρία και δόξα αυτού που υποφέρει ή και για το ζήλο των άλλων και για μίμηση ή και για δόξα του Θεού. Η τέλεια όμως εγκατάλειψη γίνεται όταν,ενώ ο Θεός κάνει τα πάντα για τη σωτηρία του, ο άνθρωπος παραμένει μέ πρόθεσή του αναίσθητος και αδιόρθωτος, ή καλύτερα αθεράπευτος· τότε αφήνεται σε να χαθεί τελείως, όπως ο Ιούδας. Είθε να μας λυπηθεί ο Θεός και να μας γλυτώσει από τέτοιου είδους εγκατάλειψη».
Όταν συμβαίνει λοιπόν τέλεια εγκατάληψη, τότε παύουν όλες οι εμπειρίες τού ανύπαρκτου ανθρώπου, καί αυτός αφανίζεται. Άν δέ αυτή η τέλεια εγκατάληψη συνέβαινε ευθύς αμέσως μετά  τήν παρακοή, τότε ο αφανισμός θά ήταν άμεσος, καί ο άνθρωπος δέν θά είχε καμμία πλέον εμπειρία μετά τήν  πτώση του, καί η ανυπαρξία του θά ήταν χωρίς εμπειρίες, δηλαδή άμεση...Ο Θεός τής Αγάπης, όμως έκανε τήν πλήρους αγαθότητος καί θεοπρεπή παραχώρηση, νά μάς αφήσει παραδόξως (μάλλον ενδόξως)  νά εμπειριζόμαστε τήν ανυπαρξία μας, μέ εμφανή αγαθό σκοπό, τήν σωτηρία μας. Καί εξοικονόμησε γιά εμάς οικονομική καί διδακτική εγκατάληψη, ώστε νά μετακινήσει τήν προαιρεσή μας πρός τήν φυσική της οδό, πού είναι η πνευματική εν Κυρίω ζωή μας, μέ αποτέλεσμα νά μάς σώσει. Διότι από μόνοι μας μετά τήν ανυπαρξία μας, είναι αδύνατον νά εμπειριστούμε τήν υπαρξή, καί γιά αυτό δέν μπορούμε νά «δούμε» τόν Θεό σέ αυτήν τήν ζωή, παρά μόνον κατά παραχώρηση τής θείας οικονομίας Του, ή αλιώς μέ τήν χάριν τού Αγίου Πνεύματος. Γι αυτό ακριβώς σαρκώθηκε ο Λόγος, γιά νά μάς σώσει στρέφοντας τήν προαίρεσή μας στήν μετανοία, τήν ελπίδα, τήν πίστη καί τήν Αγάπη εν Κυρίω.
Αυτή είναι καί η πνευματική ζωή μας, τής οποίας κύριο χαρακτηριστικό είναι η προσπάθεια τής πληρότητος εν Χριστώ, μέσω τής αδελφοποίησης, συγκέντρωσης, καί ένωσης τών πάντων πού μάς αφορούν, καί μπορούμε νά δούμε, εκεί επάνω στόν Σταυρό τού μαρτυρίου. Καί είναι πρασπάθεια γιατί εμείς ως ανύπαρκτοι, μέ δώρο τήν εμπειρία τής ανυπαρξίας μας, δέν μπορούμε νά είμαστε απροσπαθείς, ούτε καί μπορούμε νά έχουμε άλλο χαρακτηριστικό τής ύπαρξης, παρά μόνον τήν σωτηρία πού είναι ενέργεια τής υπαρξης τού Θεού υπέρ μας.
Γι αυτό η εμπειρία τής ανυπαρξίας μας είναι γεμάτη αμαρτίες, καί πλάνη πού τό πνεύμα μας δέν αντιλαμβάνεται εάν δέν ελεηθεί καί παιδευθεί από τόν Θεό, καί γιά αυτόν τόν λόγο παρότι δέν υπάρχουμε περνούμε τίς περισσότερες στιγμές στήν ολοκληρωτική έπαρση τής επάρατου, καί προπαντώς ανύπαρκτης γνώμης μας. Στό ανύπαρκτο «εγώ» μας, μέ δυό λόγια.

Επειδή αρκετά φλυάρισα, δέν θέλω νά πώ τίποτα γιά τήν ελεύθερη πτώση στήν οποία μάς οδηγεί η ιδιορυθμία καί η ιδιώτευση τής ανυπαρξίας μας, δηλαδή γιά τήν πλήρη εγκατάληψη από τόν Θεό. Εξάλου τρομάζω καί πού τό σκέφτομαι!
Παραθέτω μόνο ένα κείμενο ένος μή θεολόγου (στό επάγγελμα), ενός καλιτέχνη, πού νομίζω πώς περιγράφει τέλεια τά αποτελέσματα τής εμπειρίας τού ανύπαρκτου βίου μας:

Παράθεση
Νομίζω πως η ζωή είναι μία πολύ θλιβερή φάρσα. Γιατί έχουμε μέσα μας -χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε πως, γιατί κι από που- την ανάγκη να εξαπατούμε αδιάκοπα τον εαυτό μας, δημιουργώντας μία πραγματικότητα (μία για τον καθέναν και ποτέ την ίδια για όλους) που κάθε τόσο αποδεικνύεται ότι είναι μάταιη και φανταστική. Όταν ένας άνθρωπος ζει, ζει και δεν φαίνεται. Λοιπόν, κάντε έτσι ώστε να φαίνεται, δείξτε τον την ώρα που ζει υπό το κράτος των παθών του. Βάλτε μπροστά του έναν καθρέφτη. Τότε ή μένει κατάπληκτος από την όψη του ή στριφογυρίζει τα μάτια του για να μην δει τον εαυτό του ή έξω φρενών φτύνει την εικόνα του ή οργισμένος δίνει μία γροθιά για να την καταστρέψει. Κι αν έκλαιγε δεν μπορεί πια να κλάψει. Κι αν γελούσε δεν μπορεί πια να γελάσει άλλο. Μιά φορά, κάτι δυσάρεστο θα είναι το αποτέλεσμα. Αυτό το δυσάρεστο είναι το Θέατρό μου.
                                     Luigi Pirandello
ΥΓ: Τώρα βέβαια, άν τά έχω κάνει σαλάτα, συγχωρέστε με, καί άν χρειάζεται επαναφέρετέ με. Εξάλου Χριστούγεννα έρχονται, καί έχει ο Κύριος γιά όλους μας μία συγχώρηση!

134
Η στιγμή πού δέν τελειώνει


Κι η άβυσος καί τό βαθύ σκοτάδι,
είν\' τού φωτός αναλαμπές κι ανανεώσεις.
Κι ο θάνατος, κι ο φόβος του, κι η λύπη,
είναι τού έρωτα οί χαρές καί οι προπόσεις.


Κι ο πόλεμος καί τά πεδία τής μάχης,
είν\' τής ειρήνης τ\' ανθοστόλιστα λιβάδια.
Κι η πείνα σου, καί ο πόνος σου, κι η δίψα,
ειν\' χορτασμός, χαρά καί πόσιμα ποτάμια.


Καί η ζωή πού γρήγορα περνάει
αιωνιότητας καμπάνα πού δέν παύει.
Κι η φθορά, μά καί η ανημπόρια,
προσάναμα νεότητας πού ανάβει.


Γιατί είν\' αιώνια η στιγμή, σάν τήν φωτιά πού καίει,
σώμα καί πνεύμα καί ψυχή, μιά λέξη μόνο λέει.
Χριστός, φυλάκισε τόν θάνατο στ\' αλώνι,
καί θεïκή η στιγμή πού δέν τελειώνει.

135
Μουσική / Δόμνα Σαμίου/Τζιβαέρι μου
« στις: 25 Νοεμβρίου, 2008, 03:44:20 μμ »
Όμορφο Παραδοσιακό τραγούδι, ερμηνευμένο από τήν πρώτη κυρία, τού ελληνικού παραδοσιακού, δημοτικού τραγουδιού, τήν Δόμνα Σαμίου.
Μέ τήν ευκαιρία νά προτείνω στόν αγαπητό μου ρωμιό, νά σκεφθεί τήν μουσική προσφορά τής Δόμνας Σαμίου σάν μόνιμη θεματική μουσική ενότητα γιά τήν ραδιοφωνική εκπομπή του, γιατί εκτός από τό ότι η Δόμνα Σαμίου είναι Κεφάλαιο γιά τήν ελληνική μουσική, θά δώσει καί αξιοπρεπή χαρακτήρα στήν μουσική επένδυση τής εκπομπής, εκτός φυσικά τής δεδομένης καλαισθησίας.




Νά μία ακόμη εκτέλεση από τόν ανεπανάληπτο Πέτρο Γαïτάνο, μέ φωνή δώρο Θεού...


136
Μουσική / Στό `πα καί στό ξαναλέω
« στις: 22 Νοεμβρίου, 2008, 02:02:38 πμ »
Όμορφο παραδοσιακό τραγούδι σέ τρείς εκτελέσεις.

Νά καί οι στίχοι του:

Στο \'πα και στο ξαναλέω   ( Μικρά Ασία - Σμύρνη )          
 
Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό


Στο ‘πα και στο ξαναλέω
στο γιαλό μην κατεβείς
κι ο γιαλός κάνει φουρτούνα
και σε πάρει και διαβείς

Κι αν με πάρει που με πάει
κάτω στα βαθιά νερά
κάνω το κορμί μου βάρκα
τα χεράκια μου κουπιά
το μαντήλι μου πανάκι
μπαινοβγαίνω στη στεριά

Στο ‘πα και στο ξαναλέω
μη μου γράφεις γράμματα
γιατί γράμματα δεν ξέρω
και με πιάνουν κλάματα





   



137
Διαπροσωπικές Σχέσεις / Γιά νά μήν τό έχω βάρος
« στις: 14 Νοεμβρίου, 2008, 01:11:45 πμ »
Ανοίγω αυτό τό νέο τόπικ, μέ τήν ιδέα νά λειτουργήσει (άν γίνεται) μόνο σάν χώρος αυτοκριτικής καί συγγνώμης γιά όποιον τυχόν  φέρει κάποιο βάρος στή συνείδησή του ΠΡΟΣΟΧΗ σχετικό ΜΟΝΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ΤΙΣ ΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΥΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ FORUM «Συν Ευωχία Ιδεών».
Δέν θέλω ούτε μπορώ, ούτε καί μού επιτρέπεται  νά βάλω κανόνες στό τόπικ, όμως θά ευχόμουν (πάλι άν γίνεται) αυτό τό τόπικ νά μήν γίνει πεδίο παραθέσεων καί αντιπαραθέσεων, παρά μόνο ένας χώρος πού κάποιος μπορεί άν θέλει νά πεί κάτι πού τόν βαραίνει (καί πού έχει σχέση ΜΟΝΟΝ ΜΕ ΤΟ FORUM «Συν Ευωχία Ιδεών»), γιά μία καί μόνη φορά. Άν δέ τό βάρος χρήζει απάντησης, άς συμβεί κι αυτό (πάλι άν γίνεται) γιά μία καί μόνη φορά. Εξ άλλου υπάρχουν τόσα τόπικ πού θά μπορούσε κάποιος νά συνομιλήσει σέ διάρκεια  μέ κάποιον άλλον, ώστε ελπίζω (πάλι άν γίνεται) αυτό τό τόπικ νά μήν πάρει τόν χαρακτήρα τής συνομιλίας, βάσει παραθέσεων καί αντιπαραθέσεων. Επίσης εύχομαι αυτό τό τόπικ νά μείνει σχεδόν άδειο, αφού αυτό θά σημαίνει πώς οί σχέσεις μεταξύ μας, μέσα στό καλό φόρουμ δέν θά βαρύνονται από κάτι.
Καί λέω σχεδόν γιατί εγώ (δυστυχώς γιά μένα) είμαι υποχρεωμένος νά κάνω τήν αρχή, όπως μπορεί νά δεί, όποιος θέλει πιό κάτω.

Άν κάποιος ή κάποιοι  θεωρούν τό τόπικ αδόκιμο, άς τό διαγράψουμε.

138
Θά ήθελα νά ρωτήσω κάτι σχετικά μέ τήν απεικόνηση τής Παναγίας. Υπάρχουν εικονογραφικοί τύποι που απεικονίζουν μόνη της τήν Παναγία δίχως τόν Ιησού. Κατά τήν δική μου κρίση (πού όμως δέν είναι θεολογικά έγκυρη), αυτό δέν ταιριάζει σέ Ορθόδοξη απεικόνιση τής Παναγίας. Όμως φαίνεται πώς υπάρχουν τέτοιου είδους εικονογραφικοί τύποι τής Παρθένου δίχως τόν Ιησού (Μονη Παντοκράτορος στο Αγιον Όρος). Μπορεί παρακαλώ κάποιος νά μάς διαφωτίσει γι αυτό τό θέμα;

139
Πνευματικά θέματα & Κείμενα / Πάτερ ἡμῶν...
« στις: 04 Νοεμβρίου, 2008, 10:22:18 πμ »
Τό βρήκα στό site: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/basileios_gontikakhs/ καί τό παραθέτω. Μού δημιουργεί θαυμάσιες εντυπώσεις ο λόγος τού πάτερ Βασιλείου. Τόση αγάπη !



Παράθεση
Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης - Πάτερ ἡμῶν...
Ἑρμηνεία στὴν Κυριακὴ Προσευχή


Διάλεξα ἕνα κομμάτι ἀπό τό Εὐαγγέλιο, ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, καί ἰδιαίτερα τό «Πάτερ ἡμῶν», γιατί νομίζω εἶναι ἡ πιό χαρακτηριστική προσευχή, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι «Κυριακή» προσευχή, ἡ προσευχή ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος.

Καί νομίζω ὅτι ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε τήν προσευχή πού Ἐκεῖνος ἔκανε, μᾶς ἔδωσε τή ζωή πού Ἐκεῖνος ἔζησε καί μᾶς δίδαξε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτόν Του· κι αὐτό εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ὅπως μᾶς εἶπε ἄλλη φορά «Ἐγώ εἰμί ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα» (Ἰω. ιε´ 5)· ὅπως ἡ σχέση τοῦ κλήματος καί τῆς ἀμπέλου εἶναι μιά σχέση ὀργανική καί ἀθόρυβα προχωρᾶ ὁ χυμός τῆς ἀμπέλου πρός τά κλήματα, ἔτσι καί ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὅλη τήν ὕπαρξή Του, ὁπότε, μέσα στήν προσευχή αὐτή - ἄν τήν κάνουμε συνειδητά καί ἄν τήν ζοῦμε - νομίζω ὅτι ζοῦμε ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ.

Ἀλλά ἂς ἀρχίσουμε νά διαβάζουμε τήν προσευχή αὐτή καί νά τήν παρακολουθοῦμε φράση πρός φράση.

Ἡ πρώτη φράση λέει: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Νομίζω ὅτι ἡ ἁμαρτία μας ἡ μεγάλη εἶναι μιά· πολλές φορές ἀπογοητευόμαστε καί ξεχνᾶμε ἕνα πρᾶγμα: ὄχι ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἀλλ᾿ ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει. Ἂν ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι, εἶναι ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.

Λέμε ὅτι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ἀγαποῦν τό παιδί τους ὄχι γιατί εἶναι καλό, ἀλλά γιατί εἶναι παιδί τους· ὁπότε εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ἄν αὐτή τή συνείδηση τήν ἀποκτήσουμε καί νοιώσουμε ὅτι μποροῦμε ἐμεῖς νά ποῦμε τό Θεό Πατέρα μας. Γιατί αὐτή ἡ λέξη τά λέει ὅλα. Ἀμέσως μᾶς βάζει μέσα στό κλίμα τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νά εἶναι κανένας ὀρφανός, μπορεῖ νά τὸν ἔχουν ἐγκαταλείψει οἱ δικοί του, μπορεῖ ὅλα νά τά ἔχει χάσει καί νά αἰσθάνεται μόνος· ἀπό τή στιγμή ὅμως πού ὁ Θεός εἶναι Πατέρας του, νοιώθει μιά ἀσφάλεια, μιά σιγουριά καί ὅλος ὁ κόσμος γίνεται σπίτι του.

Θά τολμοῦσα νά πῶ καί τό ἑξῆς: μήπως δέν θἆταν καλύτερα νά μᾶς ἐγκαταλείψουν ὅλοι, γιά νά νοιώθουμε αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Θαρρῶ πώς κι αὐτό μποροῦμε νά τό ποῦμε. Γι᾿ αὐτό, βλέπετε κι ὁ Κύριος στούς μακαρισμούς Του λέγει: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ διψῶντες, μακάριοι οἱ πεινῶντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες...». Δηλ. Μακάρι νά στερηθοῦμε τή στοργή τήν ἀνθρώπινη, νά τά χάσουμε ὅλα, γιά νά νοιώσουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.

Θυμᾶμαι μιά φορά πού εἴχαμε ρωτήσει μιά γριά στό Παρίσι, Ρωσίδα, τί εἶναι μοναχός, καί αὐτή μᾶς εἶπε αὐθόρμητα ὅτι μοναχός εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κρέμεται ἀπό ἕνα σχοινί, καί τό σχοινί αὐτό εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτό τελικά μποροῦμε νά τό ποῦμε γιά κάθε ἄνθρωπο: ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μιά δύναμη στή ζωή του καί ἡ δύναμη αὐτή εἶναι ὅτι ὁ Θεός τὸν ἀγαπᾶ. Ἤλθαμε στή ζωή καί ἐλπίζουμε, γιατί κάποιος μᾶς ἀγαπᾶ· κι αὐτός ὁ κάποιος εἶναι δυνατός ἄσχετα ἄν ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύνατοι.

«Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Πατέρας μας λοιπόν δέν εἶναι ἁπλῶς κάποιος ποὺ μπορεῖ νά ἐντοπισθεῖ ἐδῶ καί ἐκεῖ, ἀλλά εἶναι ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐράνιος Πατέρας, ὁπότε, ὅλος ὁ κόσμος, ὅλος ὁ οὐρανός γίνεται σπίτι μας. Ἔτσι, λοιπόν, μποροῦμε νά νοιώθουμε ἄνετα κι ἐλεύθερα. Γι᾿ αὐτό, λέγεται, ὅτι ὅταν εἶπαν στόν Εὐάγριο Ποντικό, ἕνα ἀπό τούς πρώτους ἀσκητές τῆς Νιτρίας, ὅτι ὁ πατέρας του πέθανε, αὐτός ἀντέδρασε αὐθόρμητα καί λέει: «Μή βλαστημεῖτε· ὁ Πατέρας μου δέν πέθανε ποτέ»!

Ἔτσι, λοιπόν, μέ τήν πρώτη φράση ὁ Κύριος μᾶς δίνει κουράγιο, μᾶς κάνει δικούς Του ἀδελφούς, καί μᾶς λέει τὸν Πατέρα Του νά τὸν λέμε καί δικό μας Πατέρα. Καί κάτι ἄλλο λένε οἱ Πατέρες: Λέμε τό Θεό «Πάτερ ἡμῶν» - δέν λέμε ἁπλῶς Πατέρα μου - ὁπότε ὁ Θεός εἶναι ὅλων Πατέρας μας καί, ἔτσι, ὅλοι εἴμαστε μεταξύ μας ἀδελφοί.

Ἡ ἑπόμενη φράση λέει, «ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου...».

Σ᾿ αὐτές τίς δύο φράσεις οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας βλέπουν τήν παρουσία τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἔτσι λοιπόν, σ᾿ αὐτές τίς τρεῖς φράσεις «Πάτερ ἡμῶν... ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», εἶναι παροῦσα ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς. Τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρός εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. (Ὑπάρχει μάλιστα μιά γραφή τοῦ Εὐαγγελίου παλαιότερη, πού ἀντί νά λέει «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου» λέει «ἐλθέτω τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ᾿ ἡμᾶς καί καθαρισάτω ἡμᾶς). Ὁπότε ἐδῶ ἔχουμε παροῦσα τήν Ἁγία Τριάδα. Εἶναι αὐτό πού λέμε: «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα..., καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν..., καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον...».

»Ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου...». Παρακαλοῦμε ἐμεῖς νά ἁγιασθεῖ τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, ἄν βλέπουμε αὐτά πού λένε οἱ Πατέρες, ὅτι τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρός εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, αὐτό τό «ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου» μποροῦμε νά τό συνδέσουμε μέ ἐκεῖνο πού λέει ὁ Κύριος: «Ἐγώ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καί αὐτοί ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰω. ιζ´ 19). Καί τό «ἁγιάζω ἑμαυτόν» τοῦ Κυρίου σημαίνει ὅτι, ἐγώ θυσιάζω τὸν ἑαυτό μου γιά νά ἁγιασθοῦν ἐν ἀληθείᾳ, στήν πραγματικότητα, οἱ πιστοί. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν καί ἐμεῖς λέμε «ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου», εἶναι σάν νά λέμε, ἄς ἁγιασθεῖ ἡ θυσία τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ ἀπολύτρωση καί ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν. Καί, «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», νά ἔλθει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο στήν Πεντηκοστή· καί πάντοτε ἔρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά συνεχής Πεντηκοστή.

Μέσα, λοιπόν, σ᾿ αὐτές τίς τρεῖς φράσεις βλέπουμε παροῦσα ὅλη τήν Ἁγία Τριάδα. Ἀλλά, μποροῦμε νά δοῦμε σ᾿ αὐτές τίς τρεῖς φράσεις, καί τήν πραγματικότητα τῆς ἐπικλήσεως τῆς κεντρικῆς εὐχῆς τῆς Θείας Λειτουργίας: Αὐτό πού ὁ ἱερεύς, παρακαλεῖ τὸν Οὐράνιο Πατέρα, νά στείλει δηλ. τό Πνεῦμα τό πανάγιον καί νά ποιήσει τὸν ἄρτον καί τὸν οἶνον Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.

Καί φθάνουμε στήν τέταρτη φράση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κεντρική φράση τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», καί τό κεντρικό σημεῖο τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καί τῆς δικῆς μας ζωῆς: εἶναι τό «γενηθήτω τό θέλημά σου».

Ἴσως αὐτή ἡ φράση, «γενηθήτω τό θέλημά σου», μπορεῖ νά παρομοιασθεῖ μέ τό «Ἀμήν» τῆς ἐπικλήσεως. Καί αὐτό τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» εἶναι ἡ κατάληξη καί ἡ ἀνακεφαλαίωση τῶν προηγουμένων φράσεων· στίς προηγούμενες φράσεις λέμε, «ἁγιασθήτω τό Ὄνομά σου», «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», «γενηθήτω τό θέλημά σου». Ἀναφερόμαστε στό Θεό, λέμε τό ὄνομά Του νά ἁγιασθεῖ, ἡ βασιλεία Του νά ἔλθει, τό θέλημά του νά γίνει. Δίνουμε τά πάντα στό Θεό, καί αὐτό ἐπικυρώνεται καί ἀνακεφαλαιώνεται μ᾿ αὐτή τή φράση, «γενηθήτω τό θέλημά σου».

Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τί σημασία ἔχει τό «γενηθήτω τό θέλημά σου», θά εἶναι καλά νά θυμηθοῦμε αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος, γιατί κατέβηκε ἀπ᾿ τὸν Οὐρανό: «Ἐγώ καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον». Καί τό ἄλλο πάλι πού λέει, ὅτι «ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί...»· ἡ κρίσις μου εἶναι δίκαιη καί σωστή γιατί «οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός». Καί κάτι ἄλλο: θυμᾶστε πού ὁ Κύριος συναντήθηκε μέ τή Σαμαρείτιδα· ὅταν ἦλθαν οἱ μαθητές, εἶπαν στόν Κύριο: «Ραββί, φάγε»· κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε, ὅτι «ἐγώ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ἡμεῖς οὔκ οἴδατε...». Ἐγώ ἔχω νά φάω ἕνα φαγητό τό ὁποῖο ἐσεῖς δέν ξέρετε. «Ἐμόν βρῶμα ἐστίν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον».

Αὐτό, λέει, πού ἐμένα μέ τρέφει εἶναι νά ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός. Καί νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι τό βασικό πρᾶγμα τό ὁποῖο καθορίζει τή ζωή τοῦ Κυρίου καί τή ζωή τή δική μας. Γι᾿ αὐτό βλέπουμε τὸν Κύριο στή συνέχεια, τήν ὥρα τῆς Γεθσημανῆ, δηλ. τήν ὥρα τῆς πραγματικῆς ἀγωνίας - θἄλεγε κανείς τήν ὥρα ἑνός δυνατοῦ σεισμοῦ πού τά πάντα δοκιμάζονται, καί ὁ Κύριος «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο» - νά λέει «Πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τό ποτήριον παρελθεῖν ἀπ᾿ ἐμοῦ ἐάν μή αὐτό πίω, γενηθήτω τό θέλημά σου» (Ματθ. κστ´ 42). Αὐτό ποὺ μᾶς εἶπε ὁ Κύριος νά λέμε, καί ἐκεῖνος τό εἶπε στή δύσκολη στιγμή καί προχωρεῖ ὁ Κύριος ἤρεμα, ἀλλά παντοκρατορικά πρός τό πάθος ἀκριβῶς γιατί λέγοντας, «ὄχι τό δικό μου θέλημα, ἀλλά τό δικό σου νά γίνει», ἀμέσως στρέφεται ἐσωτερικά, παίρνει ἄλλη δύναμη καί προχωρεῖ.

Δέν θἆταν ἄσχημα νά πᾶμε τώρα γιά μιά στιγμή καί στή δικιά μας ζωή. Ἀγωνιζόμαστε στή ζωή μας, ἀρχίζουμε, ἔχουμε σχέδια, ἔχουμε προγράμματα, προχωρᾶμε καλά, ἀλλά σέ μιά στιγμή μπορεῖ νά περάσουμε δυσκολίες. Νομίζω ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μήν περάσει τή Γεθσημανῆ του. Καί τήν ὥρα πού τά πάντα καταρρέουν, τότε μόνο τά πάντα ἀνασταίνονται, καί τότε μόνο καταλαβαίνει κανείς αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι τό νά ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός καί ὄχι τό δικό μου, αὐτό εἶναι ποὺ μὲ τρέφει. Ἐκείνη τή στιγμή πού τά πάντα καταστρέφονται καί δέν ὑπάρχει καμμιά ἐλπίδα πουθενά καί κανένα φῶς, καί τά πάντα εἶναι σκεπασμένα μέ σκοτάδι, ἄν ὁ ἄνθρωπος πεῖ - Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου, ἀμέσως παίρνει μιά ἄλλη δύναμη, ἀνασταίνεται καί προχωρεῖ παντοκρατορικά καί σεμνά πρός τήν ὁδό, πρός τή διάβαση, πρός τό Πάσχα πού εἶναι ὁ Χριστός, σέ μιά ἐξέλιξη πού δέν σταματᾶ ποτέ. Καί τότε, ἐκ τῶν ὑστέρων, θά εὐχαριστεῖ κανείς τό Θεό ὄχι γιά τίς εὐκολίες, ἀλλά γιά τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς του καί γιά τή Γεθσημανῆ του, ἡ ὁποία τὸν ἀνάγκασε, μέσα στήν ἐξάρθρωση τοῦ ἑαυτοῦ του, νά πεῖ τό λογισμό του ἐλεύθερα, νά καταλήξει στό: «Θεέ μου, νά γίνει τό δικό σου θέλημα».

Νομίζω ὅτι αὐτό τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» μοιάζει μέ τό «γενηθήτω» τό δημιουργικό (αὐτό πού λέει ὁ Κύριος, «Εἶπε καί ἐγενήθησαν, ἐνετείλατο καί ἐκτίσθησαν»), καί μέ τό λειτουργικό γενηθήτω (ὅταν ὁ ἱερεύς ἱερουργεῖ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί παρακαλεῖ τὸν Πατέρα νά καταπέμψει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί νά ποιήσει τὸν ἄρτον Σῶμα Χριστοῦ καί τό ἐν τῷ Ποτηρίῳ Αἷμα Χριστοῦ καί λέει τό Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμήν, ὁπότε ἤδη ἔγινε τό μυστήριο. Ὑπάρχει μιά σχέση μεταξύ τοῦ δημιουργικοῦ γενηθήτω καί τοῦ λειτουργικοῦ). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνειδητά πεῖ, Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί σέ μένα, μοιάζει καί μέ αὐτό πού εἶπε ἡ Παρθένος στόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου»· νά γίνει σέ μένα, στήν ὕπαρξή μου, μέσα μου, κατά τό ρῆμα σου· Θεέ μου, νά γίνει κατά τό θέλημά σου. Ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί παίρνει μιά ἄλλη δύναμη.

Λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ κάπου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, ὑπακούοντας στό Θεό, νά γίνει Θεός κατά χάριν, καί νά δημιουργήσει ἐκ τοῦ μή ὄντος νέους κόσμους: ὁ ἄνθρωπος γίνεται τελείως νέος, ὁ ἀδύνατος παίρνει ἄλλη δύναμη καί ὁ νεκρός παίρνει νέα ζωή καί προχωρεῖ. Τότε καταλαβαίνει ὅτι, πράγματι, εἶναι τροφή πραγματική τό νά καταλήξει νά πεῖ ἤρεμα, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί ὄχι τό δικό μου».

Γι᾿ αὐτό βλέπετε ὅτι ὁ ἀληθινός θεολόγος δέν εἶναι αὐτός πού πάει στό πανεπιστήμιο καί παίρνει ἄριστα ἐπειδή θυμᾶται μερικές χρονολογίες καί μερικά ὀνόματα ἢ γράφει μιά ἐργασία· ἀλλά, ἀληθινός θεολόγος πού γνωρίζει ποιά εἶναι ἡ δύναμη καί ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος στή δύσκολη στιγμή λέγει: μή τό ἐμόν, ἀλλά τό σόν γενέσθω θέλημα. Τότε ὅλος ὁ Θεός μπαίνει μέσα του, τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο τὸν κάνει θεολόγο, τὸν κάνει θεό κατά χάριν καί προχωρεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μέ ἕνα ἄλλο τρόπο μπροστά. Καί ὅπως ὁ Κύριος ἀναστημένος προχωροῦσε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ ἀδύνατος ἀλλά καί παντοδύναμος μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, προχωρεῖ εἴτε τά προβλήματα εἶναι λυμένα ἢ ἀνοικτά. Γι᾿ αὐτό ἄν τυχόν περνᾶμε δυσκολίες ἄς λέμε τό λογισμό μας ἐλεύθερα· ὅπως θέλει κανείς νά ἐκφρασθεῖ, ἄς ἐκφρασθεῖ, γιατί ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας. Ἀλλά στή συνέχεια ἄς ποῦμε, Θεέ μου, ἐγώ δέν ξέρω, ἐσύ ξέρεις, ἐσύ μέ ἀγαπᾶς πιό πολύ ἀπό ὅ,τι τούς ἀγαπῶ ἐγώ καί πιό πολύ ἀνήκουν σέ σένα ὅλοι ἀπ᾿ ὅ,τι ἀνήκουν σέ μένα. Ὁπότε ἄς γίνει τό θέλημά σου. Ἂν τυχόν τό θέλημά σου ἐξωτερικά φαίνεται καταστροφή, νἆναι καταστροφή. Καλύτερα μιά θεοθέλητη καταστροφή παρά ὁποιαδήποτε ἐπιτυχία μέ τήν ἀνθρώπινη βούληση, πού εἶναι ἀληθινό χαντάκωμα καί ἀληθινή καταστροφή. Τότε τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» εἶναι ἡ φράση ποὺ μᾶς τρέφει καί μᾶς ἀνασταίνει σέ ἕνα ἄλλο χῶρο.

Ἡ ἄλλη φράση εἶναι, «ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς».

Ἐδῶ πέρα, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός, βάζει τὸν καθένα μας ὑπεύθυνα γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Δέν λέει, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου στή ζωή μου», ἀλλά νά γίνει τό θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς, νά γίνει σ᾿ ὁλόκληρη τή γῆ. Θυμᾶμαι σ᾿ ἕνα νησί, στήν Κῶ, πού εἶχα πάει μιά φορά εἶχα δεῖ μιά γριούλα. Μοῦ λέει, «Ἐγώ δέν ξέρω γράμματα καί δέν ξέρω νά κάνω καμιά προσευχή, μά οὔτε τό Πιστεύω μπορῶ νά πῶ οὔτε τό Πάτερ ἡμῶν. Γι᾿ αὐτό, τό βράδυ ὅταν πέσω νά κοιμηθῶ, κάνω τό σταυρό μου καί παρακαλῶ ὁ Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό ὅλον τὸν κόσμο». Μέ ρωτᾶ, «Καλά κάνω;» Τῆς λέω, «Καλά κάνεις».

Βλέπετε, ἡ γριούλα εἶχε συλλάβει τό μυστικό τῆς εὐχῆς αὐτῆς· καί ἐπειδή ζοῦσε μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἐπειδή εἶχε τή χάρη τοῦ Χριστοῦ πού κυκλοφοροῦσε μέσα στήν ὕπαρξή της ἀθόρυβα, ὅπως πάει ὁ χυμός τῆς ἀμπέλου πρός τό κλῆμα, γι᾿ αὐτό, χωρίς νά ξέρει γράμματα, ἔκανε αὐτό τό ἀληθινό: παρακαλοῦσε ὁ Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό ὅλο τὸν κόσμο. Ἔτσι λοιπόν λέμε «ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς».

Παρακάτω λέμε, «τόν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον».

Ὅταν φθάσουμε στό σημεῖο νά περάσουμε τή Γεθσημανῆ καί νά ποῦμε στή δύσκολη στιγμή, «Θεέ μου, γενηθήτω τό θέλημά σου» καί δέν δυσανασχετοῦμε, δέν ἀγανακτοῦμε, ἀλλά αὐτό τό δεχόμαστε μέ καρτερία καί ἠρεμία, τότε νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανό τό πνευματικό μας στομάχι νά χωνέψει τήν ὄντως τροφή. Καί ἡ ὄντως τροφή πάλιν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Εἴδατε ὅτι εἶπε: «Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τίς φάγη ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. στ´ 51). Ἐγώ εἶμαι ὁ ἀληθινός ἄρτος, ὁ ζωντανός, πού κατέβηκε ἀπό τὸν οὐρανό· καί ἄν κανείς φάει ἀπ᾿ αὐτόν τὸν ἄρτο θά ζήσει καί δέν πρόκειται νά πεθάνει. Δηλ. παίρνει ἀπό τώρα μιά δύναμη καί μιά χάρη, ἡ ὁποία τὸν βοηθᾶ νά ξεπεράσει τό θάνατο· ἤδη ἀπό τώρα, ἐνῶ βρίσκεται ἐν σαρκί, βρίσκεται μέσα στήν αἰώνια ζωή.

Γι᾿ αὐτό ὅταν λέει ὁ Κύριος, «τόν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον», τί ἀκριβῶς θέλει νά πεῖ; Καί λένε οἱ Πατέρες ὁ «ἐπιούσιος» σημαίνει ὁ ἄρτος πού ἀφορᾶ τήν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὁ ἄρτος τῆς ἐπιούσης ἡμέρας. Ἐπιοῦσα ἡμέρα εἶναι ἡ ἑπόμενη μέρα· καί ἑπόμενη μέρα εἶναι ὁ ἑπόμενος αἰών, εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἔτσι λοιπόν, παρακαλοῦμε τό Θεό Πατέρα νά μᾶς ἀξιώσει τῆς «ἐπιούσης ἡμέρας», τοῦ οὐρανίου ἄρτου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά μᾶς Τὸν δώσει σάν τροφή ἀληθινή ἀπό σήμερα. Καί ἐνῶ βρισκόμαστε ἐν σαρκί, ἐνῶ βρισκόμαστε σ᾿ αὐτό τὸν κόσμο, ὁ ἀληθινός ἄρτος πού θά μᾶς τρέφει νἆναι ὁ ἄρτος τῶν ἀγγέλων, ὁ ἄρτος τῆς «ἐπιούσης ἡμέρας», ὁ ἄρτος τῆς μελλούσης ζωῆς καί βασιλείας.

»Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».

Ἐδῶ πέρα θυμόμαστε τήν προσευχή τοῦ Κυρίου πού εἶπε γιά τούς σταυρωτές του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ´ 34). Ὁ Κύριος τούς συγχώρεσε καί ἐπειδή δέν ὑπῆρχε καμιά δικαιολογία γι᾿ αὐτό, ὁ Κύριος βρῆκε μιά δικαιολογία γι᾿ αὐτούς, ὅτι δέν ξέρουν τί κάνουν.

»Καί ἄφες ἡμῖν..., ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν...». Ἡ φράση αὐτή ἔχει κάτι λίγο πιό ἀπαιτητικό. Δέν μᾶς λέει ὁ Κύριος νά παρακαλοῦμε τό Θεό Πατέρα νά μᾶς βοηθήσει νά συγχωροῦμε τούς ἄλλους, ἀλλά λέμε ὅτι ἐμεῖς ὁπωσδήποτε συγχωροῦμε. Καί λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι ἐδῶ πέρα, ἐμεῖς σάν νά λέμε στό Θεό Πατέρα νά λάβει ἐμᾶς σάν ὑπόδειγμα καί νά μᾶς συγχωρήσει καί ἐμᾶς.

Ἀλλά ἄν τυχόν ἐμεῖς δέν συγχωροῦμε, τότε τίποτε δέν γίνεται, τό εἶπε ὁ Κύριος ξεκάθαρα: «Ἐάν δέ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ Πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. στ´ 15). Μπορεῖ νά πηγαίνουμε στά Κατηχητικά, μπορεῖ νά πηγαίνουμε στίς ὁμιλίες, στήν ἐκκλησία, νά κοινωνοῦμε καί νά προχωροῦμε στήν πνευματική ζωή, μπορεῖ νά κάνουμε θαύματα, καί ὅμως νά μή συγχωροῦμε κάποιον. Ἀλλά ἐάν δέν συγχωροῦμε δέν γίνεται ἀπολύτως τίποτα.

Στό σημεῖο αὐτό θἄθελα νά θυμηθοῦμε κάτι πού ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στούς ἀνθρώπους πού ἀπευθυνόταν: «Πονάω γιατί δέν ἔχω χρόνο νά σᾶς δῶ ὅλους χωριστά τὸν καθένα σας καί νά ἐξομολογηθεῖτε καί νά μοῦ πεῖτε τά παράπονά σας καί νά σᾶς πῶ καί ἐγώ ὅ,τι μέ φωτίσει ὁ Θεός. Ἀλλά ἐπειδή δέν μπορῶ νά σᾶς δῶ ὅλους, θά σᾶς πῶ μερικά πράγματα τά ὁποῖα πρέπει νά ἐφαρμόσετε. Κι ἄν αὐτά ἐφαρμόσετε θά προχωρήσετε καλά. Τό πρῶτο εἶναι νά συγχωρᾶτε τούς ἐχθρούς σας». Καί γιά νά τούς κάνει νά καταλάβουν τί ἤθελε νά πεῖ, τούς δίνει ἕνα παράδειγμα: «Ἤλθαν δύο νά ἐξομολογηθοῦν, ὁ Πέτρος καί ὁ Παῦλος. Ὁ Πέτρος μοῦ εἶπε: «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἐγώ ἀπό μικρός πῆρα τὸν καλό δρόμο. Ζῶ στήν ἐκκλησία, ἔχω κάνει ὅλα τά καλά, προσεύχομαι, κάνω ἐλεημοσύνες, ἔχω κτίσει ἐκκλησίες, ἔχω κτίσει μοναστήρια, ἔχω ἕνα μικρό ἐλαττωματάκι, ὅτι δέν συγχωρῶ τούς ἐχθρούς μου». Καί λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὅτι, «Ἐγώ, αὐτόν τὸν ἀποφάσισα γιά τήν κόλαση, κι εἶπα «ὅταν πεθάνει θά τὸν πετάξουν στό δρόμο νά τὸν φᾶνε τά σκυλιά»». Μετά ἀπό λίγο ἔρχεται ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἐξομολογήθη καί μοῦ λέει: «Ἐγώ ἀπό μικρός πῆρα τό στραβό δρόμο, ἔχω κλέψει, ἔχω ἀτιμάσει, ἔχω σκοτώσει, ἔχω κάψει ἐκκλησίες, μοναστήρια, δηλ. εἶμαι σάν δαιμονισμένος· μόνο ἕνα καλό ἔχω, ὅτι συγχωρῶ τὸν ἐχθρό μου». Καί λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς, «ἐγώ κατέβηκα, τὸν ἀγκάλιασα, τὸν φίλησα καί τοῦ εἶπα σέ τρεῖς μέρες νά κοινωνήσει».

Αὐτός πού εἶχε ὅλα τά καλά, μέ τήν κακότητα νά μή συγχωρεῖ τὸν ἐχθρό του, ὅλα αὐτά τά μόλυνε, ὅπως ἔχουμε 100 ὀκάδες ζυμάρι καί βάζουμε λίγο προζύμι καί κουφίζει ὅλο τό ζυμάρι. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ὁ ἄλλος πού ἔχει κάνει ὅλα τά κακά, συγχωροῦσε τὸν ἐχθρό του· αὐτό ἔδρασε μέσα σ᾿ ὅλα αὐτά σάν μιά φλόγα κεριοῦ καί τἄκαψε ὅλα. Νομίζω, ὅτι αὐτό εἶναι βασικό. Καί πολλές φορές ἡ ζωή μας ὁλόκληρη βγάζει μιά ἀποφορά ἀντί νἄναι ἄρωμα Χριστοῦ, καί δέν ξέρουμε γιατί γίνεται αὐτό. Νά συγχωροῦμε, λοιπόν. Νά μήν κρατήσουμε καμιά κακότητα γιά κανένα. Τότε ἡ ζωή μας θά προχωρήσει μπροστά. Ἂν αὐτό δέν κάνουμε, τότε ὅλες οἱ θεολογίες μας κι ὅλες οἱ ἁγιότητές μας πᾶνε χαμένες. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς λέει ὁ Κύριος, «ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα φτάνει γιά νά σέ βάλει στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καί ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα μπορεῖ νά βρωμίσει ὅλη τή ζωή μας.

»Καί μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ».

Λέμε, «μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», καί ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος λέει, «Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις» (Ἰάκ. α´ 2). Τήν ἀπορία μᾶς τήν λύνουν οἱ Πατέρες. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει ὅτι ὑπάρχουν δύο εἰδῶν πειρασμοί: ἀπό τή μιά μεριά ἔχουμε τούς ἡδονικούς καί προαιρετικούς πού γεννοῦν τήν ἁμαρτία· σ᾿ αὐτούς παρακαλοῦμε τὸν Κύριον νά μήν ἐπιτρέψει νά μποῦμε καί νά παρασυρθοῦμε. Ἀπ᾿ τήν ἄλλη μεριά ὑπάρχουν ἄλλοι πειρασμοί καί δοκιμασίες, οἱ ἀπροαίρετοι καί ὀδυνηροί πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι κολάζουν τήν φιλαμαρτήμονα γνώμη, οἱ ὁποῖοι σταματοῦν τήν ἁμαρτία. Ἔτσι, λοιπόν, παρακαλοῦμε νά μήν πέσουμε στούς πρώτους πειρασμούς, τούς ἡδονικούς καί προαιρετικούς, ἀλλά ἄν τυχόν πέσουμε στίς ἄλλες δοκιμασίες πρέπει νά τίς δεχόμαστε μέ κάθε χαρά, γιατί αὐτοί οἱ πειρασμοί φέρνουν τήν γνώση, τήν ταπείνωση, τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί θυμᾶστε αὐτό πού λέει στό Γεροντικό: «ἔπαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος». Ἂν βγάλεις ἀπό τή ζωή μας τούς πειρασμούς, αὐτές τίς δοκιμασίες, κανείς δέν πρόκειται νά σωθεῖ.

»...ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ». Ἡ τελευταία φράση αὐτῆς τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ πρώτη φράση τῆς προσευχῆς εἶναι τό «Πάτερ ἡμῶν». Ὁ Θεός εἶναι ἡ πρώτη λέξη, ἡ πρώτη πραγματικότητα, τελευταία δέ εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ ζωή μας κινεῖται μεταξύ τοῦ πονηροῦ καί τοῦ Θεοῦ. Ὁ πονηρός δέν ἄφησε κανένα ἀπείραστο· οὔτε τὸν πρῶτο Ἀδάμ στόν Παράδεισο οὔτε τό δεύτερο Ἀδάμ, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅταν βγῆκε στήν ἔρημο. Καί λέει ὁ Κύριος πάλι, ὅτι «τό γένος τοῦτο ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ» (Μαρκ. θ´ 29). Δέν μποροῦμε νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τὸν πονηρό παρά μέ τήν προσευχή καί τή νηστεία. Δέν φεύγει ὁ πονηρός μέ τή λογική ὅπως δέν φεύγει τό καρκίνωμα μέ τίς ἀσπιρίνες. Δέν φεύγει ὁ διάβολος μέ τίς ἐξυπνάδες. Λέγει καί ἕνας μοναχός, ὅτι ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος δέν μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα μέ τό μικρότερο διάβολο. Γι᾿ αὐτό δέν πρέπει νά ἀρχίζομε συζήτηση μέ τὸν πονηρό. Ἂς τὸν ἀφήνουμε καί νά φεύγουμε.

Τό θέμα στήν πνευματική ζωή εἶναι νά ἀποκτήσουμε τή διάκριση τήν πνευματική, νά ξεκαθαρίζουμε τά πράγματα ἄν κάτι εἶναι ἀπό τό Θεό ἢ ἀπό τό διάβολο. Μά θά πεῖ κανένας: Ἐγώ εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος· πῶς μπορῶ νά ἀποκτήσω αὐτή τή διάκριση; Νομίζω τά πράγματα εἶναι ἁπλά ἐάν τυχόν κάνουμε συνειδητά αὐτή τήν προσευχή ποὺ μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος. Μποροῦμε τώρα νά ἀρχίσουμε ἀπό πίσω: ἐάν συγχωροῦμε τούς ἐχθρούς μας ἀσυζητητί· ἐάν τρεφόμεθα μέ τὸν οὐράνιον ἄρτον· ἐάν στή δύσκολη στιγμή λέμε, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου» καί ἐάν νοιώθουμε τό Θεό, Πατέρα μας, τότε, ἐνῶ εἴμαστε πάρα πολύ ἀδύνατοι, θά εἴμαστε ταυτόχρονα καί πανίσχυροι. Ἐάν, ἀντίθετα, κάνουμε τό θέλημά μας καί δέν συγχωροῦμε τὸν ἄλλο, τότε τὸν διάβολο ἀπό μυρμήγκι τὸν κάνουμε λιοντάρι καί δέν μποροῦμε νά τά βγάλουμε πέρα μέ καμιά δύναμη. Ἀντίθετα, ἐάν λέμε: τό θέλημα τοῦ Θεοῦ νά γίνει, ἐγώ δέν ξέρω τίποτα· ἄν συγχωροῦμε ἀσυζητητί· ἄν τή στιγμή ποὺ μᾶς ἔχουν σκοτώσει, ἐμεῖς, σκοτωμένοι, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι δέν κρατᾶμε καμιά κακότητα γι᾿ αὐτόν ποὺ μᾶς σκότωσε καί λέμε ἔχει ὁ Θεός, δέν πειράζει· τότε ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ ἀδύνατος, εἶναι παντοδύναμος καί μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα καί ὁ διάβολος μπροστά του εἶναι μυρμήγκι. Καί προχωρεῖ ἐλεύθερα.

Θυμᾶστε, στή Γεθσημανῆ, ὅταν ὁ Κύριος «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο» καί εἶπε «οὐ τό ἐμόν θέλημα γενέσθω», ἀναφέρεται ἐκεῖ στήν Ἁγία Γραφή ὅτι, «ὤφθη δέ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτό» (Λουκ. κβ´ 43). Καί ἐπίσης ὅταν στήν ἔρημο εἶπε, «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καί αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις», τότε τὸν ἄφησε ὁ διάβολος «καί ἰδού ἄγγελοι προσῆλθον καί διηκόνουν αὐτῷ» (Ματθ. δ´ 10-11). Ἔτσι, λοιπόν, συμβαίνει καί σ᾿ ἐμᾶς· ἄν λέμε τήν προσευχή αὐτή, ἄν ζοῦμε τή ζωή αὐτή, ὁ πονηρός φεύγει, ἡ διάκριση ἡ πνευματική ἔρχεται μέσα μας καί ἄγγελοι μᾶς διακονοῦν. Καί μποροῦμε νά νοιώσουμε αὐτή τή συντροφιά τῶν ἀγγέλων· καί μποροῦμε ἀπό τώρα νά ζήσουμε στόν Οὐρανό· καί μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε αὐτές τίς φράσεις τίς κυπριακές καί νά ποῦμε ὅτι ἡ ζωή μας γίνεται τότε «ἀγγελόκτιστη», «Θεοσκέπαστη». Τότε ὁ ἄνθρωπος ὁ μικρός γίνεται μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ παντοδύναμος...

Σελίδες: 1 ... 4 5 [6]