Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Θέματα - Ἰωάννης

Σελίδες: [1] 2 3
1
Μουσική / Δὲν περιγράφεται...
« στις: 04 Δεκεμβρίου, 2011, 06:55:17 μμ »
[font size=3]Τὶ νὰ πεῖ κανεῖς ἀκούγοντας τὸ τυφλό αὐτὸ κοριτσάκι, νὰ τραγουδὰ;
Τὶ ρωμαίϊκη λεβεντιά! Τὶ παλμός! Ἐπικό καὶ ἀπερίγραπτο! Διδάσκει ἧθος καὶ λεβεντιὰ...[/fonts]


3
[font size=3]       \"Μια κυοφορούμενη αίρεση στην Ορθόδοξη Εκκλησία\"
Μητροπολίτης Ναυπάκτου π.Ιερόθεος

Η λέξη αίρεση προέρχεται από το ρήμα αιρέομαι-ούμαι και δηλώνει την επιλογή και προτίμηση μιας επί μέρους πλευράς μιας διδασκαλίας που απολυτοποιείται σε βάρος της καθολικότητος, της όλης αληθείας.
Από πλευράς Ορθοδοξίας αίρεση είναι η απόκλιση από την καθιερωμένη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως διατυπώθηκε από τους Αποστόλους, τους Πατέρας της Εκκλησίας, κυρίως στις Τοπικές και τις Οικουμενικές Συνόδους. Για παράδειγμα, η διδασκαλία για την ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό διατυπώθηκε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, σύμφωνα με την οποία η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώθηκαν «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως» στην υπόσταση του Λόγου.

Όταν κάποιος υπερτονίζη την θεία φύση σε βάρος της ανθρωπίνης φύσεως, περιπίπτει στην αίρεση του μονοφυσιτισμού. Όταν κάποιος άλλος υπερτονίζη την ανθρωπίνη φύση σε βάρος της θείας φύσεως και κυρίως σε βάρος της ενότητος των δύο φύσεων, τότε περιπίπτει στην αίρεση του νεστοριανισμού.

Το προηγούμενο δείχνει ότι πρέπει να αποδεχόμαστε τα δόγματα της Εκκλησίας τα οποία διατυπώθηκαν στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, δηλαδή στα κείμενα των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, οι τελευταίοι δε τα διετύπωσαν στις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους, γιατί διαφορετικά, αλλοιώνεται η αποκεκαλυμμένη αλήθεια της πίστεως, και κυρίως αυτή η αλλοίωση γίνεται με στοχασμούς και ευσεβείς σκέψεις πάνω σε δογματικές αλήθειες της Εκκλησίας.

1. Οι δήθεν δύο τύποι εκκλησιολογίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Τον τελευταίο καιρό υφέρπει και κυοφορείται μια αιρετική διδασκαλία που υπονομεύει όλο το οικοδόμημα της ορθοδόξου διδασκαλίας. Δεν θα έδινα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προσοχή, αν δεν έβλεπα ότι αυτή η κακοδοξία διαδίδεται σαν λύμη, την οποία συναντώ σε βιβλία και κείμενα, θεολόγων και φιλοσοφούντων, σε άρθρα, σε προφορικές ομιλίες που ακούγονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Δεν κτυπιέται ευθέως η δογματική διδασκαλία της Αγίας Γραφής, των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά κυρίως προσβάλλονται ύπουλα οι προϋποθέσεις της ορθοδόξου θεολογίας.

Γράφεται και λέγεται ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας από τον 3ο αιώνα και μετά αλλοίωσαν την αρχέγονη εκκλησιαστική παράδοση.

Η αρχαία Εκκλησία, όπως υποστηρίζεται, ζούσε το μυστήριο της Εκκλησίας στην θεία Ευχαριστία, η οποία θεία Ευχαριστία «αποτελεί εικόνα και προληπτική φανέρωση της εσχατολογικής Βασιλείας του Θεού», οπότε η θεία Ευχαριστία εξομοιώνει, κατά το δυνατόν, τις ιστορικές κατά τόπους χριστιανικές κοινότητες ως «αυθεντική έκφραση της εσχατολογικής δόξας της βασιλείας του Θεού».

Οι απόψεις μπορούν να φαίνονται ως ευλογοφανείς, ουσιαστικά όμως δημιουργούν πρόβλημα, όταν δεν ερμηνεύωνται ορθόδοξα τα περί της θείας Ευχαριστίας ως φανερώσεως της Βασιλείας του Θεού, και τα περί της μεθέξεως της εσχατολογικής δόξας της Βασιλείας.

Λέγεται αυτό, γιατί όσοι χρησιμοποιούν τέτοιες εκφράσεις συνήθως αγνοούν η περιφρονούν την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, για το ότι η Βασιλεία του Θεού είναι η φανέρωση του Θεού ως Φωτός, όπως έγινε στο όρος της Μεταμορφώσεως.

Επίσης, δεν ερμηνεύουν την δόξα του Θεού ως το άκτιστο Φως και την βίωση της εσχατολογικής δόξας ως μέθεξη του ακτίστου Φωτός, κατά την διάρκεια της θεοπτίας, όπως το έζησαν οι τρεις Μαθητές στο όρος της Μεταμορφώσεως και οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, που έλαβαν το Άγιον Πνεύμα και έγιναν μέλη του αναστημένου Σώματος του Χριστού.

Αυτή η θεοπτία και η μέθεξη της δόξας του Θεού είναι η βίωση της εσχατολογικής δόξας της Βασιλείας και κατά την θεία Λειτουργία από τους αξίους αυτής της εμπειρίας, τους θεουμένους.

Όμως, όσοι χρησιμοποιούν τέτοιες εκφράσεις, όπως Εκκλησία, θεία Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού, τις ερμηνεύουν πολύ εξωτερικά, συναισθηματικά η τουλάχιστον με έναν αφηρημένο στοχαστικό θεολογικό λόγο.

Στην θεία Ευχαριστία βιώνουν την εσχατολογική δόξα της Βασιλείας όσοι φθάνουν στην θεοπτία και όχι απλώς όσοι νομίζουν ότι συμμετέχουν σε αυτήν μηχανικά με τα πάθη τους και τις αδυναμίες τους.

Η εμπειρία της εσχατολογικής δόξας της Βασιλείας δεν γίνεται απλώς με τα ωραία άμφια και τις ψαλμωδίες ούτε με την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις, αλλά με την εμπειρία της θεώσεως στην θεία Ευχαριστία και κατά την θεία Κοινωνία.

Αυτό δείχνει η εμπειρία της δόξας της Βασιλείας που είχε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, κατά την ημέρα της Κυριακής, και την περιγράφει στο βιβλίο της Αποκαλύψεως. Ουσιαστικά περιγράφεται η ουράνια θεία Λειτουργία.

Η ανησυχία, όμως, και ο έντονος προβληματισμός είναι κυρίως στο ότι όσοι ομιλούν κατά τέτοιον αφηρημένο, συναισθηματικό και στοχαστικό τρόπο, αφ\' ενός μεν παραθεωρούν τις ορθόδοξες προϋποθέσεις μεθέξεως της «εσχατολογικής δόξας», αφ\' ετέρου δε προχωρούν ακόμη πιο πέρα για να τις παρερμηνεύσουν.

Ισχυρίζονται, δηλαδή, ότι αυτήν την ζωή της πρώτης Εκκλησίας, που εκφραζόταν ως «εσχατολογική δόξα της Βασιλείας του Θεού», την αλλοίωσαν οι ίδιοι οι άγιοι Πατέρες στους μεταγενέστερους αιώνες!

Δηλαδή, η ίδια η Εκκλησία που εκφράζεται δια των αγίων Πατέρων, τους οποίους εκείνη τιμά και γεραίρει, και τελικά αποδέχεται την διδασκαλία τους, δήθεν αλλοίωσε αυτήν την «βασική βιβλική και αρχέγονη χριστιανική εκκλησιολογία και πνευματικότητα».

Αυτό έγινε, γιατί ασκήθησαν, όπως υποστηρίζουν, «έντονες ιδεολογικές πιέσεις του χριστιανικού γνωστικισμού και κυρίως του (νέο-) πλατωνισμού», που άρχισαν από τον 3ο αιώνα, οπότε υπεχώρησε η αρχέγονη εκκλησιολογία. Στην καλύτερη, όμως, περίπτωση «συνυπάρχει με μιαν άλλην πνευματικότητα (αλλά και εκκλησιολογία)».

Ἑ­πο­μέ­νως, οι Πατέρες συνετέλεσαν στο να υποχωρήση η αρχέγονη εκκλησιολογία, και αυτό το αποδέχθηκε σιωπηρώς η Εκκλησία, (δηλαδή η μια εκκλησιολογία στρέφεται εναντίον της άλλης εκκλησιολογίας) η συνυπάρχουν δύο εκκλησιολογίες παράλληλα.

Η μεταγενέστερη δε αυτή «πνευματικότητα» και «εκκλησιολογία» «έχει τις ρίζες της στη νέο-πλατωνίζουσα ευαγριανή και τη μεσσαλιανίζουσα μακαριανή μυστική θεολογία, αλλά θεμελιώνονται και επιστημονικά από την κατηχητική Σχολή της Αλεξανδρείας».

Αυτή δε η μεταγενέστερη «εκκλησιολογία» χαρακτηρίζεται «όχι απλώς τροπή αλλά ανατροπή», της εκκλησιολογίας της πρώτης Εκκλησίας!

Όταν γίνεται λόγος για «νέο-πλατωνίζουσα ευαγριανή» και «μακαριανή μυστική θεολογία», εννοούνται τα έργα του Ευαγρίου του Ποντικού και τα έργα του Μακαρίου του Αιγυπτίου. Εννοείται ότι τα έργα αυτών των δύο, στο θέμα όμως της ασκητικής και της προσευχής, επηρέασαν όλην την μεταγενέστερη πατερική παράδοση, που φθάνει μέχρι τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, και καταγράφεται στο γνωστό έργο «Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών», την οποία κατήρτισαν οι άγιοι Μάκαριος πρώην Κορίνθου Νοταράς και Νικόδημος ο Αγιορείτης, από διάφορες συλλογές που είχαν ήδη συγκροτηθή. Αυτήν την συλλογή, με προσθαφαιρέσεις έργων, μετέφρασε στην ρωσοβλαχική γλώσσα ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, δημιούργησε μια θαυμαστή στροφή στις χώρες του Βορρά και ανέδειξε πλήθος οσίων και ασκητών και τελικά αγίων της Εκκλησίας.

Γι’ αυτό όσοι υποστηρίζουν την πιο πάνω άποψη καταφέρονται σκληρά και εναντίον του βιβλίου της Φιλοκαλίας των ιερών νηπτικών, της οποίας ο υπότιτλος είναι «εν η δια της κατά την Πράξιν και θεωρίαν Ηθικής Φιλοσοφίας ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται». Γι’ αυτό το συλλεκτικό έργο των αγίων Νικοδήμου Αγιορείτου και Μακαρίου Νοταρά, τους οποίους η Εκκλησία συμπεριέλαβε στο αγιολόγιό της, πράγμα που αποδεικνύει ότι η νηπτική-φιλοκαλική παράδοση αναγνωρίζεται ως η προϋπόθεση της σωτηρίας και της θεώσεως του ανθρώπου, σε απαραίτητο συνδυασμό βέβαια με τα Μυστήρια της Εκκλησίας, είναι σημαντική.

Όσοι έχουν την άποψη που παρατέθηκε πιο πάνω, χαρακτηρίζουν την Φιλοκαλία ως «τα μηδενιστικά αδιέξοδα του φιλοκαλικού αντινεωτερικού προγράμματος των Νικοδήμου-Μακαρίου».

Έτσι, λοιπόν, κατά την μοντέρνα και προτεσταντίζουσα αυτή άποψη, η αρχέγονη «εκκλησιολογία» υπεχώρησε για να έλθη μια άλλη «εκκλησιολογία» η στην καλύτερη περίπτωση λειτουργούν παράλληλα οι δύο εκκλησιολογίες μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Μια τέτοια, όμως, άποψη δημιουργεί σύγχυση στους πιστούς. Και το εκπληκτικότερο είναι ότι αυτή η σύγχυση, σύμφωνα με τα λεγόμενα από τους αμφισβητίες αυτούς, έγινε δήθεν από την ίδια την Εκκλησία δια των Πατέρων της. Δηλαδή, κατ’ αυτούς, η ίδια η Εκκλησία αυτοαναιρείται.

Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτή η προτεσταντίζουσα θεωρία αποτελεί πραγματικά αίρεση, και δυναμίτιδα μέσα στα θεμέλια της ίδιας της Εκκλησίας.

Επομένως, σύμφωνα με την θεωρία αυτή από τον 3ο αιώνα και μετά περνά μια αλλαγή στην θεολογία και την εκκλησιολογία της Εκκλησίας και σε αυτό συνετέλεσαν ο Ευάγριος ο Ποντικός με τον Μακάριο τον Αιγύπτιο. Ο Ευάγριος χωρίζει τον νου από τις αισθήσεις και την διάνοια και αυτό θεωρείται ως ένας «θεωρητικός μυστικισμός».

Αντίθετα, ο Μακάριος ο Αιγύπτιος επαναφέρει τον νου στην καρδιά, οπότε εκφράζεται ένας «πνευματικός υλισμός». Έτσι, λοιπόν, η «ευαγριομαξιμιανή προβληματική», «το (νέο) πλατωνικό υπόβαθρο της ευαγριανής θέσεως» γίνεται «υπόβαθρο επίσης του Γρηγορίου Ναζιανζηνού και του Γρηγορίου Νύσσης».

Η θεολογία της προσευχής, όπως την διετύπωσε ο Ευάγριος, αλλά και ο Μακάριος ο Αιγύπτιος, «διέσχισε τους αιώνες με το κύρος σημαντικών προσωπικοτήτων που την εφήρμοσαν, όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο Ησύχιος ο Πρεσβύτερος, ο Φιλόθεος ο Σιναΐτης, ο Ισαάκ ο Σύρος και πλήθος άλλοι, για να λάβη περίπου δογματική κατοχύρωσι τον δεκατέταρτο αιώνα με τον Γρηγόριο τον Παλαμά και τους ησυχαστές του Άθω». «Ο ψευδο-Διονύσιος παρέλαβε το ευαγριανό σχήμα: κάθαρσι, φωτισμός, θέωσι» και επηρέασε και τον άγιο Μάξιμο τον σχολιαστή του «ψευδοδιονυσίου».

Φαίνεται καθαρά ότι, σύμφωνα με την θεωρία αυτή, οι δύο εκφράσεις της ησυχαστικής ζωής, δηλαδή ο «θεωρητικός μυστικισμός» του Ευαγρίου και ο «πνευματικός υλισμός» του Μακαρίου του Αιγυπτίου πέρασαν δια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, μέσα στην Εκκλησία, και κατέληξαν στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Έτσι, κατ’ αυτούς, ο ησυχασμός και ο σύγχρονος μοναχισμός μορφοποιήθηκε από τις δύο αυτές κατευθύνσεις.

Αυτή η νέα θεωρία, που προσπαθεί να ανατρέψη την παραδοσιακή ασκητική ζωή της Εκκλησίας, διατείνεται ότι οι βαθμοί της πνευματικής ζωής, κάθαρση, φωτισμός, θέωση είναι επίδραση ωριγενιστική.

Σύμφωνα με την άποψη αυτή ο Ευάγριος επηρεάσθηκε από τον Ωριγένη και όλος αυτός ο επηρεασμός επέδρασε στους μεταγενεστέρους Πατέρας (Μακάριο Αιγύπτιο, Καππαδόκες, Μάξιμο Ομολογητή, Συμεών Νέο Θεολόγο, άγιο Γρηγόριο Παλαμά κ.α.) και έφθασε μέχρι τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και, βεβαίως, στους Πατέρας της Φιλοκαλίας.

Μερικοί φθάνουν στο σημείο να θεωρούν ότι οι θεοπτίες των ιερών ησυχαστών είναι «δαιμονοφαντάσματα», «δαιμονικαί φαντασιώσεις», «δαιμονοκίνητοι», «αλλοπρόσαλλα», «αλλόκοτα», «τραγελαφικά», «εκτρωματικά» κ.λ.π. και ότι ο ιερός ησυχασμός, η ζωή των συγχρόνων ησυχαστών είναι μαγικές καταστάσεις και επίδραση του Ινδουϊσμού. Άλλοι τα περί της ιεράς ησυχίας και της οράσεως του ακτίστου Φωτός τα ερμηνεύουν ως συναισθηματικές καταστάσεις, ασθένεια των νεύρων, φαντασιώσεις κλπ..

2. Συνοπτική αντίκρουση

Η παρουσίαση αυτής της κυοφορούμενης αίρεσης μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία που έγινε προηγουμένως δείχνει την σοβαρότητα του θέματος και δεν πρέπει να παραμείνη αναπάντητη, γιατί διαφορετικά δημιουργείται ένας κακοήθης όγκος μέσα στο σώμα της Εκκλησίας με απρόβλεπτες συνέπειες. Στην συνέχεια θα γίνη μια συνοπτική αντίκρουση αυτής της κακόδοξης θεωρίας και στην επόμενη ενότητα θα αναλυθή περισσότερο το θέμα.

Κατ\' αρχάς πρέπει να υπογραμμισθή ότι δεν μπορεί να υπάρχη διπλή «εκκλησιολογία» και διπλή «πνευματικότητα» μέσα στην Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, και αυτό που χαρακτηρίζεται ως πνευματικότητα είναι η εν Χριστώ και Αγίω Πνεύματι ζωή την οποία ζη ο Χριστιανός με τα άγια Μυστήρια και την ασκητική παράδοση.

Η αληθής εκκλησιολογία είναι στενά συνδεδεμένη με την ενανθρώπηση του Χριστού και την Πεντηκοστή. Εξ άλλου, ο ησυχασμός δεν συνιστά μια ιδιαίτερη εκκλησιολογία, αλλά είναι η ευαγγελική ζωή, η τήρηση των εντολών του Χριστού και είναι η απαραίτητη προϋπόθεση μεθέξεως της ακτίστου καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού.

Η λατρεία της Εκκλησίας και οι ευχές των Μυστηρίων παρουσιάζουν όλην αυτήν την ησυχαστική παράδοση, η οποία κατοχυρώθηκε και συνοδικώς με την Σύνοδο του έτους 1351, η οποία θεωρείται ως η Θ Οἰκουμενική Σύνοδος.

Έπειτα, από την όλη διδασκαλία της Εκκλησίας γνωρίζουμε ότι υπάρχει ταυτότητα διδασκαλίας και εμπειρίας των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων.

Οι Απόστολοι δεν διαφοροποιούνται από τους Προφήτες ούτε και οι Πατέρες από τους Αποστόλους και τους Προφήτας και, επομένως, είναι κοινή η εμπειρία και η πίστη τους. Η διαφορά είναι ότι στην Παλαιά Διαθήκη οι Προφήτες έβλεπαν τον άσαρκο Λόγο, ενώ στην Καινή Διαθήκη και την ζωή της Εκκλησίας βλέπουν και κοινωνούν του σεσαρκωμένου Λόγου. Όλα τα άλλα είναι κοινά. Χαρακτηριστικός είναι ο λόγος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «τι γε άλλο η ότι τούτο τελειότης εστι σωτήριος εν τε γνώσει και δόγμασι, το ταυτά φρονείν προφήταις, αποστόλοις, πατράσι, πάσιν απλώς, δι\' ων το άγιον Πνεύμα μαρτυρείται λαλήσαν περί τε Θεού και των κτισμάτων αυτού».

Ακόμη, από την θεολογία της Εκκλησίας γνωρίζουμε ότι άλλο είναι η εμπειρία της θεοπτίας που γίνεται με άρρητα ρήματα και άλλο είναι η καταγραφή αυτής της εμπειρίας που γίνεται με κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα.

Η διαφορά μεταξύ Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων στην ορολογία δεν συνιστά διαφορά και στην εμπειρία. Βεβαίως τον 3ο και 4ο αιώνα οι Πατέρες και διδάσκαλοι χρησιμοποίησαν μια ιδιαίτερη ορολογία, την οποία προσέλαβαν από την γλώσσα της εποχής τους, προκειμένου να αντικρούσουν τους ελληνίζοντας αιρετικούς, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι άλλαξαν και το περιεχόμενο της ορολογίας.

Έλεγε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Η αντιμετώπιση των κακοδοξιών είναι η ανάγκη προσθήκης στην ορολογία. Αντιμετωπίζοντας τους κακοδόξους χρησιμοποιούμε σύμβολα, αυτά τα νοήματα δηλαδή, και προσπαθούμε να κτυπήσουμε την κακοδοξία στην καρδιά της».

Έτσι, είναι παράδοξο το γεγονός να θεωρούνται ως ωριγενιστική η νεοπλατωνική διδασκαλία τα περί καθάρσεως, φωτισμού και θεώσεως, επειδή οι Πατέρες υιοθέτησαν τους όρους αυτούς, οι οποίοι ούτως η άλλως υπάρχουν στην Αγία Γραφή και ως λέξεις η ως πραγματικότητες.

Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας επειδή κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποιούσε φράσεις του Νεστορίου, σε μια επιστολή του, η οποία εντάχθηκε στα Πρακτικά της Γ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συνόδου, γράφει ότι δεν πρέπει να αποφεύγουμε όλα όσα λέγουν οι αιρετικοί, γιατί υπάρχουν και πράγματα τα οποία συμφωνούν με την διδασκαλία μας. Γράφει συγκεκριμένα: «Ότι ου πάντα, όσα λέγουσιν οι αιρετικοί, φεύγειν, και παραιτείσθαι χρη· πολλά γαρ ομολογούσι ων και ημείς ομολογούμεν».

Στην συνέχεια αναφέρει σχετικά παραδείγματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει σημασία εάν κάποια ορολογία εισήχθη από τον Ωριγένη, τον Ευάγριο τον Ποντικό η τον Μακάριο τον Αιγύπτιο, αλλά σημασία έχει ότι υιοθετήθηκε από τον Μ. Βασίλειο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης και τους μεταγενεστέρους Πατέρες και κατοχυρώθηκε συνοδικώς, επειδή αποτελεί κτήμα της Ορθοδόξου Παραδόσεως.

Επομένως, είναι κακόδοξη νοοτροπία το να χαρακτηρίζεται η κατοχυρωμένη διδασκαλία της Εκκλησίας, η οποία βιώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, ως ωριγενιστική, ευαγριανή, μακαριακή κλπ.

Επί πλέον, μεγάλη διαφορά υπάρχει μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας και όχι η χρησιμοποίηση απλώς των όρων. Η θεολογία είναι καρπός της αποκαλύψεως του Θεού στους θεουμένους, ενώ η φιλοσοφία είναι καρπός στοχασμού και ανακαλύψεως της λογικής του ανθρώπου.

Το να χαρακτηρίζεται η ησυχαστική παράδοση ως ωριγενιστική, ευαγριανή, μακαριακή και ακόμη ως νεοπλατωνική, επειδή υπάρχει μια εξωτερική ομοιότητα στις λέξεις, είναι επιπόλαια ερμηνεία, εάν δεν εκφράζει και κάτι βαθύτερο, δηλαδή είναι προσπάθεια υπονομεύσεως της ορθοδόξου ησυχαστικής παραδόσεως.

Το πόσο είναι επιπόλαια αυτά τα συμπεράσματα φαίνεται από το ότι με τον ίδιο τρόπο μπορούν οι άνθρωποι αυτοί να κατηγορήσουν τους Πατέρας της Εκκλησίας που προσέλαβαν την ορολογία (πρόσωπο, υπόσταση, ουσία, ενέργεια κλπ.) και άλλα εξωτερικά πολιτιστικά γεγονότα από τους ειδωλολάτρες και τους αιρετικούς, και να χαρακτηρίσουν την θεολογία των Πατέρων για τον Τριαδικό Θεό και την όλη εκκλησιολογία τους, ως ειδωλολατρική.

Έφθασε σε αυτό το σημείο ο Χάρνακ και άλλοι προτεστάντες, δεν αποκλείεται να φθάσουν και εκείνοι οι ορθόδοξοι (ήδη μερικοί έφθασαν), που σκέπτονται επιπόλαια και έξω από την Ορθόδοξη Παράδοση, αφού αγνοούν το ουράνιο και βαθύ περιεχόμενό της.

Τελικά, η άποψη ότι μέσα στην Εκκλησία επικρατεί μια διπλή εκκλησιολογία –αρχέγονη και μεταγενέστερη– είναι η λεγομένη «μεταπατερική θεολογία», δηλαδή μια άποψη η οποία μεταφέρεται από τους Προτεστάντες και μερικούς Ορθοδόξους, οι οποίοι προσπαθούν με τον τρόπο αυτόν να αρνηθούν την διδασκαλία των Πατέρων, την λατρεία της Εκκλησίας, την ησυχαστική παράδοση και, βεβαίως, τον μοναχισμό.

Και είναι εκπληκτικό, πράγματι, το γεγονός να επιχειρήται ο εκπροτεσταντισμός της ορθόδοξης θεολογίας με το να επαινήται από τους πιο πάνω θεολόγους και φιλοσοφούντας η προτεσταντική ερμηνεία, να υπονομεύεται η ησυχαστική, εκκλησιαστική, πατερική Παράδοση, χάριν μια «αρχέγονης εκκλησιολογίας», η οποία αναφέρεται στην θεία Ευχαριστία, την Βασιλεία του Θεού και στηρίζεται απλώς στα κείμενα της Καινής Διαθήκης.

Με όσα λέγονται από αυτούς τους νέους προτεσταντίζοντες και φιλοσοφούντες θεολόγους φαίνεται σαφέστατα ότι γίνεται προσπάθεια να διαβρωθή ολόκληρη η ασκητική παράδοση και ζωή της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται δια των μεγάλων Πατέρων της, ήτοι των Καππαδοκών Πατέρων, δηλαδή του Μ. Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και όλων των Νηπτικών-Φιλοκαλικών Πατέρων της Εκκλησίας μέχρι των νεωτέρων, αλλά και όλων των οσίων ασκητών που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια (Ιωσήφ Σπηλαιώτου, Εφραίμ Κατουνακιώτου, Παϊσίου Αγιορείτου, Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Εφραίμ Φιλοθεΐτου κ.α.) και οι οποίοι ομιλούν για την ασκητική ζωή, την μετάνοια, την νοερά προσευχή και γενικά ομιλούν για την πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό δια της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως.

Αυτό δημιουργεί και ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα που υπονομεύει την όλη εκκλησιολογία της Εκκλησίας. Δηλαδή, ερμηνεύονται τα δόγματα της Εκκλησίας έξω από τις βασικές προϋποθέσεις τους που είναι η εμπειρία, η οποία συγκεκριμενοποιείται στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση, αλλά υπονομεύεται και η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, ήτοι το Βάπτισμα, το Χρίσμα, η θεία Ευχαριστία και όλα τα άλλα Μυστήρια, όταν αποσυνδέωνται από την ασκητική ζωή, όπως εκφράζεται στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση.

Γνωρίζουμε, όμως, ότι ούτε τα Μυστήρια αποδεσμεύονται από την ησυχαστική παράδοση, γιατί αυτό συνιστά έναν μαγικό τρόπο ζωής, ούτε η ησυχαστική παράδοση βιώνεται χωρίς τα Μυστήρια της Εκκλησίας, γιατί αυτό οδηγεί στην ανατολική φιλοσοφία και στον μασαλιανισμό.

[/fonts]

4
[font size=3]Ποιός ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως τῆς \"παναιρέσεως\" , ὅπως ὁνόμασε ὁ Ἀγιος Ἱουστίνος Πόποβιτς τὸν Οἱκουμενισμό;
Μπορεῖ νὰ δῶσει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ κάποιος μία ὑπευθυνη ἀπάντηση στὴν ΚΡΑΥΓΗ ΑΓΩΝΙΑΣ τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος;;
Γιὰ πόσο ἀκόμη οἱ θεολόγοι θὰ σιωπάτε;;;; «᾿Εντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης Πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καὶ μὴ σιώπα...».(῾Οσ. Θεοδώρου Στουδίτου, PG 99, 1321). Δῶστε ἐπιτέλους στὸν λαό, μία ξεκάθαρη ἀπάντηση! Mὴν ἀφήνετε ἄλλο τὸ ποίμνιο ἀκυβέρνητο νὰ περιφέρεται \"ἐν μέσῳ λύκων\", ἐνῶ γνωρίζετε ὅτι, «τῶν θείων νόμων ὑβριζομένων, ὁ σιγήσας καί παριδών, οὐκ ἔστιν κολάσεως ἄξιος;»   (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, PG. 50. 547). Ὁ δέ μοναχός Ἰωσήφ ὁ Βρυέννιος, προσθέτει:«Πᾶς ὁ δυνάμενος λέγων τήν ἀλήθειαν καί μή λέγων, κατακριθήσεται ὑπό τοῦ Θεοῦ. Καί ταῦτα, ἔνθα πίστις ἐστί τό κινδυνευόμενον. Τό γάρ ἐφησυχάζειν ἐν τοῖς τοιούτοις, ἀρνήσεως ἴδιον, τό δέ λέγειν, ὁμολογίας εἰλικρινοῦς»! (Ιωσήφ Βρυεννίου, Τα ευρεθέντα έργα, τομ. Β΄ Θε4σσαλονίκη 1990, σελ. 18.) Mὴ σιωπάτε λοιπόν! Ἀς ξυπνήσουμε ὅλοι! Κὶ ἀς ἀσχοληθοῦμε ἐπιτέλους ΣΟΒΑΡΑ μὲ τὴν πίστη μας! Διότι ἀν αὐτή δὲν εἶναι ὀρθή, δὲν ὐπάρχει σωτηρία!  \'Υπάρχει κανείς που νὰ μπορεῖ νὰ δῶσει κάποιες ἀπαντήσεις, κάνοντας μὶα σοβαρὴ συζήτηση, στὰ ΦΛΕΓΟΝΤΑ αὐτά ζητήματα ἔτσι ὤστε νὰ βοηθήσει ἐμᾶς ἤ ὅσους τέλος πάντων βρίσκονται σὲ ἀμηχανία;[/fonts]

[font size=5]Διότι [/fonts] [font size=4]«τίς δύναται ταῦτα ἀστενακτὶ παρελθεῖν;...[/fonts][font size=5]Ἀμφίβολα γέγονε τὰ ἀναντίῤῥητα»[/fonts]

[font size=4](Μ. Βασιλείου, Περὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, § 70)

[/fonts][font size=3]Μετὰ προσδοκιῶν...
Ἰωάννης[/fonts]

5
[font size=4]Ταπεινό ἀφιέρωμα τῆς ἐλαχιστοτητός μου εἰς τὸν ὁσιότατον γέροντα Ἐφραίμ τὸν Κατουνακιώτη.
Ὁσιε γέροντα πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν.[/fonts]


6
[font size=3]\"Περί ἐξομολογήσεως\"-Συμεώνος του Νέου Θεολόγου.

1. Ἐπέταξας τῇ εὐτελείᾳ ἡμῶν, πάτερ καί ἀδελφέ, ἐρωτηματικῶς εἰπεῖν σοι, «εἰ ἄρα ἐνδέχεται εἰς μονάζοντας τινας ἐξαγγέλειν τάς ἁμαρτίας αὐτῶν ἱερωσύνην μή ἔχοντας», προσθείς καί τοῦτο˙ «ἐπειδή ἀκούομεν τήν τοῦ δεσμεῖν καί λύειν ἐξουσίαν τοῖς ἱερεῦσι δίδοσθαι μόνοις». Καί ταῦτα μέν τῆς σῆς φιλοθέου ψυχῆς καί τοῦ διαπύρου πόθου καί φόβου τά ῥήματα καί ψυχωφελῆ ἐρωτήματα. Ἡμεῖς δέ ἀπεδεξάμεθά σου μέν τήν πρός τά καλά πρόθεσιν ὅτι ζητεῖς μανθάνειν περί θείων καί ἱερῶν πραγμάτων, ἡμεῖς δέ οὐχ οἷοί τε τοιαῦτα διακρίνειν καί γράφειν ἐσμέν καί διά τοῦτο σιωπᾶν ἐβουλόμεθα˙ τό γάρ πενυματικοῖς πνευματικά συγκρίνειν τῶν ἀπαθῶν καί ἁγίων ἐστίν ἀνδρῶν, ὧν ἡμεῖς κατά πολύ βίῳ καί λόγῳ καί ἀρεταῖς διεστήκαμεν.

2. Ἀλλ᾿ ἐπεί «ἐγγύς» ὡς γέγραπται «Κύριος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν ἐν ἀληθείᾳ» τοῦτον κἀγώ ὁ ἀνάξιος ἐπικαλεσάμενος ἐν ἀληθείᾳ ταῦτά σοι οὐ δι᾿ ἐμῶν λόγων, ἀλλ᾿ ἐξ αὐτῆς τῆς θείας καί θεοπνεύστου γραφῆς λέξω, οὐ διδάσκων ἀλλά τάς μαρτυρίας περί τῶν ἐπερωτηθέντων μοι φέρων ἐξ αὐτῆς σοι, ἵνα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν κρημνῶν τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι ἐμαυτόν καί τούς ἀκούοντάς μου διατηρήσω, τοῦ τε τοῦ τό τάλαντον κατακρύψαντος καί τοῦ ἀναξίως τά θεῖα καί κενοδόξως μᾶλλον δέ ἐσκοτισμένως ἐκτιθέντος δόγματα.

Πόθεν οὖν τήν ἀρχήν τοῦ λόγου ποιήσωμεν ἤ ἐκ τῆς ἀνάρχου τῶν πάντων ἀρχῆς; Τοῦτο γάρ ἄμεινον, ἵν᾿ ᾗ καί τά λεγόμενα βέβαια. Οὐ γάρ παρ᾿ἀγγέλων ἐκτίσθημεν, οὐδέ παρά ἀνθρώπων ἐμάθομεν, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς ἄνωθεν σοφίας εἴτ᾿ οὖν τῆς διά τοῦ πνεύματος χάριτος μυστικῶς ἐδιδάχθημεν καί καθ᾿ ὥραν ἀεί διδασκόμεθα, ἥντινα καί νῦν ἐπικαλεσάμενοι λέξωμεν ὧδε, τόν τρόπον πρότερον τῆς ἐξαγορεύσεως καί τήν δύναμιν ἐξειπόντες.

3. Ἐξαγόρευσις τοίνυν οὐδέν ἄλλο ἐστίν ἤ χρεῶν ὁμολογία εἴτ᾿ οὖν ἐπίγνωσις σφαλμάτων καί ἀφροσύνης ἰδίας ἤγουν πτωχείας κατάγνωσις˙ καθώς ἐν εὐαγγελίοις παραβολικῶς εἶπεν ὁ Κύριος˙ «δανειστῇ τινι», φησίν, «ἦσαν δύο χρεωφειλέται καί ὁ μέν εἷς ὤφειλεν αὐτῷ δηνάρια πεντήκοντα, ὁ δέ ἕτερος πεντακόσια˙ μή ἐχόντων οὖν ἀποδοῦναι ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο». Τοιγαροῦν ἅπας πιστός χρεώστης ὑπάρχει τοῦ ἰδίου Δεσπότου καί Θεοῦ καί ὅ παρ᾿ αὐτοῦ ἔλαβε, τοῦτο δή καί ἀπαιτηθῆναι μέλλει ἐπί τοῦ φοβεροῦ καί φρικτοῦ κριτηρίου αὐτοῦ, ὅτε γυμνοί καί τετραχηλισμένοι ἅπαντες, βασιλεῖς ὁμοῦ καί πτωχοί, παριστάμεθα. Τίνα δέ εἰσι τά δοθέντα ἡμῖν παρ᾿ αὐτοῦ ἄκουσον. Πολλά μέν οὖν ἄλλα ἅ οὐδείς ἀνθρώπων ἰσχύσει ἐναριθμῆσαι, τέως δέ τά κρείττω καί τελεώτερα, τήν ἐκ τῆς καταδίκης ἐλευθερίαν, τόν ἐκ τοῦ μιασμοῦ ἁγιασμόν, τήν ἐκ τοῦ σκότους πρός τό ἀνεκλάλητον αὐτοῦ φῶς πρόοδον, τό τέκνα καί υἱούς αὐτοῦ καί κληρονόμους διά τοῦ θείου γενέσθαι βαπτίσματος, τό αὐτόν τόν Θεόν ἐπενδύσασθαι, τό μέλη γενέσθαι αὐτοῦ καί τό Ἅγιον Πνεῦμα λαβεῖν ἐνοικοῦν ἐν ἡμῖν, ὅπερ σφραγίς ὑπάρχει βασιλική, ἐν ᾗ τά ἴδια πρόβατα σφραγίζει ὁ Κύριος – καί τί πολλά λέγω; - τό ὁμοίους καί ἡμᾶς αὐτοῦ ποιῆσαι καί ἀδελφούς καί συγκληρονόμους αὐτοῦ ἀπεργάσασθαι.Ταῦτα πάντα καί ἄλλα πλείονα τούτων τοῖς βαπτιζομένοις εὐθύς ἀπό τοῦ θείου βαπτίσματος δίδοται, ἅτινα καί ὁ θεῖος Ἀπόστολος θεῖον πλοῦτον καί κλῆρον κατονομάζει.

4. Αἱ δέ ἐντολαί τοῦ Δεσπότου ὥσπερ τῶν ἀπορρήτων τούτων χαρισμάτων καί δωρεῶν ἐδόθησαν φύλακες, οἷα δή ὥσπερ τεῖχος πάντοθεν περικυκλοῦσαι τόν πιστόν καί τόν ἐναποκείμενον θησαυρόν ἐν τῇ ψυχῇ ἄσυλον διατηροῦσαι καί πᾶσιν ἐχθροῖς καί κλέπταις ποιοῦσαι ἀνεπιχείρητον. Ἀλλά γάρ νομίζομεν φυλάττεσθαι παρ᾿ ἡμῶν τάς ἐντολάς τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ καί ἐπί τούτῳ ἀχθόμεθα, ἀγνοοῦντες ὅτι μᾶλλον παρ᾿ ἐκείνων ἡμεῖς φυλαττόμεθα˙ Ὁ γάρ τάς τοῦ Θεοῦ τηρῶν ἐντολάς οὐκ ἐκείνας ἀλλ᾿ ἑαυτόν διατηρεῖ καί φυλάττει ἀπό τῶν ὁρωμένων καί ἀοράτων ἐχθρῶν, περί ὧν ὡς ἀναριθμήτων ὄντων καί φοβερῶν ὁ Παῦλος ἐδήλωσε λέγων˙ «οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνεύματα τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις», τά ἐν τῷ ἀέρι δηλονότι, τούτων ἀφανῶς ἀεί παρατασσομένων καθ᾿ ἡμῶν.

Ὁ οὖν φυλάττων τάς ἐντολάς φυλάττεται παρ᾿ αὐτῶν καί τόν ἐμπιστευθέντα αὐτῷ παρά τοῦ Θεοῦ πλοῦτον οὐκ ἀπόλλυσιν˙ ὁ δέ ἐκείνων καταφρονῶν γυμνός εὑρίσκεται καί εὐχείρωτος τοῖς ἐχθροῖς καί τόν πλοῦτον ἀπολέσας ἅπαντα ὑπόχρεως τῷ βασιλεῖ καί δεσπότῃ γίνεται πάντων ἐκείνων ὧν εἴπομεν, ὑπέρ ὧν ἀνταποδοῦναί τι ἤ ταῦτα εὑρεῖν δυνατόν οὐκ ἔστιν ἀνθρώπῳ˙ οὐράνια γάρ εἰσι καί ἀπό τῶν οὐρανῶν ἦλθε καί καθ᾿ ἑκάστην ἔρχεται κομίζων καί διανέμων αὐτά τοῖς πιστοῖς, καί ποῦ οἱ λαβόντες καί ἀπολέσαντες εὑρεῖν αὐτά πάλιν δυνήσονται; Ὄντως οὐδαμοῦ. Ὡς οὐδέ ὁ Ἀδάμ ἤ τίς τῶν ἐκείνου υἱῶν ἀνάκλησιν ἑαυτοῦ ἤ τῶν συγγενῶν ἴσχυσεν ἀπεργάσασθαι, εἰ μή ὁ ὑπέρ φύσιν Θεός καί κατά σάρκα υἱός αὐτοῦ γεγονώς, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἐλθών κἀκεῖνον καί ἡμᾶς τοῦ πτώματος ἐξήγειρε θεϊκῇ δυνάμει, Ὁ δέ μή πάσας τάς ἐντολάς ἀλλά τινάς μέν φυλάττειν δοκῶν, τινάς δέ προδιδούς γινωσκέτω ὅτι κἄν μιᾶς ἀμελήσῃ καί οὕτω τόν πλοῦτον ὅλον ἀπόλλυσιν. Ὑπόθου γάρ μοι δώδεκα ἄνδρας ἐνόπλους εἶναι τάς ἐντολάς καί κυκλόθεν ἱσταμένους καί μέσον αὐτῶν γυμνόν σε ὄντα φυλάττοντας˙ τοιούτους δέ πάλιν ἄλλους μοι νόει περιστοιχοῦντας πάντοθεν καί ἐπικειμένους ἀντιπάλους πολεμιστάς καί λαβεῖν σε ζητοῦντας καί κατασφάξαι εὐθύς. Εἰ οὖν εἷς ἐκ τῶν δώδεκα θελήματι οἰκείῳ καταπέσειε καί τῆς φυλακῆς ἀμελήσειε καί ὡς θύραν ἀνεῳγμένην τῷ ἀντιπάλῳ τόν τόπον αὐτοῦ ἐάσειε, τί τῶν λοιπῶν ἔνδεκα ἀνδρῶν τό ὄφελος ἔσται, τοῦ ἑνός μέσον εἰσελθόντος αὐτῶν καί σε ἀφειδῶς κατατέμνοντος, ὡς ἐκείνων μή ἐπιστραφῆναι δυναμένων πρός σήν βοήθειαν; Εἰ γάρ καί ἐπιστραφῆναι θελήσουσι κἀκεῖνοι ὑπό τῶν ἀντιδίκων ἀναλωθήσονται. Οὕτως δέ πάντως ἔσται καί ἐπί σοῦ μή φυλάσσοντος τάς ἐντολάς. Ὑπό γάρ ἑνός τρωθέντος σου ἐχθροῦ καί καταπεσόντος πᾶσαι αἱ ἐντολαί ἀφίπτανται ἀπό σοῦ καί κατά μικρόν τήν ἰσχύν ἀφαιρῇ, ἄλλως δέ ὡς ἀγγεῖον οἴνου πεπλησμένον ἤ ἐλαίου, εἰ καί μή πάντοθεν διατρηθῇ, ἀλλ᾿ ἐξ ἑνός μέρους μιᾶς γενομένης ὀπῆς ὅλον τό ἔνδον κατ᾿ ὀλίγον ἀπόλλυσιν, οὕτω καί μιᾶς ἀμελῶν ἐντολῆς κατά μικρόν καί τῶν ἄλλων ἁπασῶν ἐκπίπτεις, καθώς φησιν ὁ Χριστός˙ «τῷ ἔχοντι δοθήσεται καί τά περισσευθήσεται, ἀπό δέ τοῦ μή ἔχοντος καί ἅ δοκεῖ ἔχειν ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ», καί πάλιν˙ «ὁ λύσας μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων καί διδάξας – διά τῆς παραβάσεως δηλονότι – τούς ἀνθρώπους οὕτω ποιεῖν, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν». Καί ὁ Παῦλος˙ «ᾧ γάρ τις ἥττηται, τούτῳ καί δεδούλωται», καί πάλιν˙ «τό δέ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία», καί οὐκ εἶπεν ὅτι ἥδε ἤ ἥδε, ἀλλά οἷα δ᾿ ἄν καί εἴη ἡ ἁμαρτία, αὕτη κέντρον τοῦ θανάτου ἐστίν. Κέντρον δέ τοῦ θανάτου τήν ἁμαρτίαν καλεῖ, ὅτι οἱ τιτρωσκόμενοι θνῄσκουσιν. Ἔστιν οὖν πᾶσα ἁμαρτία πρός θάνατον, «ἅπαξ γάρ ὁ ἁμαρτήσας, ὡς ὁ Παῦλός φησιν, ἤδη τέθνηκεν», ὑπόδικος γεγονώς χρέους καί ἁμαρτίας, ὑπό τῶν λῃστῶν ἐαθείς κείμενος.

5. Ὁ οὖν ἀποθανών τί ἄλλο εἰ μή τό ἀναστῆναι ἐπιποθεῖ καί ὁ χρεωστῶν καί μή ἔχων ἀποδοῦναι εἰ μή τό λύσιν τοῦ χρέους λαβεῖν καί μή εἰς φυλακήν βληθῆναι, ἕως ἄν τό ὄφλημα ἀποδῷ, ὅπερ καί διά τό μή ἔχειν οὐδέποτε τῆς αἰωνίου φυλακῆς ἤγουν τοῦ σκότους ὑπεξελεύσεται. Οὕτως καί ὁ ὑπό τῶν νοητῶν λῃστῶν συνστριβείς πάντως ἰατρόν ζητεῖ πρός αὐτόν ἐλθεῖν συμπαθῆ τε καί εὔσπλαγχνον. Οὐ γάρ ἔχει ζέοντα τόν τοῦ Θεοῦ φόβον ἐν ἑαυτῷ, ἵνα πρός τόν ἰατρόν ἐκεῖνος μᾶλλον πορεύσηται, ἀλλ᾿ ὑπό τῆς καταφρονήσεως τήν τῆς ψυχῆς δύναμιν ἐκλυθείς κεῖται θεάμα φρικτόν καί ἐλεεινόν τοῖς ὁρῶσι καλῶς, μᾶλλον δέ πνευματικῶς τά ψυχικά παραπτώματα. Ὁ τοίνυν δοῦλος γεγονώς διά τῆς ἁμαρτίας τῷ διαβόλῳ - «οὐκ οἴδατε γάρ φησιν ὅτι δοῦλοί ἐστε ᾧ ὑπακούετε εἴτε δικαιοσύνης εἰς δικαιοσύνην εἴτε ἀνομίας εἰς ἀνομίαν» - καί εἰς καταγέλωτα τοῦ Πατρός καί Θεοῦ, καταπάτημα δέ τοῖς ἐχθροῖς τοῖς ἀποστατήσασιν ἀπό Θεοῦ ὁ τοιοῦτος γεγονώς καί γυμνός τῆς βασιλικῆς ἁλουργίδος καί μεμελανωμένος ἀπολειφθείς, ἀντί τέκνου δέ Θεοῦ τέκνον τοῦ διαβόλου γενόμενος, τί διαπράξεται, ἵνα πάλιν ἐν κατασχέσει γένηται ὧνπερ ἐξέπεσεν; Πάντως ὅτι μεσίτην καί φίλον Θεοῦ ζητήσει καί δυνατόν εἰς τό ἀποκαταστῆσαι αὐτόν ὡς τό πρότερον καί τῷ Θεῷ καί Πατρί καταλλάξαι αὐτόν. Ὁ γάρ τῷ Χριστῷ κολληθείς διά τῆς χάριτος καί μέλος αὐτοῦ γεγονώς καί υἱοθετηθείας αὐτῷ εἶτα τοῦτον ἀφείς ὥσπερ κύων εἰς τόν ἴδιον ἔμε τον ἐπιστρέψει, καί ἤ πόρνῃ γυναικί συμπλακῇ ἤ ἑτέρῳ σώματι συναφθῇ, ὡς τόν Χριστόν ἀτιμάσας καί ἐνυβρίσας μετά τῶν ἀπίστων κατακρίνεται, ἐπειδή κατά τόν θεῖον Ἀπόστολον «σῶμα Χριστοῦ ἐσμεν καί μέλη ἐκ μέρους». Ὁ οὖν συμπλεκόμενος τῇ πόρνῃ τά μέλη τοῦ Χριστοῦ μέλη πόρνης ποιεῖ. Ὁ δέ τοιαῦτα πεπραχῶς καί οὕτω παροργίσας τόν Δεσπότην αὐτοῦ καί Θεόν οὐ δύναται ἄλλως καταλλαγῆναι Θεῷ, εἰ μή διά μεσίτου ἀνδρός ἁγίου καί φίλου καί δούλου Χριστοῦ καί διά τῆς ἀποφυγῆς τοῦ κακοῦ.

6. Διά τοῦτο φύγωμεν τήν ἁμαρτίαν πρῶτον˙ εἰ γάρ καί ταύτης τῷ βέλει τρωθῶμεν, ἀλλά μή ἐγχρονίσωμεν, τῷ ἰῷ ταύτης ὡς μελίτη γλυκαινόμενοι, μηδέ ὠς ἄρκτος πληγεῖσα τό τραῦμα μεῖζον διά τῆς αὐτῆς πράξεως ἐργασώμεθα, ἀλλ᾿ εὐθύς πρός τόν πνευματικόν ἰατρόν δράμωμεν καί τόν ἰόν τῆς ἁμαρτίας διά τῆς ἐξαγορεύσεως ἐξεμέσωμεν, τό δηλητήριον αὐτῆς ἀποπτύσαντες, καί ὡς ἀντιφάρμακον τά διδόμενα τῆς μετανοίας ἐπιτίμια σπουδαίως παρ᾿ αὐτοῦ λάβωμεν καί μετά πίστεως ἀεί θερμῆς ταῦτα ἐπιτελεῖν καί ἐν φόβῳ Θεοῦ ἀγωνισώμεθα. Πάντες γάρ οἱ τόν ἐμπιστευθέντα πλοῦτον αὐτοῖς κενώσαντες ἅπαντα καί μετά πορνῶν καί τελωνῶν τήν πατρικήν οὐσίαν καταναλώσαντες καί ὑπό πολλῆς αἰσχύνης τό συνειδός αὐτῶν κάτω νεῦον καί μηδέ ἀνανεῦσαι δυνάμενον ἔχοντες, ἀπαρρησίαστοι ὄντες ζητοῦσιν εἰκότως ἄνθρωπον Θεοῦ ἀνάδοχον γενέσθαι τοῦ χρέους αὐτῶν, ἵνα δι᾿ αὐτοῦ προσέλθωσιν αὐτῷ, ὅπερ ὡς οἶμαι γενέσθαι ἀδύνατον ἄνευ μετανοίας εἰλικρινοῦς κάι ἐπιπόνου τοῦ μέλλοντος ἤ καί βουλομένου καταλλαγῆναι Θεῷ. Οὐδέ γάρ ἠκούσθη ποτέ ἤ ἐν ταῖς θεοπνεύστοις γέγραπται γραφαῖς, ἵνα τις ἀναδέξηται ἁμαρτίας ἑτέρου καί ὑπέρ αὐτῶν ἐκεῖνος ἀπολογήσηται μή ἀξίους τῆς μετανοίας τοῦ ἡμαρτηκότος πρῶτον καί ἀναλόγους τοῦ εἴδους τῆς ἁμαρτίας ἐνδειξαμένου καί καταβαλλομένου τούς πόνους καί πεποιηκότος αὐτῆς τούς καρπούς˙ φησί γάρ ἡ πρόδρομος τοῦ Λόγου φωνή˙ «ποιήσατε καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας καί μή δόξητε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τόν Ἀβραάμ», ἐπειδή καί αὐτός ὁ Κύριος ἡμῶν περί τῶν ἀνοήτως διακειμένων οὕτως ἔφη˙ «ἀμήν λέγω ὑμῖν, κἄν Μωσῆς κἄν Δανιήλ στήσωνται, ὥστε ἐξελέσθαι υἱούς αὐτῶν καί θυγατέρας, οὐ μή ἐξέλωνται». Τί οὖν ποιήσομεν ἤ τίνα τρόπον πρός ἄφεσιν τοῦ χρέους καί ἀνάκλησιν τοῦ πτώματος οἱ μετανοῆσαι βουλόμενοι ἐπινοησόμεθα; Θεοῦ διδόντος ἀκούσατε, ἵνα πρός ἕκαστον ὑμῶν διαθήσομαι.

7. Μεσίτην, εἰ βούλει, καί ἰατρόν καί σύμβουλον ἀγαθόν ἐκζήτησον, ἵνα μετανοίας μέν τρόπους τῇ ἀγαθῇ συμβουλῇ ἁρμαζόντως ὑπόθηται ὡς σύμβουλος ἀγαθός, ὡς ἰατρός δέ φάρμακον ἑκάστῳ κατάλληλον τραύματι ἐπιδώσει σοι, ὡς δέ μεσίτης δι᾿ εὐχῆς καί τῆς πρός Θεόν ἐντεύξεως ἐνώπιον αὐτοῦ ἐκεῖνος πρόσωπον πρός πρόσωπον παραστάς ὑπέρ σοῦ τό Θεῖον ἐξιλεώσηται. Μή οὖν κόλακα ἤ κοιλιόδουλον εὑρών σύμβουλον καί σύμμαχον ἀγωνίσῃ ποιῆσαι, ἵνα μή τῷ σῷ συνερχόμενος θελήματι οὐχί ὁ Θεός ἀγαπᾷ, ἀλλ᾿ ἅπερ σύ ἀποδέχῃ ταῦτα διδάξῃ σε καί μείνῃς πάλιν ὄντως ἐχθρός ἀκατάλλακτος, μηδέ ἄπειρον ἰατρόν,

ὡς ἄν μή τῇ πολλῇ ἀποτομίᾳ και ταῖς ἀκαίραις τομαῖς τε καί καύσεσιν εἰς ἀπογνώσεως βυθόν παραπέμψῃ σε ἤ πάλιν τῇ ὑπερμέτρῳ συμπαθείᾳ νοσοῦντα ἐάσῃ σε καί ὑγιαίνειν οἰόμενον, τό δεινότατον, τῇ αἰωνίᾳ παραδώσει σε κολάσει ὡς οὐκ ἐλπίζεις˙ τοῦτο γάρ ἡ ἐνταῦθα νόσος τῆς ψυχῆς συναποθνῄσκουσα ἡμῖν προξενεῖ. Μεσίτην δέ Θεοῦ καί ἀνθρώπων οὐκ οἶμαι οὕτως ἁπλῶς εὑρίσκεσθαι. «Οὐ γάρ πάντες οἱ ἐξ Ἰσραήλ οὗτοι Ἰσραηλῖταί εἰσιν», ἀλλ᾿ οἱ κατά τό ὄνομα καί αὐτήν τήν τοῦ ὀνόματος δύναμιν ἐναργῶς ἐπιστάμενοι καί νοῦς ὄντες ὁρῶντες τόν Θεόν, οὐδέ πάντες οἱ τῷ τοῦ Χριστοῦ καλούμενοι ὀνόματι ὄντως Χριστιανοί. «Οὐ γάρ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, φησίν ὁ Χριστός, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου», ὥσπερ καί «πολλοί, φησίν, ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐροῦσί μοι˙ Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καί ἐρῶ αὐτοῖς˙ ἀμήν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς, ἀπέλθατε ἀπ᾿ ἐμοῦ ἐργάται τῆς ἀνομίας».

8. Διά τοῦτο οὖν προσέχειν δεῖ πάντας ἡμᾶς, ἀδελφοί, τούς τε μεσιτεύοντας τούς τε ἡμαρτηκότας καί αὐτούς τούς βουλομένους καταλλαγῆναι Θεῷ, ἵνα μήτε οἱ μεσιτεύοντες ὀργήν ἀντί μισθοῦ ἐπισπάσωνται, μήτε οἱ προσκεκρουκότες καί καταλλαγῆναι σπουδάζοντες ἐχθρῷ καί φονεῖ καί πονηρῷ συμβούλῳ ἀντί μεσίτου ἐντύχωσιν. Οἱ γάρ τοιοῦτοι μετά ἀπειλῆς φρικτῆς ἀκούσονται˙ «τίς ὑμᾶς κατέστησεν ἄρχοντας καί δικαστάς τοῦ λαοῦ μου», καί πάλιν˙ «ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τήν δοκόν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου καί τότε διαβλέψεις ἐκβάλλειν τό κάρφος τό ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου». Δοκός δέ ἐστι πάθος ἕν ἤ ἐπιθυμία τις ἐπισκοτοῦσα τόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς. Καί αὖθις˙ «ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν», καί πάλιν˙ «τῷ δέ ἁμαρτωλῷ εἶπεν ὁ Θεός˙ ἱνατί σύ ἐκδιηγῇ τά δικαιώματά σου καί ἀναλαμβάνεις τήν διαθήκην μου διά στόματός σου; Σύ δέ ἐμίσησας παιδείαν καί ἐξέβαλες τούς λόγους μου εἰς τά ὀπίσω», καί ὁ Παῦλος φησιν˙ «σύ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; Τῷ ἰδίῳ κυρίῳ στήκει ἤ πίπτει˙ δυνατός δέ ἐστιν ὁ Θεός, διά τοῦ πιστοῦ δούλου αὐτοῦ, στῆσαι αὐτόν».

9. Διά ταῦτα τοιγαροῦν πάντα φρίττω καί τρέμω, ἀδελφοί καί πατέρες μου, καί παρακαλῶ πάντας ὑμᾶς ἐξασφαλιζόμενος καί ἐμαυτόν διά τῆς πρός ὑμᾶς παρακλήσεως μή καταφρονητικῶς ἔχει περί τά θεῖα ταῦτα καί φρικτά τοῖς πᾶσι μυστήρια μηδέ παίζειν ἐν οὐ παικτοῖς μηδέ κατά τῆς ψυχῆς ἡμῶν διά κενοδοξίαν ἤ φιλοδοξίαν ἤ ἐμπορίαν ἤ ἀναισθησίαν˙ γίνεται γάρ διά τό ῥαβδί καί πατέρες καλεῖσθαι ἀλλοτρίους ἀναδέχεσθαι λογισμούς. Μή, παρακαλῶ, μή ἀναισχύντως οὕτως ἁπλῶς τήν τῶν ἀποστόλων ἀξίαν ἁρπάζωμεν, ἀπό τοῦ ἐπί γῆς ὑποδείγματος παιδευόμενοι. Εἰ γάρ τῷ ἐκπροσωποῦντι τῷ ἐπιγείῳ βασιλεῖ ἐξομοιωθῆναί τις τολμήσει κατά αὐθάδειαν, καί τά ἐκείνῳ ἐμπιστευθέντα κρατεῖν καί ποιεῖν λάθρα φωραθῇ ἤ καί φανερῶς μετεπαγγέλληται διαπράττεσθαι, αὐτός καί οἱ αὐτοῦ συμμύσται καί ὑπήκοοι τιμωρίαις ἐσχάταις εἰς φόβον τῶν ἄλλων καθυποβάλλονται καί ὡς ἄφρων καί ἀναίσθητος παρά πάντων καταγελᾶται, τί πείσονται εἰς τό μέλλον οἱ τήν τῶν ἀποστόλων ἀξίαν ἀναξίως ἁρπάζοντες;

10. Ἀλλά γάρ μηδέ μεσῖται τῶν λοιπῶν πρό τοῦ πλησθῆναι ὑμᾶς Πνεύματος Ἁγίου γενέσθαι θελήσητε καί πρό τοῦ γνωρίσαι καί φιλιωθῆναι ὑμᾶς ἐν αἰσθήσει ψυχῆς τῷ βασιλεῖ τῶν ἁπάντων, ἐπειδή οὐδέ πάντες οἱ τόν ἐπίγειον βασιλέα γνωρίζοντες καί τούς ἄλλους εἰς αὐτόν δύνανται μεσιτεύειν. Ὀλίγοι γάρ λίαν τοῦτο δύνανται ποιεῖν, οἵτινες ἐξ ἀρετῆς καί ἱδρώτων ἤτοι δουλειῶν αὐτῶν τῶν τήν πρός αὐτόν παρρησίαν ἐκτήσαντο καί οὐχί μεσίτου κἀκεῖνοι δεόμενοι ἀλλά στόμα πρός στόμα συλλαλοῦντες τῷ βασιλεῖ. Οὐ φυλάξομεν τοιγαροῦν καί ἐπί Θεῷ ταύτην τήν τάξιν, πατέρες καί ἀδελφοί, οὐ τιμήσομεν τόν ἐπουράνιον βαιλέα κἄν ἶσον τοῦ ἐπιγείου, ἀλλ᾿ ἑαυτοῖς τήν ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ καί εὐωνύμων καθέδραν καί πρό τοῦ αἰτήσασθαι καί λαβεῖν προαρπάζοντες χαρισόμεθα; Ὤ τόλμης! Ποία αἰσχύνη ἡμᾶς καταλάβοι; Ὅτι εἰ μή δι᾿ ἄλλο τι ἐγκληθησόμεθα˙ ἀλλά γε διά τοῦτο μόνον ὡς καταφρονηταί μετά ἀτιμίας καί τῆς προεδρίας στερηθησόμεθα καί εἰς τό πῦρ τό ἄσβεστον ἀπορριφησόμεθα. Ἀλλ᾿ ἀρκεῖ ταῦτα πρός νουθεσίαν τῶν προσέχειν ἑαυτοῖς βουλομένων˙ τούτου γάρ χάριν καί παρεκβατικώτερον τῆς προκειμένης ὑποθέσεως τόν λόγον πεποιήκαμεν.Ἡμεῖς δέ εἴπωμεν ἄρτι, ὅπερ, τέκνον, μαθεῖν ἐπεζήτησας.

11. Ὅτι γάρ ἐνδέχεται εἰς μοναχόν ἱερωσύνην μή ἔχοντα ἐξαγγέλειν ἡμᾶς, τοῦτο ἀφ᾿ οὗ τό τῆς μετανοίας ἔνδυμά τε καί πρόσχημα ἐκ Θεοῦ ἐδωρήθη τῇ κληρονομίᾳ αὐτοῦ καί μοναχοί ὠνομάσθησαν ἐπί πάντας εὑρήσεις γενόμενον, καθώς ἐν ταῖς θεοπνεύστοις τῶν πατέρων γραφαῖς ἐγγράφεται, ἐν αἷς ἐγκύψας εὑρήσεις ὡς ἀληθῆ τά λεγόμενα. Πρό δέ τούτων ἀρχιερεῖς μόνοι τοῦ δεσμεῖν καί λύειν τήν ἐξουσίαν κατά διαδοχήν ὡς ἐκ τῶν θείων ἀποστόλων ἐλάμβανον, τοῦ χρόνου δέ προϊόντος καί τῶν ἀρχιερέων ἀχρειουμένων εἰς ἱερεῖς βίον ἔχοντας ἄμωμον καί χάριτος θείας ἠξιωμένους ἡ φρικτή ἐγχείρησις αὕτη προβέβηκεν˙ εἶτα καί τούτων ἀναμίξ γενομένων, τῶν ἱερέων ὁμοῦ καί ἀρχιερέων τῷ λοιπῷ ἐξομοιουμένων λαῷ καί πολλῶν ὡς καί νῦν περιπιπτόντων πνεύμασι πλάνης καί ματαίας κενοφωνίαις καί ἀπολλυμένων, μετήχθη, ὡς εἴρηται, εἰς τόν ἐκλεκτόν λαόν τοῦ Θεοῦ, λέγω δή τούς μοναχούς, οὐκ ἐκ τῶν ἱερέων ἤ ἀρχιερέων ἀφαιρεθεῖσα, ἀλλά ταύτης ἑαυτούς ἐκείνων ἀλλοτριωσάντων. «Πᾶς γάρ ἱερεύς μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων καθίσταται πρός τόν Θεόν, ὡς ὁ Παῦλός φησι, καί ὀφείλει ὥσπερ ὑπέρ τοῦ λαοῦ οὕτως καί ὑπέρ ἑαυτοῦ προσφέρειν θυσίαν».

12. Ἀλλ᾿ ἀνωτέρω τοῦ λόγου ἀρξώμεθα καί ἴδωμεν, πόθεν καί πῶς καί τίσιν ἐξ ἀρχῆς ἡ ἐξουσία αὕτη τοῦ ἱερουργεῖν καί δεσμεῖν καί λύειν ἐδόθη, καί κατά τάξιν ὥσπερ ἠρώτησας οὕτως καί σαφής ἡ λύσις γενήσεται, οὐ σοί μόνον, ἀλλά καί πᾶσιν ἄλλοις ἀνθρώποις. Τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν εἰπόντος τῷ ξηράν ἔχοντι τήν χεἰρα ὅτι ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου, ἀκούσαντες οἱ Ἑβραῖοι ἔλεγον˙ βλασφημίαν οὗτος λαλεῖ˙ τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μή εἷς ὁ Θεός; Οὕτως οὐδέπω ἄφεσις ἐδίδοτο ἁμαρτιῶν, οὐ παρά προφητῶν, οὐ παρά ἱερέων, οὐ παρά τῶν τότε πατριαρχῶν τινος. Διό καί ὡς καινοῦ τινος δόγματος καί πράγματος παραδόξου κηρυσσομένου οἱ γραμματεῖς ἐδυσχέραινον˙ ὁ δέ Κύριος οὐκ ἐμέμψατο αὐτούς τούτου γε ἕνεκα, ἀλλά μᾶλλον ὅ ἠγνόουν ἐδίδαξεν ὡς Θεόν ἑαυτόν δείξας καί οὐχ ὡς ἄνθρωπον τήν ἄφεσιν τῶν ἡμαρτημένων δωρούμενον˙ φησί γάρ πρός αὐτούς, ἵνα δέ εἰδῆτε, ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἁμαρτίας, λέγει τῷ ξηράν ἔχοντι τήν χεῖρα˙ ἔκτεινον τήν χεῖρά σου, καί ἐξέτεινε καί ἀποκατέστη ὑγιής ὡς ἡ ἄλλη, διά τοῦ ὁρωμένου θαύματος τό μεῖζον καί ἀόρατον πιστωσάμενος. Οὕτως τόν Ζακχαῖον, οὕτως τήν πόρνην, οὕτως τόν Ματθαῖον ἀπό τοῦ τελωνίου, οὕτως τόν Πέτρον τρίς ἀρνησάμενον, οὕτως τόν παραλυτικόν, ὅν ἰασάμενος καί μετά ταῦτα εὑρών εἶπεν˙ ἴδε ὑγιής γέγονας, μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν τί σοι γένηται. Τοῦτο δέ εἰπών ἔδειξεν, ὅτι δι᾿ ἁμαρτίας ἐκεῖνος εἰς τήν νόσον ἐνέπεσεν καί ταύτης ἀπαλλαγείς ἔλαβεν καί τήν ἄφεσιν τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων, οὐ χρόνων δεηθέντος τούτου τινῶν πολλῶν, οὐ νηστείας, οὐ χαμευνίας, ἀλλ᾿ ἤ μόνον ἐπιστροφῆς καί πίστεως ἀδιστάκτου καί ἐκκοπῆς τοῦ κακοῦ καί μετανοίας ἀληθινῆς καί δακρύων πολλῶν, ὡς ἡ πόρνη καί ὁ Πέτρος ὁ κλαύσας πικρῶς.

Ἐντεῦθεν ἡ ἀρχή τοῦ μεγάλου τούτου δώρου καί Θεῷ μόνῳ πρέποντος, ὁ καί μόνος ἐκέκτητο˙ εἶτα τοῖς μαθηταῖς ἀντ᾿ ἐκείνου καταλιμπάνει τό τοιοῦτον χάρισμα μέλλων πρός τόν οὐρανόν ἀνελθεῖν. Πῶς δέ τήν ἀξίαν ταύτην καί ἐξουσίαν αὐτοῖς ἐπιδέδωκε; Καταμάθωμεν καί τίνας καί πόσους καί πότε. Τούς προκρίτους ἕνδεκα μαθητάς, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν καί συνηγμένων ἔνδον ὁμοῦ. Εἰσελθών γάρ καί στάς ἐν μέσῳ αὐτῶν ἐνεφύσησε καί φησι˙ «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται», καί οὐδέν περί ἐπιτιμίων τέως αὐτοῖς ἐντέλλεται, ὡς παρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέλλοντος διδάσκεσθαι.

13. Ὡς οὖν εἴρηται, κατά διαδοχήν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι τήν ἐξουσίαν ταύτην μετέπεμπον πρός τούς καί τούς θρόνους ἐπέχοντας αὐτῶν, ὡς τῶν τε λοιπῶν οὐδείς οὐδέ ἐννοῆσαί τι τοιοῦτον ἐτόλμα.Οὕτως ἐφύλαττον μετά ἀκριβείας οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου τό δίκαιον τῆς ἐξουσίας ταύτης. Ἀλλ᾿ ὡς εἴπομεν προϊόντος τοῦ χρόνου συνεχύθησαν καί συνεφύρησαν τοῖς ἀναξίοις οἱ ἄξιοι καί ὑπό τοῦ πλήθους συνεκαλύπτοντο, ἄλλος ἄλλου προέχειν φιλονεικῶν καί τήν προεδρίαν τῇ ἀρετῇ ὑποκρινόμενος. Ἀφ᾿ οὗ γάρ οἱ τούς θρόνους τῶν Ἀποστόλων ἐπέχοντες σαρκικοί καί φιλήδονοι καί φιλόδοξοι ἀπεφάνθησαν καί εἰς αἱρέσεις ἐξέκλιναν, ἐγκατέλιπεν αὐτούς ἡ θεία χάρις, καί ἡ ἐξουσία αὕτη ἐκ τῶν τοιούτων ἀφῄρηται. Διό καί πάντα τά ἄλλα, ἅ οἱ ἱερουργοῦντες ἔχειν ὀφείλουσιν, ἀφέμενοι, τοῦτο μόνον ἀπαιτοῦνται ἔχειν τό ὀρθόδοξον. Οἶμαι δέ οὐδέ τοῦτο˙ οὐδέ γάρ ὁ μή παρεισφέρων νεωστί δόγμα εἰς τήν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ οὗτος ὀρθόδοξος, ἀλλ᾿ ὁ βίον τῷ ὀρθῷ λόγῳ κεκτημένος συνᾴδοντα. Τοῦτον δέ καί τόν τοιοῦτον οἱ κατά καιρούς πατριάρχαι καί μητροπολῖται ἤ ζητήσαντες οὐκ ἀπέτυχον ἤ εὑρόντες τόν ἀνάξιον μᾶλλον ἀντ᾿ ἐκείνου προετιμήσαντο, τοῦτο μόνον αὐτόν ἀπαιτοῦντες τό ἐγγράφως ἐκθέσθαι τό τῆς πίστεως σύμβολον, καί τοῦτο μόνον ἀποδεχόμενοι τό μήτε ὑπέρ τοῦ ἀγαθοῦ ζηλωτήν εἶναι μήτε διά τό κακόν τινι ἀντιμάχεσθαι, εἰρήνην ὥσπερ ἐντεῦθεν τῇ ἐκκλησίᾳ περιποιούμενοι, ὅ χεῖρον πάσης ἔχθρας ἐστί καί μεγάλης ἀκαταστασίας αἴτιον. Ἐκ τούτου οὖν οἱ ἱερεῖς ἠχρειώθησαν καί γεγόνασιν ὡς ὁ λαός. Μή ὄντων γάρ τινων ἐξ αὐτῶν ἅλας, ὡς ὁ Κύριος ἔφη, ἵνα διά τῶν ἐλέγχων σφίγγωσι καί ἀναστέλλωσι κἄν ὁπωσοῦν τόν διαρρέοντα βίον, ἀλλά συγγινωσκόντων μᾶλλον καί συγκαλυπτόντων ἀλλήλων τά πάθη ἐγένοντο χείρους μέν αὐτοί τοῦ λαοῦ, χείρων δέ αὐτῶν ὁ λαός. Τινές δέ τοῦ λαοῦ καί κρείττονες ἀπεφάνθησαν μᾶλλον τῶν ἱερέων, ἐν τῷ ἐκείνων ἀφεγγεῖ ζόφῳ ὡς ἄνθρακες οὗτοι φαινόμενοι. Εἰ γάρ ἐκεῖνοι κατά τόν τοῦ Κυρίου λόγον ἔλαμπον τῷ βίῳ ὡς ὁ ἥλιος, οὐκ ἄν ὡρῶντο οἱ ἄνθρακες διαυγάζοντες, ἀλλ᾿ ὑπό τοῦ τρανοτέρου φωτός ἠμαυρωμένοι ἐδείκνυντο ἄν. Ἐπεί δέ τό πρόσχημα μόνον καί τό τῆς ἱερωσύνης ἔνδυμα ἐν τοῖς ἀνθρώποις ἐναπελείφθη, τῆς τοῦ πνεύματος δωρεᾶς ἐπί τούς μοναχούς μεταβάσης καί διά τῶν σημείων γνωριζομένης ὡς τόν βίον τῶν Ἀποστόλων διά τῶν πράξεων μετερχομένους, κἀκεῖ πάλιν ὁ διάβολος τά οἰκεῖα εἰργάσατο. Ἰδών γάρ αὐτούς ὅτι ὡς νέοι τινες μαθηταί τοῦ Χριστοῦ αὖθις ἀνεδείχθησαν ἐν τῷ κόσμῳ, καί τῷ βίῳ καί τοῖς θαύμασιν ἔλαμψαν,τούς ψευδαδέλφους καί τά ἴδια σκεύη εἰσαγαγών τούτοις ἀνέμιξε καί κατά μικρόν πληθυνθέντες, ὡς ὁρᾷς, ἠχρειώθησαν καί γεγόνασι μοναχοί πάμπαν ἀμόναχοι.

Οὔτε οὖν τοῖς τῷ σχήματι μοναχοῖς οὔτε τοῖς κεχειροτονημένοις καί εἰς ἱερωσύνης ἐγκαταλεγεῖσι βαθμόν οὔτε τοῖς τῷ τῆς ἀρχιερωσύνης τετιμημένοις ἀξιώματι, πατριάρχαις φημί καί μητροπολίταις καί ἐπισκόποις, ἁπλῶς οὕτως καί διά μόνην τήν χειροτονίαν καί τήν ταύτης ἀξίαν τό ἀφιέναι ἁμαρτίας ἀπό Θεοῦ δίδοται - ἄπαγε! - ἱερουργεῖν γάρ μόνον αὐτοῖς συγκεχώρηται, οἶμαι δέ οὐδ᾿ αὐτό τοῖς πολλοῖς αὐτῶν, ἵνα μή χόρτος ὄντες ἐκεῖθεν κατακαυθήσονται, ἀλλά μόνοις ἐκείνοις, ὅσοις ἐν ἱερεῦσι καί ἀρχιερεῦσι καί μοναχοῖς τό συγκαταριθμεῖσθαί ἐστι τοῖς τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ χοροῖς διά τήν ἁγνότητα.

14. Πόθεν οὖν αὐτοί τε οἱ τοῖς εἰρημένοις ἐγκαταλεγέντες ἐκεῖνο νοήσωσι καί οἱ αὐτούς ἐκζητοῦντες τούτους ἀκριβῶς ἐπιγνώσονται; Ὅθεν ὁ Κύριος ἐδίδαξεν οὕτως εἰπών˙ «σημεῖα δέ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει˙ ἐν τῷ ὀνόματί μοι δαιμόνια ἐκβάλουσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς - ὅπερ ἐστίν ἡ θεόπνευστος διδασκαλία τοῦ Λόγου καί ὠφέλιμος -, ὄφεις ἀροῦσι, κἄν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μή αὐτούς βλάψῃ», καί πάλιν˙ «ἐκ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς». Ποίων καρπῶν; Ὧν τό πλῆθος ἀπαριθμούμενος ὁ Παῦλος λέγει˙ «ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια» μεθ᾿ ὧν εὐσπλαγχνία, φιλαδελφία, ἐλεημοσύνη καί τά τούτοις ἑπόμενα˙ πρός τούτοις˙ «λόγος σοφίας, λόγος γνώσεως, χαρίσματα ἰαμάτων καί ἕτερα πλεῖστα, ἅ πάντα ἐνεργεῖ ἕν καί τό αὐτό Πνεῦμα, διαιροῦν ἑκάστῳ καθώς βούλεται». Οἱ γοῦν τούτων ἐν μετοχῇ γεγονότες τῶν χαρισμάτων - ἤ πάντων ἤ ἐκ μέρους κατά τό συμφέρον αὐτοῖς - ἐν τῷ χορῷ τῶν Ἀποστόλων ἐγκατελέγησαν καί οἱ νῦν τοιοῦτοι ἀποτελούμενοι ἐκεῖσε ἐγκαταλέγονται. Διό καί φῶς εἰσιν οὗτοι τοῦ κόσμου, ὡς αὐτός φησιν ὁ Χριστός˙ «οὐδείς λύχνον ἅψας τίθησιν αὐτόν ὑπό τόν μόδιον ἤ ὑπό κλίνην, ἀλλ᾿ ἐπί τήν λυχνίαν, ἵνα φαίνῃ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ». Οὐκ ἐκ τούτων δέ μόνων οἱ τοιοῦτοι γνωρίζονται, ἀλλά καί ἀπό τῆς τοῦ βίου αὐτῶν διαγωγῆς˙ οὕτω γάρ καί οἱ ζητοῦντες αὐτούς καί αὐτοί ἑαυτόν ἕκαστος ἀκριβέστερον ἐπιγνώσονται, οἷον εἰ καθ᾿ ὁμοιότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνεπαισχύντως, μᾶλλον δέ ὡς μεγίστην δόξαν ἡγήσαντο τήν εὐτέλειαν καί ταπείνωσιν καί ὡς ἐκεῖνος τήν ὑπακοήν ἀνυποκρίτως εἰς τούς ἑαυτῶν πατέρας καί ὁδηγούς, ἔτι γε μήν καί εἰς τούς πνευματικῶς ἐπιτάττοντας ἐπεδείξαντο, εἰ ἀτιμίας καί ὕβρεις καί ὀνειδισμούς καί λοιδορίας ἀπό ψυχῆς ἠγάπησαν καί τούς ἐπιφέροντας αὐτοῖς ταῦτα ὡς ἀγαθῶν μεγάλων προξένους ἀπεδέξαντο καί ἀπό ψυχῆς μετά δακρύων ὑπέρ αὐτῶν ηὔξαντο, εἰ πᾶσαν δόξαν τήν ἐν τῷ κόσμῳ κατέπτυσαν καί σκύβαλα τά ἐν αὐτῷ τερπνά ἡγήσαντο. Καί τί τά πολλά καί προφανῆ λέγων τόν λόγον μηκύνω; Ἐάν πᾶσαν μέν ἀρετήν, ἥν ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀκούωσιν ὑπαναγινωσκομένην γραφαῖς, ταύτην ἑαυτόν ἕκαστος τῶν εἰρημένων εὑρίσκει κατωρθωκότα, πᾶσαν δέ πρᾶξιν τῶν ἀγαθῶν ὡσαύτως μετελθόντα καί ἐπί μιᾷ τούτων ἑκάστῃ τήν προκοπήν, τήν ἀλλοίωσιν, τόν βαθμόν ἐπεγνωκότα καί πρός τό ὕψος τῆς θεϊκῆς δόξης αἰρόμενον, τότε καί ἑαυτόν τις γνώτω μέτοχον Θεοῦ καί τῶν αὐτοῦ χαρισμάτων γεγονότα καί ὑπό τῶν καλῶς ὁρώντων ἤ καί ὑπ᾿ αὐτῶν τῶν ἀμβυωπούντων γνωσθήσεται. Καί οὕτως οἱ τοιοῦτοι εἴποιεν ἄν τοῖς πᾶσιν ἐν παρρησίᾳ˙ «ὑπέρ Χριστοῦ πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν˙ καταλλάγητε τῷ Θεῷ». Πάντες γάρ οἱ τοιοῦτοι τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ ἐφύλαξαν μέχρι θανάτου, ἐπώλησαν τά ὑπάρχοντα αὐτῶν καί διένειμαν τοῖς πτωχοῖς, ἠκολούθησαν τῷ Χριστῷ διά τῆς τῶν πειρασμῶν ὑπομονῆς, ἀπώλεσαν τάς ἑαυτῶν ψυχάς ἕνεκεν τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κόσμῳ καί εὗρον αὐτάς εἰς ζωήν αἰώνιον. Εὑρόντες δέ τάς ἑαυτῶν ψυχάς, ἐν φωτί νοητῷ εὗρον αὐτάς καί οὕτως ἐν τῷ φωτί τούτῳ εἶδον τό ἀπρόσιτον φῶς, αὐτόν τόν Θεόν, κατά τό γεγραμμένον˙ «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς». Πῶς οὖν ἔστιν εὑρεῖν τινα ἥν ἔχει ψυχήν, πρόσεχε! Ἡ ἑκάστου ψυχή ἐστίν ἡ δραχμή ἥν ἀπώλεσεν οὐχ ὁ Θεός ἀλλ᾿ ἡμῶν ἕκαστος ἐν τῷ σκόστει τῆς ἁμαρτίας βυθίσας ἑαυτόν. Ὁ δέ Χριστός, τό ὄντως φῶς, ἐλθών καί τούς ζητοῦντας αὐτόν συναντῶν, ὡς οἶδε μόνος αὐτός, ἰδεῖν ἑαυτόν αὐτοῖς ἐχαρίσατο. Τοῦτό ἐστιν εὑρεῖν τήν ψυχήν αὐτοῦ τό ἰδεῖν τόν Θεόν καί ἐν τῷ ἐκείνου φωτί αὐτόν γενέσθαι ἁπάσης κτίσεως τῆς ὁρωμένης ἀνώτερον καί τόν Θεόν σχεῖν ποιμένα καί διδάσκαλον, παρ᾿ οὗ καί τό δεσμεῖν καί λύειν, εἰ βούλει, γνώσεται, καί γνούς ἀκριβῶς προσκυνήσει τόν δεδωκότα καί τοῖς χρῄζουσι μεταδώσει.

16. Τοῖς τοιούτοις οἶδα, τέκνον, δίδοσθαι τοῦ δεσμεῖν καί λύειν <τήν ἐξουσίαν> ἀπό Θεοῦ Πατρός καί Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῖς θέσει οὖσιν καί ἁγίοις δούλοις αὐτοῦ. Τοιούτῳ καί αὐτός ἐγώ ἐμαθήτευσα πατρί χειροτονίαν ἐξ ἀνθρώπων μή ἔχοντι, ἀλλά χειρί με Θεοῦ εἴτ᾿ οὖν πνεύματι εἰς μαθητείαν ἐγκαταλέξαντι κάι τήν ἐξ ἀνθρώπων χειροτονίαν διά τόν παρακολουθήσαντα τύπον καλῶς λαβεῖν με κελεύσαντι, πάλαι ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τοῦτο σφοδρῷ πόθῳ κινούμενον.

17. Τοιγαροῦν γενέσθαι πρῶτον τοιοῦτοι εὐξώμεθα, ἀδελφοί καί πατέρες, καί οὕτως τοῖς ἄλλοις περί παθῶν ἀπαλλαγῆς καί ἀναδοχῆς λογισμῶν ὁμιλήσωμεν καί τοιοῦτον πνευματικόν ζητήσωμεν. Μᾶλλον μέν οὖν τοιούτους ἐμπόνως ζητήσωμεν ἄνδρας, τούς ὄντας μαθητάς τοῦ Χριστοῦ καί μετά πόνου καρδίας καί δακρύων πολλῶν ἐπί ῥητάς ἡμέρας ἱκετεύσωμεν τόν Θεόν, ἵνα ἀποκαλύψῃ τούς ὀφθαλμούς τῶν καρδιῶν ἡμῶν πρός τό ἐπιγνῶναι, εἴ που καί τοιοῦτός τις ἐν τῇ πονηρᾷ ταύτῃ γενεᾷ ὤν εὑρεθήσεται, ὅπως εὑρόντες αὐτόν ἄφεσιν λάβωμεν δι᾿ αὐτοῦ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, τοῖς προστάγμασιν αὐτοῦ καί ταῖς ἐντολαῖς ὅλῃ ψυχῇ ὑπακούοντες, καθάπερ ἐκεῖνος, ἀκούσας τάς τοῦ Χριστοῦ, γέγονε μέτοχος τῆς χάριτος καί τῶν δωρεῶν αὐτοῦ, καί τήν ἐξουσίαν τοῦ δεσμεῖν καί λύειν τά ἁμαρτήματα παρ᾿ αὐτοῦ ἔλαβε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι πυρωθείς, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή κάι προσκύνησις σύν τῷ Πατρί καί τῷ μονογενεῖ Υἱῷ εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

[/fonts]

7
[font face=Garamond][font size=4]«Ο άνθρωπος όταν αρχίσει να κάνει εσωτερική εργασία, παρακολουθεί τον εαυτό του, προσπαθεί να διώχνει τους κακούς λογισμούς και να καλλιεργεί καλούς. Συνεχίζοντας αυτήν την προσπάθεια, φθάνει μετά από ένα χρονικό διάστημα να έχει μόνον καλούς λογισμούς. Από το διάστημα που είχε τους κακούς λογισμούς στον κόσμο, θα εξαρτηθεί και το διάστημα που θα χρειασθεί για να φύγουν. Στη συνέχεια, σιγά – σιγά σταματούν και οι καλού λογισμοί και φτάνει σε ένα άδειασμα. Τότε περνά μια περίοδο που δεν έχει ούτε καλούς ούτε κακούς λογισμούς. Αυτή η φάση φέρνει και κάποια ανησυχία στην ψυχή και ο άνθρωπος αρχίζει να αναρωτιέται: «Τι συμβαίνει; Τι γίνεται τώρα; Είχα κακούς λογισμούς, έφυγαν, ήρθαν καλοί. Τώρα δεν έχω ούτε κακούς ούτε καλούς». Μετά από αυτό το άδειασμα γεμίζει ο νους με την θεία Χάρη και έρχεται ο θείος φωτισμός» (Γ. Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, τομ. Γ’).
[/fonts][/fontf]

8
Εικόνες - Φωτογραφίες / Ουδέν σχόλιον!
« στις: 15 Ιανουαρίου, 2011, 07:21:24 μμ »

9
Ανέκδοτα... προς έκδοσιν / O ορισμός της Θεούσας!
« στις: 08 Ιανουαρίου, 2011, 07:20:57 μμ »
[font face=Garamond][font size=4]Oυσιαστικά ο παρακάτω ορισμός είναι αληθινός κι όχι ανέκδοτο! Αλλά λόγω του κωμικού τρόπου διατυπωσεώς του μπορεί να συγκαταλεχθεί στην παρούσα ενότητα! (Τον είχα βρεί κάπου στο διαδύκτιο αλλά δεν θυμάμαι πού!)

\"θεούσα εστί γυνή τις ,νεαρά ή προβεβηκυία τη ηλικία, ήτις βιεί τας του Κυρίου εντολάς ώσπερ άχθος βαρύτατον και την της Εκκλησίας ζωήν ως άχαρον ,εν τω ναώ, παραμονήν .
Η θεουσα ενδύεται ενδύματα άτινα καλυπτωσι παν γυμνόν μέλος,αμελεί την εμφανιση της, ομοιαζουσα ενίοτε προς τον Γεωργιον Καραισκάκην ή τον Παπαφλέσσαν εκ της τριχοφυίας. Θεωρεί δε οσους δεν ενδυονται ομοιως ως κοσμικούς και ασεβείς.
Συνεπεία τούτου του ανεράστου βίου η θεούσα παραπονείται διαρκώς και κατακρίνει όσους χαίρονται τον δωρηθέντα εις αυτούς επίγειον χρόνον.
Πλήρης ανυπάρκτων ενοχών η θεούσα μεταβιβάζει ταυτας και εις το περιβάλλον της ,καθιστούσα την μετ \'αυτής συνοίκησιν πρόγευσιν των της κολάσεως βασάνων.\"
[/fonts][/fontf]

10
[font face=Garamond][font size=4]Θα ήθελα να θέσω πρός συζήτηση το θέμα των μυστηρίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και της μετοχής μας σε αυτά, έτσι ώστε να \"ακουσθούν\" οι απόψεις μας και να κάνουμε έναν εποικοδομητικό διάλογο και αν είναι θέλημα Θεού να καταλήξουμε κάπου λύνοντάς απορίες μας (έχω αρκετές, αν όχι πάρα πολλές) και εξακριβώνοντας ορισμένα πράγματα.
Λέω μιάς και είναι αρκετά \"επίκαιρο\" ;) θέμα να ξεκινήσουμε με το μυστήριο τού γάμου!
Περιμένω \"αντιδράσεις\" (το ελπίζω δηλαδή). Ξένια εσένα περιμένω πρώτη, κανόνισε![/fonts][/fontf]

11
[font size=5]
   
O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης απέναντι στον Απόστολο Μακράκη

[/fonts]

              [font size=3]
                                              του Μάριου Μπέγζου


Εφέτος (2001) συμπληρώνονται 150 χρόνια από τήν γέννηση τού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (4.3.1851) καί 90 έτη από τήν κοίμησή του (1911). Οι επέτειοι χρησιμεύουν στήν ανάμνηση όχι μόνο τού παρελθόντος αλλά καί τού μέλλοντος όλων μας, αφού τά ερωτήματα παραμένουν, μολονότι οι απαντήσεις αλλάζουν.

Ο Σκιαθίτης διηγηματογράφος ενσαρκώνει μιά στάση ζωής πού συνεχίζει νά είναι επίκαιρη καί ζωτική. Τήν σημασία τής προσφοράς του μπορούμε νά τήν αντιληφθούμε καλύτερα, αν τόν συγκρίνουμε μέ έναν άλλο ρηξικέλευθο χριστιανό διανοούμενο τής εποχής του, τόν Σίφνιο λόγιο Απόστολο Μακράκη (1831-1905), πού αντιπροσωπεύει μιάν εντελώς αλλιώτικη αντίληψη γιά τήν εκκλησία καί τόν νεοελληνισμό. Ανάμεσα στόν Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη καί στόν Απόστολο Μακράκη υφίστανται πάρα πολλές διαφορές.

Μιά πρώτη διαφοροποίηση μεταξύ Παπαδιαμάντη καί Μακράκη πού μέ έμφαση επισημαίνεται από τό Σκιαθίτη μας είναι η απόσταση πού χωρίζει τό μακρακισμό από τό φιλοκαλικό κίνημα αναγέννησης τής Ορθοδοξίας στό 18ο-19ο αι. γνωστό μέ τή μειωτική επωνυμία \"Κολλυβάδες\", πού αναφάνηκε στό Άγιον Όρος μέ ηγήτορα τόν άγιο Νικόδημο τόν Αγιορείτη καί συνίστατο στήν αναβίωση τής ορθόδοξης πατερικής παράδοσης μέ επίκεντρο τή μελέτη τής \"Φιλοκαλίας\" καί ορατό αναγνωριστικό σημείο τή συχνή συμμετοχή τών πιστών στό μυστήριο τής θείας ευχαριστίας.

Οι αντίπαλοι τής φιλοκαλικής αγιορετικής κίνησης κατασυκοφάντησαν τούς πρωτεργάτες αυτής τής πρωτοβουλίας κάνοντας κατάχρηση τής συνήθειας νά τηρείται πιστά η λατρευτική παράδοση τής Ορθοδοξίας καί νά μή τελούνται μνημόσυνα τήν Κυριακή, ημέρα ανάστασης, παρά μόνο τό Σάββατο, ημέρα μνήμης τών νεκρών καί προσφοράς κολλύβων στό ναό. Έτσι επινοήθηκε τό περιπαικτικό παρωνύμιο \"Κολλυβάδες\" από τή δήθεν νομιζόμενη τυπολατρική προσκόλληση στά \"κόλλυβα\", ενώ στήν πραγματικότητα πρόκειτο γιά ρωμαλέο εκκλησιαστικό κίνημα ανακαίνισης μέ βάση τή \"Φιλοκαλία\" τών νηπτικών πατέρων τής μυστικής θεολογίας τής Ορθοδοξίας. Κατάλοιπα τών καταδιωγμένων \"Κολλυβάδων\" βρήκαν καταφύγιο στή Σκιάθο, πού κατά μία εύστοχη παρατήρηση τού Τάκη Παπατσώνη 1.είναι η σκιά τού Άθωνα (Σκιάθος: Σκιά τού Άθως: Σκι-Άθως).

Έτσι ο Παπαδιαμάντης τρέφεται από τήν ορθόδοξη παράδοση στή φιλοκαλική της εκδοχή μέ τήν οποία κρίνει, συγκρίνει καί κατακρίνει τό μακρακισμό. Απέναντι στόν δυτικό, προτεσταντικό καί ευσεβιστικό Μακράκη2. ορθώνεται ο ανατολικός, ορθόδοξος καί φιλοκαλικός Παπαδιαμάντης. Ιδιαιτέρως αποκαλυπτικός είναι ο κοσμοκαλόγερός μας στή νεκρολογία τού συντοπίτη τού ιερομονάχου πατρός Διονυσίου τόν οποίο διαφοροποιεί από τόν μακρακισμό πού τόν τοποθετεί στόν ησυχασμό τών φιλοκαλικών τής Ορθοδοξίας. Μάλιστα υπογραμμίζει ο άγιός μας γιά τούς Κολλυβάδες ότι \"τό σκωπτικόν επίθετον αναξίως εδόθη αυτοίς υπό φθονερών τού μοναστικού βίου απτήνων\"3. καί σημειώνει επιπροσθέτως ότι \"εκ τών Κολλυβάδων ήσαν εκ τών παλαιών λογίων πατέρων ο Κορίνθου Μακάριος, ο Νοταράς, άγιος τιμώμενος, Αθανάσιος ο Πάριος καί Νικόδημος ο πολυγραφώτατος, ο Κύριλλος, ο Ηλίας, ο Αρσένιος καί άλλοι ενάρετοι πατέρες\"4.

Σέ άλλη συνάφεια δηλώνει ρητά ότι ο Μακράκης επιχείρησε νά απομιμηθεί τά \"κολλυβάδικα\" έθιμα γιά τήν συχνή θεία μετάληψη, αλλά χωρίς καμμιά επιτυχία, διότι πρόκειτο γιά ξηρό τυπολατρικό, επιδερμικό μιμητισμό: \"ο εν λόγω διδάσκαλος \"Μακράκης\", αυτός μάλλον είχεν ακολουθήσει τινά των παλαιών εθίμων μοναστικής τινός κοινότητος, λίαν αρχαιοπρεπούς, εις την οποίαν ανήκον οι ασκηταί ούτοι. Ούτω συνέπεσαν εν μέρει εις τάς δοξασίας\"5. Εξηγεί τήν μακρακική αποτυχία στήν απομίμηση τού φιλοκαλικού ανανεωτικού κινήματος μέ τόν ακόλουθο τρόπο: \"Παρά τών Κολλυβάδων τούτων ηθέλησε καί ο κ. Μακράκης νά μιμηθή τινα έθιμα, ως τό τής συχνής μεταλήψεως καί άλλα, καί απέτυχεν, ως εικός. Διότι δέν εδόθη εις κοσμικούς ανθρώπους νά μιμώνται τά έθιμα τών ασκητικών εκείνων ανδρών, τών εν αμέμπτω πολιτεία διαγόντων, ουδ\' έξεστιν εις τούς εν τή τύρβη τού κόσμου βιούντας νά παραδώσει τά σεμνά καί υψηλά εκείνα πράγματα\"6.

Γιά τόν Σκιαθίτη διηγηματογράφο ο Σίφνιος λόγιος φέρεται σάν προτεστάντης κι όχι ως ορθόδοξος. Παρόλα τά καλά πού τού αναγνωρίζει τόσο στίς προθέσεις όσο καί στό ήθος, ωστόσο μέ τρόπο ανυποχώρητο ο Παπαδιαμάντης μέμφεται τόν Μακράκη γιά προτεσταντισμό7. καί μάλιστα κατ\' επανάληψη στά έργα του. Ο κοσμοκαλόγερος τής λογοτεχνίας μας απορρίπτει τόν μακρακισμό μέ τήν οργίλη αποστροφή: \"Τί καινοτομίαι, τί ξενισμοί, τί λεσχηνείαι είναι αυτά; Προτεστάνται είμεθα υμείς εδώ;\"8.

Στήν επιστολογραφία του μάλιστα ο Παπαδιαμάντης γίνεται σαφέστερος καί δριμύτερος: \"Η ουσία τού προτεσταντισμού δέν έγκειται τόσον εν τή μή τιμή τών εικόνων καί τών λειψάνων, όσον εν τή απορρίψει τού κύρους τών Οικουμενικών Συνόδων, τών Πατέρων καί τής παραδόσεως, εν τή απολύτω ελευθερία του ερμηνεύειν έκαστον τάς Γραφάς, όπως αν αυτώ αρέσκη. Τούτο δέ ακριβώς πράττει καί ο κ. Μακράκης, όστις περιέρχεται τάς πόλεις καί τά χωρία ερμηνεύων κατά τήν ιδίαν αυτού φαντασίαν τάς Ιεράς Γραφάς, άνευ κύρους, άνευ αδείας καί εγκρίσεως εκκλησιαστικής\"9.

Η απτή καί ορατή διαφοροποίηση τού ορθοδόξου καί τού προτεσταντικού στοιχείου εντοπίζεται στήν οριοθέτηση τού κοινωνικού καί τού ατομικού παράγοντα. Ο προτεσταντισμός είναι ένας θρησκευτικός ατομικισμός, όπου τό άτομο έχει απόλυτη προτεραιότητα, προηγείται ο ιδιώτης πιστός καί όλος ο βίος εξατομικεύεται. Αντιθέτως στήν Ορθοδοξία πρυτανεύουν τό κοινωνικό, τό κοινοτικό καί τό κοινοβιακό στοιχείο. Η εκκλησία κατανοείται ως σώμα Χριστού καί όχι ως σωματειο χριστιανών. Η καταστατική πράξη τής εκκλησίας, η θεία ευχαριστία, λέγεται καί είναι \"θεία κοινωνία\", γι\' αυτό ήδη στήν πρωτοχριστιανική παράδοση διακηρυσσόταν η πεποίθηση: \"unus christianus, nullus christianus\", δηλαδή \"ένας χριστιανός ίσον κανένας χριστιανός\".

Τέτοια ακριβώς ορθόδοξη εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία αντιτάσσει ο Παπαδιαμάντης στόν Μακράκη, τόν οποίο έχει κατηγορήσει γιά προτεσταντική κακοδοξία, καί οριοθετεί τήν δική του εκκλησιαστική ορθοδοξία μέ τόν ακόλουθο τρόπο: \"Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον τής Ορθοδόξου Εκκλησίας εκπροσωπουμένης υπό τών επισκόπων της. Εάν δέ τυχόν πολλοί τούτων είναι αμαρτωλοί, αρμοδία νά κρίνη είναι μόνον η Εκκλησία, καί μόνον τό άπειρον έλεος τού Θεού ημείς πρέπει νά επικαλώμεθα. Τό κύρος καί τήν ενότητα τής Εκκλησίας ημείς δέν τά συγχέομεν μέ τάς αμαρτίας τών προσώπων, καθώς οι παρασυνάγωγοι σεις\"10.

Γιά τόν Παπαδιαμάντη η εκκλησία είναι Σώμα Χριστού, ]ενώ γιά τόν Μακράκη αυτό πού προέχει καί μέλλει νά σώσει τόν άνθρωπο καί τήν ανθρωπότητα, τόν χριστιανισμό καί τόν ελληνισμό μαζί, είναι ένα σωματείο χριστιανών, γι\' αυτό άλλωστε ο ίδιος διά βίου προέβαινε στήν ίδρυση πολλών καί αλλεπάλληλων σωματείων θρησκευτικού ή πολιτικού προσανατολισμού11.

Μέ αυτόν τόν τρόπο όμως η εκκλησία διαφθείρεται: τό Σώμα Χριστού καταντά σωματείο χριστιανών. Έτσι καταργείται η εκκλησιαστικότητα καί αναφύεται η παραεκκλησιαστικότητα. Η σχέση τής εκκλησίας μέ τήν παραεκκλησιαστική θρησκευτική οργάνωση είναι ευθέως ανάλογη μέ τήν σχέση τού κράτους καί τού παρακράτους, τής παιδείας καί τής παραπαιδείας, τής οικονομίας καί τής παραοικονομίας, τού σώματος καί τού σωματείου, τής ορθοδοξίας καί τής ετεροδοξίας, τού φιλοκαλικού ησυχασμού καί τού προτεσταντικού ευσεβισμού, δηλαδή τής εκκλησιαστικότητας καί τής θρησκευτικότητας.

Η συγκεκριμένη διαφορά εντοπίζεται στήν προτεραιότητα: ποιός προηγείται; ο Χριστός ή ο χριστιανός, η εκκλησία ή τό άτομο; τό σώμα ή τό σωματείο; τό Σώμα τού Χριστού ή τό σωματείο τών χριστιανών; η εκκλησιαστικότητα ή η θρησκευτικότητα; Μέ τήν γλώσσα τού Παπαδιαμάντη λοιπόν: \"Ποίος Μητροπολίτης, ποία Σύνοδος, δύναται ποτέ ν\'αναγνωρίση τόν κ. Μακράκην ως ορθόδοξον, εάν ούτος δέν προσέλθη απλώς καί καθαρώς, εν ταπεινώσει, άνευ σοφισμάτων καί άνευ υστεροβουλίας, εάν δέν προσπέση εις τήν Εκκλησίαν νά είπη τό ήμαρτον, ν\' αποπτύση τό τρισύνθετον καί πάσαν άλλην κακοδοξίαν, καί νά είπη ότι μετανοεί ειλικρινώς; Ως ίσος πρός ίσην τολμά νά διαπραγματεύεται πρός τήν Εκκλησίαν, ή έτι θρασύτερον, ως θεραπαίνιδα θέλει νά τήν μεταχειρισθή ο αγχίστροφος διαλεκτικός, ο πολύπλαγκτος αγορητής, αξιών, ίνα η Εκκλησία αυτή καί όχι ο Μακράκης ομολογήση ότι έσφαλε νά τόν αποκηρύξη: Οίον εξαίσιον πτώμα! Οίος κρημνός! Εν όμως λησμονεί ο πολύστροφος λογοκόπος, τό ότι οι Άρειοι καί οι Απολλινάριοι καί οι Ωριγένεις ήσαν πολύ αυτού ευφραδέστεροι καί λογιώτεροι καί επιφανέστεροι... Αλλ\' εις τήν περίπτωσιν αυτήν άτακτος είναι ο κ. Μακράκης, όστις δέν πείθεται εις τήν Εκκλησίαν\"12.

Μέ τέτοια εκκλησιολογική λογική ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας ο Σκιαθίτης άγιος τού αιώνα μας γράφει γιά τόνΣίφνιο \"Σωκράτη τού 19ου αιώνα\" τά εξής: \"πάς χριστιανός οφείλει νά πειθαρχή εις τούς ορατούς αντιπροσώπους τής Εκκλησίας, είτε αμαρτωλοί είναι ούτοι είτε άγιοι, καί νά μή πλησιάζη εις τόν Μακράκη. Άλλως, θά ήτον αναρχία καί τίποτε άλλο\"13.Σέ άλλη πάλι συνάφεια διαδηλώνει τίς απόψεις του μέ εμφαντικότερο τρόπο: \"Τό βήμα τής εκκλησίας δέν είναι, όπως τό βήμα τό δικανικόν, τό βήμα τό πολιτικόν, όπου υπάρχουν ρήτορες καί αντιρρήτορες... Τό εκκλησιαστικό βήμα -ο άμβων- είναι αυστηρόν, αποκλειστικόν, αυθεντικόν. Εις μόνος ομιλεί. Υποτίθεται, ότι λέγει, όχι διδόμενα, αλλά συμπεράσματα, παραδεδεγμένα, αναμφισβήτητα, δόγματα. Δέν επιτρέπονται εκεί αι αυτοσχέδιοι ανοησίαι. Διά τούτο ο είς εκείνος πρέπει νά είναι χρισμένος από τήν εκκλησίαν// οφείλει νά είναι τό στόμα τής εκκλησίας, επειδή συζήτησις δέν επιτρέπεται, ούτε δευτερολογία, ούτε διακοπή. Ανάγκη άρα νά είναι κληρικός\"14.

Τό φάντασμα τού Μακράκη καί η σκιά τού Παπαδιαμάντη μέλλουν νά παραμένουν διαρκώς μαζί μας σέ κάθε τίμια αναζήτηση τής αλήθειας τού γένους μας σέ κάθε τύπο καί σέ κάθε καιρό. Η επιλογή υπέρ τού ενός ή τού άλλου αποτελεί προσωπική επιλογή καθενός μας καί συλλογική ευθύνη όλων μας.


________________

1. Τ. Παπατσώνης, Άσκηση στόν Άθω, Αθήνα 1963 (1984), 14.

2. Λ. Μπράνγκ, Τό Μέλλον τού Ελληνισμού στόν Ιδεολογικό Κόσμο τού Α. Μακράκη, Αθήνα 1997, 111: \"Ο Μακράκης ... αναδεικνύεται τελικά αντι-ησυχαστικός\".

3.Α. Παπαδιαμάντης, Άπαντα (επιμ.), Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, 5 τόμοι, Αθήνα 1981-1988, τόμ. Ε?, σελ. 330. Πρβλ. τόν σχολιασμό τού Ζ. Λορεντζάτου, Μελέτες, Αθήνα 1994, τόμ. Α\', σελ. 235-258.

4 .Στό ίδιο.

5 .Παπαδιαμάντης, ό.π., Β\', 498-499.

6. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε\', 330.

7. Εύστοχα κάνει λόγο γιά τόν \"ορθόδοξο προτεσταντισμό\" τού Μακράκη ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης (στό Μπράνγκ, ό.π., 30 καί 28-30, όπου καταχώριση τής αντιμακρακικής τοποθέτησης τού π. Φιλοθέου Ζερβάκου).

8. Παπαδιαμάντης, ό.π., Δ\', 148.

9. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε\', 163.

10. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε\', 165. Πρβλ. παλαιότερη μελέτη μας: Μ. Μπέγζος, \"Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης καί Απόστολος Μακράκης: \"Αειπλάνητος Διδάχος\" ή \"Κοσμοκαλόγερος\"; Νέα Κοινωνιολογία, τχ. 27 (Άνοιξη 1999), 32-42 πού αφορμήθηκε από προφορική υπόδειξη τού ποιητή Δημήτρη Κοσμόπουλου γιά τήν αντιστικτική σχέση Παπαδιαμάντη-Μακράκη.

11. Πρβλ. Μπράνγκ, ό.π., 313επ., ιδ. 327 όπου διασύνδεση τού μακρακισμού μέ τίς μετέπειτα παραεκκλησιαστικές οργανώσεις (\"Αδελφότητες Θεολόγων\") στήν ελλαδική εκκλησία μέ πρωτεργάτη τόν αρχιμανδρίτη π. Ευσέβιο Ματθόπουλο (1849-1929), αρχικά οπαδό τού Απ. Μακράκη καί μετά (μετά τήν αποσκίρτησή του από τόν μακρακισμό) ιδρυτή τής \"Ζωής\" (1907). Πρβλ. Χ. Γιανναράς, Ορθοδοξία καί Δύση στή Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1992, 348] επ., 359: \"Η πρώτη εξωεκκλησιαστική οργάνωση στήν Ελλάδα ιδρύεται τόν Σεπτέμβριο τού 1976 από τόν Απόστολο Μακράκη\". Βλ. τήν διδακτορική διατριβή στό Τμήμα Ποιμαντικής καί Κοινωνικής Θεολογίας τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (μέ επιβλέποντα καθηγητή τόν π. Θεόδωρο Ζήση) τού Εμμ. Καραγεωργούδη, Χριτσιανισμός καί Πολιτική κατά τόν Απόστολο Μακράκη, Θεσσαλονίκη 1992, ιδ. σελ. 107επ., όπου τεκμηριώνεται η \"μακρακική\" γενεαλόγηση τού κινήματος \"Χριστιανική Δημοκρατία\" καί τών οργανωσιακών πρωτοβουλιών τού Αυγουστίνου Καντιώτη.

12. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε?, 164.

13. Παπαδιαμάντης, ό.π., Γ?, 576.

14. Παπαδιαμάντης, ό.π., Δ?, 148.
[/fonts]

12
[font face=Courierl][font size=4]Ο τίτλος της παράθεσης τα λέει όλα.
Βοήθεια παρακαλώ;;[/fonts][/fontf]

13
Βιβλιοπροτάσεις / Εμπειρική Δογματική.
« στις: 24 Νοεμβρίου, 2010, 07:00:44 μμ »
[font face=Times New Romanl][font size=4]Ἡ Ἐμπειρική δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τό νέο βιβλίο τοῦ μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, ἕνα ἔργο τό ὁποῖο θά ὁλοκληρωθεῖ σέ δύο τόμους, βασίζεται κυρίως στίς προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη. Ὁ ζωντανός προφορικός λόγος τοῦ κορυφαίου θεολόγου τοῦ 20οῦ αἰ. προσεγγίζεται κριτικά ἀπό τόν μητροπολίτη Ναυπάκτου καί ἀποτελεῖ μιά σημαντικότατη συμβολή στόν τομέα τῆς δογματικῆς καί τῆς θεολογικῆς σκέψης γενικότερα. Πρόκειται γιά μιά δογματική πού διαφέρει ἀπό τίς μέχρι σήμερα γνωστές, ἕνα ἔργο τό ὁποῖο βασιζόμενο στή διδασκαλία τῶν Πατέρων ἔρχεται νά ἀναθερμάνει τό ἐνδιαφέρον καί νά ἀνατροφοδοτήσει τίς πνευματικές ἀναζητήσεις τῶν ἀνθρώπων τοῦ 21ου αἰώνα.  Ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς δογματικῆς αὐτῆς ὀφείλεται κατά κύριο λόγο στή θέση ὅτι ἡ θεολογία δέν εἶναι στοχασμός, καί ἑπομένως δέν συγγενεύει μέ τήν φιλοσοφία, ἀλλά προσεγγίζει περισσότερο τίς θετικές ἐπιστήμες, ἀφοῦ ἡ βάση της εἶναι ἐμπειρική, εἶναι δηλαδή διατύπωση τῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως. Τό δόγμα ἀποτελεῖ ἀφ΄ ἑνός ἔκφραση τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας τῶν θεουμένων ἁγίων καί ἀφ\' ἑτέρου ὁδηγό, γιά νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος στή θέωση. Συνεπῶς τό δόγμα ἀντιμετωπίζεται ὡς φάρμακο, ὡς μέσο θεραπείας καί ἡ ἐν λόγῳ δογματική ἀποτελεῖ εὐεργετική θεραπευτική παρέμβαση γιά τόν ταλαιπωρημένο ἀπό τήν ἄγονη περιπέτεια τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ καί ἠθικισμοῦ σύγχρονο ἄνθρωπο.[/fonts][/fontf]


15
[font face=Times New Romanl][font size=4]Διαβάζοντας το ,πάρα πολύ ενδιαφέρον, βιβλίο του θεολόγου και ιεροκύρηκος κ.Σταύρου Μποζοβίτη \"Σύλλογοι και Αδελφότητες στο Σώμα του Ζώντος Χριστού\" (Εκδόσεις Σωτήρ, 2006), μου δημιουργήθηκαν αρκετές απορίες και σκέψεις τις οποίες μόνον ο ίδιος ο συγγραφεύς θα μπορούσε να λύσει και να συζητήσει.
Και αφού έχουμε ως μέλος στο φόρουμ τον ίδιο τον συγγραφέα τον αγαπητό κ.Σταύρο είναι ευκαιρία να μας διαφωτίσει επάνω σε διάφορα καίρια ζητήματα τα οποία προκύπτουν από την μελέτη του αξιολογότατου βιβλίου του, που μαρτυρεί αρκετό μόχθο και επίπονη μελέτη.
Ελπίζω να ανταποκριθεί στην έκληση μου για δημιουργική συζήτηση έτσι ώστε να ωφεληθώ κι εγώ και όσοι άλλοι έχουν διαβάσει το βιβλίο του, διασαφηνίζοντάς μας καίριες πτυχές του.  
Ευχαριστώ εκ των προτέρων. [/fonts][/fontf]

16
[font face=Times New Romanl][font size=4]Πλούσιο Φωτογραφικό υλικό του περσινού εορτασμού του μητροπολιτικού ναού μας.[/fonts][/fontf]

[font face=Times New Romanl][font size=4]Aρχιερατικός Εσπερινός:[/fonts][/fontf]



[font size=3]H σημαιοστόλιστος είσοδος του ναού μας.



Η εικόνα των Εισοδίων



Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ.Ιερώνυμος έξω από τον Ναό. Πίσω του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ.Γεώργιος.



Είσοδος του Αρχιεπισκόπου και των μητροπολιτών. Στα δεξιά ο Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου κ.Ιερόθεος Βλάχος.



Άναμα κεριών...



Ο Αρχιεπίσκοπος προεξάρχων των μητροπολιτών και των ιερέων κατά την είσοδο.





Ο αρχιεπίσκοπος ένθρονος διαβάζει τον προοιμιακό.



Οι μητροπολίτες (από αριστερά) Ναυπάκτου Ιερόθεος, Κιλκισίου Εμμανουήλ,Λεβαδείας Γεώργιος.



Η χορωδία μας υπό την χοραρχία του Πρωτοψάλτου κ.Ηλία Στάθη. (Λεπτομέρεια, τα γυαλιά μου στα δεξιά της εικόνας :laugh: )



Ναυπάκτου Ιερόθεος



Κιλκισίου Εμμανουήλ



Λεβαδείας Γεώργιος





Ο αρχιεπίσκοπος ένθρονος. (Λεπτομέρεια, στο βάθος αριστερά εγώ με ένα δολοφονικό βλέμμα!)



Αρτοκλασία.



\"Πλούσιοι επτώχευσαν...\"




Ομιλία...



Η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας μας στο τέμπλο.



Ο καλλικέλαδος Πρωτοψάλτης και πρώτος μου δάσκαλος κ.Ηλίας Στάθης εν δράση...
[/fonts]

17
Πνευματικά θέματα & Κείμενα / Τηλεσκόπια...Γιατροί.
« στις: 08 Νοεμβρίου, 2010, 12:47:45 μμ »
[font face=Times New Romanl][font size=4]    
“Tη πατερική διδασκαλία τη βρίσκει κανείς κατεσπαρμένη εις τα συγγράμματα των Πατέρων αλλά κυρίως εις τα συγγράμματα του Συμεών του Νέου Θεολόγου, όλων των οπαδών του Συμεών του Νέου του Θεολόγου και μεταξύ των λεγομένων Ησυχαστών.

Και τι είναι αυτή η παράδοσις; Είναι απλουστάτη, πάρα πολύ απλή: όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί των συγγραμμάτων περί αστρονομίας, τότε παίρνουμε τα τηλεσκόπια, και με τα τηλεσκόπια επιβεβαιώνωμεν την ερμηνεία την σωστή περί των βιβλίων περί της Αστρονομίας και κοιτάζει ο ένας, κοιτάζει ο άλλος, κοιτάζει ο άλλος και τα λοιπά και όσοι ελέγχουν με τα τηλεσκόπια και τα ραδιοτηλεσκόπια και ούτω καθ’ εξής … λέγουν άαα! αυτή είναι η έννοια αυτών των γραφομένων, αυτή είναι η έννοια, το είδες όταν κοίταξες από το τηλεσκόπιο; Αυτή είναι η ερμηνεία, και συνεχίζεται η σωστή ερμηνεία μέσω των ετών, διότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι βλέπουν και ξεύρουν να χρησιμοποιήσουν τα τηλεσκόπια και τα ραδιοτηλεσκόπια και … αυτά τα μηχανήματα με τα οποία μετρούν ανάλογα με το χρόνο του φωτός τα σπέκτογκραμς δηλαδή στα αγγλικά, σπέκτογκραμς, και τα λοιπά, και πώς μετρούν ακόμα και την σύνθεση την υλική και την ταχύτητα μετράν με αυτά και ούτω καθ’ εξής.

Λοιπόν, έτσι και εις την παράδοσιν οι Πατέρες … οι Πατέρες των Πατέρων ημών εις την Παλαιά Διαθήκη, οι Προφήται έχουν την θέωση χωρίς την ανθρωπίνη φύση του Χριστού μετά οι Απόστολοι έχουν και αυτοί θέωση με ανθρωπίνη φύση του Χριστού, μετά την Πεντηκοστή έχουμε και άλλο είδος θέωση με τις εμπειρίες που έχουν μετά την θέωση και εφόσον εις την Εκκλησία συνεχίζεται η ίδια εμπειρία της Πεντηκοστής που δεν έχει τελειώσει, και εφόσον δεν έχει τελειώσει η εμπειρία της Πεντηκοστής γι’ αυτό και καθοδηγούνται οι επίσκοποι που έχουν αυτή την εμπειρία, εις την ιδίαν εμπειρία και ξέρουν τι λένε. Λοιπόν, γι’ αυτό η ορθόδοξη πατερική θεολογία μοιάζει με την σημερινή βιολογία, χημεία και αστρονομία και ιατρική επιστήμη και ούτω καθ’ εξής, και κατ’ αυτό τον τρόπο συνεχίζεται εμπειρικά η παράδοσις της Εκκλησίας. Και τελικά ποια εμπειρία; Ότι συνεχίζονται οι θεραπείες, οι άνθρωποι θεραπεύονται, οι άνθρωποι συνεχίζουν να μανθάνουν την αλήθειαν, από την αστρονομία και από την ιατρική επιστήμη, βιολογία και ούτω καθ’ εξής δηλαδή από την εμπειρία του φωτισμού, που είναι η θεραπεία της προσωπικότητος του ανθρώπου και από την εμπειρία της θεώσεως που είναι το τηλεσκόπιο και το μικροσκόπιο και ούτω καθ’ εξής της ορθοδόξου θεολογίας, και γι’ αυτό το λόγο πιστεύουμε ότι βαδίζωμεν τον καλόν τον δρόμον και βρισκώμεθα ακόμη μέσα εις την παράδοσιν.

Τώρα, εάν οι αστρονόμοι χάσουν το τηλεσκόπιο και δεν ξέρουν πλέον πώς να χειριστούν τα διάφορα όργανα της αστρονομίας, κατήντησαν βέβαια από αστρονόμοι αστρολόγοι. Και εφόσον έχουν γίνει αστρολόγοι αυτοί, και απατεώνες γιατροί οι άλλοι και ψεύτικοι βιολόγοι οι άλλοι και ούτω καθ’ εξής, εκείνοι που δεν χειρίζονται πλέον τα επιστημονικά όργανα της ορθοδόξου θεολογίας είναι αστρονόμοι θεολόγοι ή αστρολόγοι θεολόγοι; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα … από επιστημονικής απόψεως. Εάν κανείς πιστεύει ότι η αδυναμία αυτή καλύπτεται με το να συνέρχεται σε συνέδριον … Δηλαδή, εάν οι αστρονόμοι ξεχάσουνε πλέον τα όργανα της αστρονομίας και απλώς φυλάνε τα βιβλία της αστρονομίας, και αρχίζουν παρερμηνείες, παρερμηνείες, θα ερμηνεύσουν σωστά τα βιβλία περί αστρονομίας επειδή συνήλθαν σε συνέδριο; Ρωτάω δηλαδή … σε συνέδριο; Το συνέδριο, δηλαδή, θα είναι εκείνο που θα κάνει σωστά την αστρονομία … δηλαδή θα ανεβάσει την αστρολογία σε αστρονομία; Το συνέδριο δηλαδή είναι εκείνο που θα το κάνει; Ή θα είναι συνέδριο αστρολόγων; Λοιπόν, οι ιατροί κληρονόμησαν από το παρελθόν, τα όργανα της ιατρικής επιστήμης, … ο ακτινογράφος … δηλαδή, έχωμεν όλα τα όργανα για χειρουργικές επεμβάσεις, έχωμε τα ακτινογραφικά μηχανήματα, έχωμε τα νοσοκομεία, έχωμε όλα τα δωμάτια για χειρουργικές επεμβάσεις και ούτω καθ’ εξής, και αν από αυτά εξαφανιστούν οι γιατροί που ξέρουν να χρησιμοποιούν όλα αυτά τα όργανα, και έρχονται … οι κύριες Μαρίκες από τα χωριά που κάνουν πρακτική ιατρική, καταλάβατε; και το κράτος αναθέτει σ’ αυτές τις κύριες Μαρίκες, δηλαδή, να αναλάβουν τα πανεπιστήμια να διδάξουν τους φοιτητές, που σχεδόν έχει γίνει, δηλαδή, αυτό πράγμα, δηλαδή.

Ή ας υποθέσωμεν ότι κατήντησαν οι ιατροί να μη ξέρουν πλέον να χρησιμοποιήσουν αυτά τα όργανα, αλλά τα χρησιμοποιούν, έτσι, κουτουρού κουτουρού δηλαδή τα χρησιμοποιούν και έρχονται γιατροί στο νοσοκομείο … ε, κάνουν εκεί κάτι ακτινογραφίες, ο ακτινολόγος έχει τελειώσει το πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης το 1870, γι’ αυτό δεν ξεύρει να διαβάσει τις ακτινογραφίες κάνει κακές διαγνώσεις και ο γιατρός, το αποτέλεσμα, κάνει κακές χειρουργικές επεμβάσεις, και ούτω καθ’ εξής δηλαδή, καταλάβατε; και εδώ αντί να θεραπεύονται οι άνθρωποι, έχουμε ποσοστό θεραπείας … οι 90% πεθαίνουν οι 10% δηλαδή θεραπεύονται. Ενώ αλλού οι 90% θεραπεύονται και εις την Ελλάδα οι 10% θεραπεύονται, δηλαδή, καταλάβατε; Λοιπόν οι έλληνες ιατροί, δηλαδή, εάν κάνουν συνέδριον, θα αυξήσουν την επιτυχία σε 90%, 100%; Δηλαδή σε τι ωφελεί το συνέδριον γιατρών που δεν ξέρουν την ιατρική τους επιστήμη, δηλαδή; σε τι δηλαδή ωφελεί; Με παρακαλουθείτε;

Έ; Λοιπόν, ως ερευνητής, ως ερευνητής όχι ως ορθόδοξος χριστιανός, ως ερευνητής θέτω θέμα: δηλαδή εάν εκείνος ο επίσκοπος ο οποίος πήρε το δίπλωμα του … εάν έπαιρνε ότι του άξιζε … δεν θα έπαιρνε ποτέ το δίπλωμα του, αλλά επειδή ο μητροπολίτης του συνέχεια τηλεφωνούσε όλους τους καθηγητάς … και πήρε το δίπλωμα με 5 ενώ δεν του άξιζε ούτε 0 ας πούμε, καταλάβατε; αυτός δηλαδή μαζί με άλλους εβδομήντα τέτοιους επισκόπους αν συνέλθουν σ’ ένα επισκοπικό συνέδριο που λέγεται σύνοδος θα βγάλουν σωστές αποφάσεις, δηλαδή; Επειδή κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιον; Ή είναι παράλληλη υπόθεσις με την υπόθεσιν όλων των άλλων θετικών επιστημών; Σε τι διαφέρει δηλαδή η θεολογία από τις άλλες θετικές επιστήμες; Με παρακολουθείται; Ά; Διότι φοβούμαι πολύ ότι σας λέγω, δηλαδή, πράγματα που είναι λιγάκι έτσι σοκ πώς να του πούμε δηλαδή, ε, είναι σοκ δηλαδή έτσι είναι. Αλλά, είμαι υποχρεωμένος όμως ως ερευνητής και ιστορικός, διότι η δική μου η ειδικότης είναι η Ιστορία, ως ιστορικός είμαι υποχρεωμένος. Όταν κάνω ιστορική έρευνα, και βρίσκω ορισμένα πράγματα είμαι υποχρεωμένος να σας ενημερώσω, δηλαδή έτσι; Να σας ενημερώσω. Δηλαδή, επανερχώμεθα εις εκείνο που λέει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, λέει, προ ετών για να γίνει κανείς Δεσπότης τη θεολογία έπρεπε να την κάνει βίωμα. Έ, τώρα το διαβάζουμε αυτό και νομίζουμε ότι θέλει να πει, νομίζουμε ότι θέλει να πει όταν λέει να κάνει βίωμα τη θεολογία σημαίνει να γίνουμε καλά παιδιά … όσοι τα βλέπουν σήμερα αυτά ταυτίζουν το βίωμα της θεολογίας με την ηθική. Ναι αλλά δεν είναι ηθική, δεν είναι ηθική. Το βίωμα της θεολογίας είναι η νοερά προσευχή και η θέωση όχι η ηθική. Γιατί η ορθόδοξη θεολογία δεν έχει ηθική έχει ασκητική, όχι ηθική, δεν υπάρχει ορθόδοξος ηθική, υπάρχει ειδωλολατρική ηθική, η οποία δεν είναι ανεκτή … και δεν ανήκει εις την ορθοδοξία, ανήκει σ’ όλον τον κόσμο. Επομένως το βίωμα της θεολογίας δεν είναι η ηθική, η ηθική είναι και των φιλοσόφων.

Δηλαδή οι κομμουνισταί δεν έχουν ηθική; Πώς δεν έχουν; Σήμερα πολλές φορές οι κομμουνισταί έχουν πολύ ανωτέρα ηθική σε πολλά θέματα από τους καπιταλιστάς, είναι γεγονός αυτό δηλαδή. Οι δικές τους αντιλήψεις είναι ανώτερες από αυτές των καπιταλιστών, σε πολλά θέματα. Και εδώ δεν πρέπει να κρυβόμαστε δηλαδή. Καλά, δεν μας αρέσει γιατί είναι άθεοι. Καλά, να τους βαρέσουμε πάνω εις τον αθεϊσμό, εις τον αθεϊσμόν τους, το δέχομαι, αλλά, εκεί όμως που κάνουν κάτι καλό, δεν μπορούμε να τους βαρέσουμε και εις το καλό που κάνουν δηλαδή, δεν είναι έτσι; αυτή είναι η πραγματικότης, καταλάβατε; Λοιπόν, αλλά και όπως έχω τονίσει, και εις τον αθεϊσμό τους, σε τι διαφέρουν από τους ορθοδόξους; Γιατί ο λόγος που είναι άθεοι είναι ακριβώς ο λόγος δια τον οποίον η Ορθοδοξία ισχυρίζετο μέχρι σήμερα ή μέχρι χθες ή προχθές, ισχυρίζετο ότι οι θεοί των θρησκειών δεν υπάρχουν, διατί; Διάβασε οποιοδήποτε κομμουνιστικό βιβλίο θέλεις. Και να δείτε εκεί ωραιότατα ανεπτυγμένα τα επιχειρήματα διατί δεν υπάρχουν οι θεοί των διαφόρων θρησκειών. Αλλά όμως εκεί στην επιχειρηματολογία τους δεν συμπεριλαμβάνεται και ο Θεός της Ορθοδοξίας, διατί; Διότι δεν γνωρίζουν τον Θεόν της Ορθοδοξίας. Διότι οι Ορθόδοξοι δεν πιστεύουν εις τον Θεόν δια τους ίδιους λόγους που πιστεύουν οι άλλοι εις τις φαντασιώσεις των, καταλάβατε;”

Οι φιλολογοθεολόγοι ονομάζουν την θεολογία επιστήμη επειδή μελετάνε τα κείμενα των Πατέρων. Αυτό όμως είναι η ουσία του φονταμενταλισμού. Θεμέλιο τα κείμενα. Για την παράδοση μας θεμέλιο δεν είναι τα κείμενα αλλά ο Χριστός και οι ζωντανοί φορείς της Παράδοσης αυτοί που μέσα τους ζει ο Χριστός, οι γενόμενοι σύμμορφοι Αυτού. Άλλωστε πολύ σωστά στον αγγλόφωνο κόσμο ποτέ ο φιλολογοθεολόγος δεν ονομάζεται scientist παρά μόνο scholar.

Απόσπασμα από απομαγνητοφωνημένη διάλεξη του καθηγητού π.Ι Ρωμανίδη:[/fonts][/fontf]

18




[font face=Times New Romanl][font size=7]Θα τις βρείτε όλες εδώ.



[/fonts][/fontf]

19
[font face=Times New Romanl][font size=3]                                                
                                                                                           Παράδεισος και Κόλαση
                        του πρωτοπρεσβυτέρου του Οικομενικού Θρόνου και καθηγητού της Δογματικής του Α.Π.Θ Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου

Ο καθένας  θα δει την εν Χριστώ δόξα του Θεού και θα φθάσει στον βαθμό εκείνο της τελειώσεως τον οποίο έχει επιλέξει και για τον οποίο έχει εργασθεί. Ακολουθώντας τον Απ. Παύλο, τον Ευαγγελιστή Ιωάννη και την δική τους πείρα οι Πατέρες υποστηρίζουν, ότι θα σωθούν εκείνοι που βλέπουν τον αναστημένο Χριστό δοξασμένο σε αυτή την ζωή, είτε \"δι\' εσόπτρου εν αινίγματι\" μέσω των αδιαλείπτων από την καρδιά προσευχών και ψαλμών, είτε \"πρόσωπον προς πρόσωπον\" μέσω του δοξασμού. Εκείνοι που δεν Τον βλέπουν έτσι στην ζωή αυτή, θα δουν την δόξα Του ως αιώνια φωτιά που καταναλώνει και εξώτερο σκοτάδι στην άλλη ζωή. Η άκτιστη δόξα, την οποία έχει ο Χριστός εκ φύσεως από τον Πατέρα, είναι παράδεισος για εκείνους, των οποίων η εγωκεντρική και ιδιοτελής αγάπη έχει θεραπευθεί και μεταμορφωθεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Όμως η ίδια η δόξα είναι το άκτιστο πυρ το αιώνιο και η κόλαση για εκείνους που επέλεξαν να μείνουν αθεράπευτοι μέσα στην ιδιοτέλειά τους.

Δεν είναι εν προκειμένω σαφείς μόνο η Γραφή και οι Πατέρες, αλλά και οι Ορθόδοξες εικόνες της Κρίσεως. Το ίδιο συμβαίνει και με το χρυσό φως της δόξας  το οποίο πηγάζει  από τον Χριστό, μέσα στο οποίο περικλείονται οι φίλοι Του, γίνεται κόκκινο καθώς κυλά προς τα κάτω, για ν\' αγκαλιάσει, αυτή η ίδια θεία αγάπη, τους \"καταραμένους,\" που την βλέπουν ως δύναμη κολαστική. Αυτή είναι η δόξα και η αγάπη του Χριστού, που καθαρίζει τα αμαρτήματα όλων, αλλά δοξάζει τους μεν και κολάζει τους δε. Όλοι θα οδηγηθούν από το Άγιο Πνεύμα \"εις πάσαν την αλήθειαν,\" δηλαδή θα δουν τον Χριστό μαζί με  τους φίλους Του δοξασμένους, αλλά όλοι δεν θα δοξασθούν. \"Ους εδικαίωσεν, τούτους και εδόξασεν,\" κατά τον Απ. Παύλο. Η παραβολή για τον φτωχό Λάζαρο στους κόλπους του Αβραάμ και του πλούσιου στον τόπο των βασάνων είναι σαφής. Ο πλούσιος βλέπει, αλλά δεν μετέχει (Λουκ. 16:19-31).

                                                                 


Η Εκκλησία δεν στέλνει κανένα στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά προετοιμάζει τους πιστούς για την δοξασμένη εικόνα του Χριστού την οποία θα έχουν όλοι οι άνθρωποι. Ο Θεός αγαπά τον κολασμένο τόσο, όσο και τους αγίους. Θέλει την θεραπεία όλων, αλλά όλοι δεν δέχονται την θεραπεία, που Αυτός προσφέρει. Αυτό σημαίνει, ότι η άφεση αμαρτιών δεν είναι αρκετή προετοιμασία για να δει κανείς τον Χριστό δοξασμένο και να δοξασθεί.

Είναι φανερό ότι δεν έχει θέση στην Ορθόδοξη Παράδοση η Φραγκο-Λατινική Παράδοση κατά την οποία οι σωζόμενοι είναι εκείνοι για τους οποίους ο Χριστός δήθεν δυσφήμησε τον Πατέρα του. Ερμηνεύοντας το 2 Κορ. 5:19, π.χ., ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος λέει, \"Καταλλάγητε τω Θεώ. Και ουκ είπε, καταλάξατε εαυτοίς τον Θεόν, ου γαρ εκείνός εστιν ο εχθραίνων, αλλ\' ημείς, Θεός γαρ ουδέποτε εχθραίνει.\" Μέσα στα παραπάνω πλαίσια κατανόησε το Ρωμαϊκό Κράτος την θεραπευτική και τελειωτική αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο αυτόν για το γενικό όφελος της κοινωνίας. Αλλιώς δεν διαφέρουν κατ\' ουσία μεταξύ τους οι θρησκείες, που υπόσχονται την μετά θάνατο ικανοποίηση, αντί στον κόσμο αυτόν της θεραπείας της νόσου της επιθυμίας για ευδαιμονία.[/fonts][/fontf]

20
Περί παντός Θεολογικού επιστητού / Τι συμβολίζει;
« στις: 04 Νοεμβρίου, 2010, 06:37:35 μμ »
[font face=Times New Romanl][font size=3]                                            ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΙ;



Tο καντήλι συμβολίζει το ανέσπερο φως που είναι ο Χριστός και καλούμαστε να Τον μιμηθούμε. Δηλαδή:

• Να φωτίσουμε τους εαυτούς μας με το αληθινό φως της γνώσεως

• Να γίνουμε φώτα όπως οι μαθητές του Χριστού

Ανάβουμε το καντήλι στην εκκλησία και στα σπίτια μας για να μας θυμίζει ότι η πίστη μας είναι φως, αφού ο Κύριός είπε «Εγώ ειμί το φως του κόσμου». Το φως του καντηλιού μας θυμίζει το φως με το οποίο ο Χριστός καταυγάζει τις ψυχές μας. Ανάβουμε το καντήλι για να μιμηθούμε τους Αποστόλους και όλους τους Αγίους οι οποίοι κατά τον Απόστολο Παύλο είναι τέκνα φωτός. Για να ελέγχονται από το φως του τα σκοτεινά μας έργα, οι κακές ενθυμίσεις και να επανερχόμαστε στο δρόμο του φωτός του Ευαγγελίου. Για να μας θυμίζει το αδιάλειπτο της προσευχής μας. Για να είναι φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους που μας επιτίθενται με πονηριά πριν και κατά τη διάρκεια της προσευχής και θέλουν να απομακρύνουν τη σκέψη μας από το Θεό. Οι δαίμονες αγαπούν το σκοτάδι και τρέμουν το φως, το φως του Χριστού. Για να μας παρακινεί σε αυτοθυσία. Όπως δηλαδή με το λάδι καίγεται στο καντήλι το φυτίλι, έτσι και το δικό μας θέλημα να καίγεται με τη φλόγα της αγάπης στο Χριστό.

Ένα καθαρό ποτήρι, καθαρό και αγνό λάδι ελιάς πρέπει να χρησιμοποιούμε στο καντήλι μας και όχι η κακή συνήθεια να χρησιμοποιούμε σπορέλαιο ή άλλα παράγωγα αυτού. Χρησιμοποιούμε αγνό ελαιόλαδο για να θυμόμαστε την προσευχή του Ιησού στον κήπο των Ελαιών στη Γεθσημανή. Το ελαιόλαδο είναι το καλύτερο λάδι και το πιο καθαρό και αυτό θα προσφέρουμε στον Ένα και Αληθινό Θεό. Το άναμμα του καντηλιού με ελαιόλαδο είναι μια μικρή δική μας θυσία, σημείο και δείγμα ευγνωμοσύνης και αγάπης που οφείλουμε στο Θεό για την μεγάλη θυσία που έκανε για μας με το Σταυρικό Του θάνατο.

Τον ευχαριστούμε για την πατρική Του αγάπη, την υγεία που μας χαρίζει, για τη σωτηρία τη δική μας άλλα και όλου του κόσμου μα πάνω απ όλα για όλες τις δωρεές του Παναγίου Πνεύματος.

Ακοίμητο καντήλι πρέπει να καίει στο εικονοστάσι του σπιτιού μας για να μας θυμίζει ότι ο πνευματικός μας αγώνας πρέπει να είναι ακοίμητος.

Το ανάβουμε μπροστά στις εικόνες στους Ιερούς Ναούς, στην Αγία Τράπεζα, στον Εσταυρωμένο πίσω της Αγίας Τραπέζης, στην Ιερά Πρόθεση εντός του Ιερού Βήματος, στους τάφους των προσφιλών κεκοιμημένων συγγενών μας.[/fonts][/fontf]

21
[font face=Times New Romanl][font size=4]
                                                                       ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
                                                                               ΙΑΚΩΒΟΥ
                                                               ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ

Εἰσαγωγή, προλεγόμενα, Κριτικὴ παρουσίασις κειμένων,
Σχόλια, Ἐπίμετρον
ὑπὸ τῶν πατέρων τῆς Ἱ. Μονῆς Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν
σειρά «ΑΝΘΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ»
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2003

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ 16ου ΑΙ.
(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Εἰσαγωγή)

  Κύριον χαρακτηριστικὸ τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεως εἶναι ὁ συνεχὴς ἀγώνας κατὰ τῆς τυραννίδος τοῦ θανάτου, τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας, διὰ τῆς ἐν Χριστῷ ἀσκητικῆς ζωῆς. Διότι ἡ ἁμαρτία ἐκλαμβάνεται ὡς ἀσθένεια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ εἶναι ἀκράδαντος ἡ πίστις εἰς τὸ βασικώτερον δόγμα, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔγινε διὰ νὰ θεραπεύση τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἐλευθερώση ἀπὸ τὰ συμπτώματα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ εἶναι ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἡ ὀρθόδοξος εὐσέβεια εἶχε πάντοτε αὐτὸν τὸν ἡρωικὸ καὶ ἀγωνιστικὸ χαρακτήρα, ἀκολουθώντας τὰ ἴχνη τῶν Μαρτύρων καὶ Ὁμολογητῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ φόβος καὶ ἡ ὀπισθοχώρησις πρὸ τοῦ θανάτου ἐσήμαιναν πτῶσιν εἰς χείρας τοῦ σατανᾶ καὶ προδοσία τῆς πίστεως. Οἱ Χριστιανοὶ πάντοτε προσπαθοῦσαν νὰ καταπατήσουν τὸ κέντρο τοῦ θανάτου καὶ νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἀμέριμνον ἐν Χριστῷ ἐλευθερίαν. «Ὁ γὰρ θάνατον μὴ δεδοικώς, ἔξω τῆς τυραννίδός ἐστι τοῦ διαβόλου … Οὐδένα δέδοικεν, οὐδένα φοβεῖται, πάντων ἐστιν ἀνώτερος καὶ πάντων ἐλευθεριώτερος». Ὁ ὀρθόδοξος μοναχικὸς βίος, ἡ ὅλη λειτουργική, ὑμνολογικὴ καὶ ἁγιογραφικὴ παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι διαποτισμένα μὲ τὸ ἡρωικὸ καὶ ἀγωνιστικὸν αὐτὸ πνεῦμα.

  Ἀντιθέτως εἰς τὴν Δύσιν, μὲ τὴν πλατωνίζουσα Φραγκικὴν θεολογίαν, ἐπῆλθε μία γενικὴ διαστρέβλωσις τῆς ἀντιλήψεως περὶ ἠθικῆς ζωῆς, ὥστε δὲν ἐβράδυνε κατὰ πολὺ καὶ ἡ χαλάρωσις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν γένει ζωῆς. Ἀφοῦ ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἰδιοτελὴς εὐδαιμονία, ἀφοῦ ὁ θάνατος προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὁ σατανᾶς εἶναι τὸ τιμωρὸν ὄργανο τοῦ Θεοῦ, διατὶ νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ ἀγῶνος κατὰ τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος βασιλεύει διὰ τοῦ θανάτου, σύμφωνα μὲ τὴν πίστι τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς;  

  Συγχρόνως ὁ μοναχισμός, εἰς τὴν Δύσιν, ἐξέφυγε ἀπὸ τὸν ἀρχικό του προορισμό. Εὐνοήθησαν ἰδιαιτέρως τὰ ἱεραποστολικὰ καὶ ἐπαιτικὰ τάγματα τῶν «ἀφιερωμένων», (δομηνικανῶν, φραγκισκανῶν, κ.α.) τὰ ὁποῖα σχεδὸν καμμία σχέσι δὲν εἶχαν μὲ τὸν μοναχισμό, ποὺ ἐδίδαξαν ὁ ἅγιος Κασσιανὸς καὶ ὁ ἅγιος Βενέδικτος. Κατήντησεν ἔτσι ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἀφιέρωσις ἕνα εὔχρηστον ἐργαλεῖον εἰς χεῖρας τῶν Παπῶν, ἕνα ὄργανον ἐκπολιτιστικὸ τῆς ἑκάστοτε ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς, μὲ κύριο χαρακτηριστικὸ τὴν κοινωνικὴ δράσιν.

  Ἔπαυσεν ἡ Δύσις νὰ πολεμᾶ τὸν σατανᾶ καὶ ἐπεδόθη εἰς τὴν ἐξευμένισι τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν ἔργων καὶ τῆς δράσεως, ὡσὰν νὰ εἶχεν ὁ Θεὸς ἀνάγκη τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν δουλικῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντὶ νὰ γίνωνται προσευχαί, νηστεῖαι καὶ ἔργα ἀρετῆς γιὰ τὴν πνευματικὴν ἄσκησι τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν καταπολέμησι τοῦ σατανᾶ, τὰ πάντα ἐγίνοντο γιὰ νὰ ἐξευμενισθῆ ὁ Θεὸς καὶ νὰ ἀποκομισθοῦν αἱ «ἀξιομισθίαι».

Εἰδικῶς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τοῦ 16ου αἰ, ἡ λατινικὴ ἐκκλησία ἀνέπτυξε τὸ δόγμα τοῦ «θησαυροῦ τῶν ἀξιομισθιῶν», περίπου ὡς ἑξῆς: «Ὁ Κύριος ἐπρομήθευσε τὴν ἐκκλησία μὲ μίαν ἄπειρον ποσότητα ἀξιομισθιῶν, γιατί ἀκριβῶς ἦταν καὶ αὐτὸς Θεός. Ἡ Παρθένος Μαρία εἶχε περισσότερες “ἀξιομισθίες”, ἀπὸ ὅσες θὰ ἐχρειάζετο κάθ᾽ ἕνας γιὰ τὴν σωτηρία του. Ἐπίσης, οἱ ἀξιομίσθιες ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν Ἁγίων ἠμποροῦσαν νὰ προστεθοῦν εἰς αὐτὸν τὸν ἀπεριόριστo θησαυρὸ τῶν ἀξιομισθιῶν…».

  Ἐν συνεχείᾳ, ἡ δικανικὴ καὶ νομικιστικὴ τάσις, ποὺ διέκρινε πάντα τὴν ρωμαιοκαθολικὴν ἐκκλησίαν, ἀνέπτυξε τὸ δόγμα τοῦ «δικαιώματος μεταβιβάσεως» αὐτῶν τῶν «ἀξιομισθιῶν», ἀπὸ τὸν ἀπεριόριστον αὐτὸ «θησαυρὸ τῶν ἀξιομισθιῶν» εἰς ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, ποὺ ἐχρειάζοντο πνευματικὴ βοήθεια γιὰ τὴν σωτηρία τους. Καὶ ἐπειδή, κάτ᾽ αὐτούς, ὁ Πάπας εἶναι ὁ «τοποτηρητὴς» τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, δυνάμει τῆς διαδοχῆς του ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, καὶ ἐπειδὴ τὰ κλειδιὰ τῆς Βασιλείας καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν» ἐδόθη εἰς τὸν Ἀπόστολον Πέτρον, ὁ Πάπας, ὡς διάδοχός του, εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἁρμοδιότητα νὰ μεταβιβάζη αὐτὲς τὶς «ἀξιομισθίες». Ἡ μεταφορὰ αὐτῶν τῶν «ἀξιομισθιῶν», εἰς ὅποιον τὶς εἶχε ἀνάγκην, ἐγένετο διὰ τοῦ λεγομένου «συγχωροχαρτίου». Εἶναι, ὅμως, γνωστὲς οἱ καταχρήσεις καὶ διαστρεβλώσεις αὐτοῦ τοῦ συστήματος, ποὺ, μεταξὺ ἄλλων, ὁδήγησαν ἀτυχῶς εἰς τὴν Μεταρρύθμισι καὶ τὴν Διαμαρτύρησι.

  Ὁ «προτεστάντης» Λούθηρος (+ 1546), θέλοντας νὰ ἀντιδράση εἰς τὸ ρωμαιοκαθολικὸ αὐτὸ σύστημα τῆς «ἀξιομισθίας καὶ τῶν συγχωροχαρτίων», ἕνα σύστημα ποὺ τὸ παρομοίαζε, παρερμηνεύοντας τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, μὲ τὸ  Ἰουδαϊκὸ νομικιστικὸ σύστημα τῆς δικαιώσεως «ἐξ ἔργων νόμου» ἀπέρριψε σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸν μοναχισμό. Τὶς ἐπιθέσεις του κατὰ τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ δόγματος τῆς σωτηρίας, τῶν μυστηρίων, τοῦ κληρικαλισμοῦ καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀναγκαίως ἀκολούθησαν οἱ ἐπιθέσεις του κατὰ τῆς μοναστικῆς τελειώσεως. Κάθε μορφὴ ἔργων, ἰδιαιτέρως τῶν ἔργων τῶν μοναχῶν κατὰ τὸν ἀσκητικό τους ἀγώνα, ἐθεωρήθη ὑπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ἀντιφάσκει εἰς τὴν ἄνευ ὅρων φύσι τῆς χάριτος καὶ εἰς τὴν ἄνευ ὅρων δωρεὰ τῆς σωτηρίας. Δι᾽  αὐτόν, «ἡ δικαίωσις ἐκ πίστεως» ἐσήµαινε µίαν ἐξωτερικὴ δικαίωσι, πλήρως ἀνεξάρτητον ἀπὸ κάθε ἐσωτερικὴ µεταβολὴ εἰς τὰ βάθη τῆς πνευµατικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Κατ᾽ αὐτόν, «τὸ δικαιοῦν» ἐσήµαινε τὸ νὰ δηλώση κάποιος ὅτι εἶναι δίκαιος ἢ ἐνάρετος, καὶ ὄχι τὸ νὰ «γίνη» δίκαιος ἢ ἐνάρετος.   Ἐνδιαφέρετο µόνον γιὰ µίαν ἐξωτερικὴν δικαίωσιν, ἡ ὁποία εἰς τὴν πραγµατικότητα εἶναι µία παθητικὴ δικαίωσις, ἕνας πνευµατικὸς µῦθος.

  Ὁ Λούθηρος, λοιπόν, ἐδηµιούργησεν ἕνα νοµικισµὸ πολὺ αὐστηρώτερον ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ ἀνεκάλυψε εἰς τὴν ρωµαιοκαθολικὴ σκέψι καὶ πρακτική τῆς ἐποχῆς του.   Ἔτσι «ἡ ἐσχάτη πλάνη γέγονε χείρων τῆς πρώτης». Διότι, µετὰ τὴν ἐπικράτησι τῆς πλανηµένης Ἀνσελµείου θεωρίας, κατὰ τὴν ὁποίαν µόνον ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου ἐξηυµένισεν ἐφ᾽ ἅπαξ τὸν Θεόν, ἦταν φυσικὸν νὰ καταλήξουν οἱ Προτεστάνται εἰς τὸ ὀλέθριον συµπέρασµα ὅτι τὰ µυστήρια, τὰ καλὰ ἔργα, κτλ δὲν ἐξευµενίζουν, ἀλλ᾽ ὅτι µόνον ἡ πίστις εἰς τὸν ἐσταυρωµένον Χριστὸν δύναται νὰ σώση.   Ἐν συνδυασµῷ, µάλιστα, µἐ τὴν καλλιέργεια τοῦ ὀρθολογισµοῦ κατὰ τὴν Ἀναγέννησιν, ἐξέφρασαν τὸν «ἀπόλυτον προορισµόν», σύµφωνα µἐ τὸν ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐκ φύσως προορισµένοι ἢ διὰ τὴν σωτηρία ἢ διὰ τὴν καταδίκην.   Ἐντὸς αὐτῶν τῶν πλαισίων ἀνεπτύχθη καὶ ὁ «εὐσεβισµός», ὡς προσπάθεια καθαρότητος τῶν αἰσθήσεων, χωρὶς ἄλλη προσπάθεια καθάρσεως τῆς καρδίας .

  Ὅµως εἰς τὴν Ἀνατολήν, εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ τὸ ἰδιάζον προβληµα τῆς δυτικῆς θεολογίας περὶ σωτηρίας διὰ µόνης τῆς πίστεως, ἢ δι᾽ ἀξιοµίσθων ἔργων, εἶναι ἄγνωστον. Ὁ ἄνθρωπος οὔτε «solam fidem» (µόνον διὰ πίστεως), οὔτε δι᾽ «ἔργων ἀξιοµισθίας» ἠµπορεῖ νὰ ἐξαγοράση τὴν σωτηρία του. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τῆς ἀνθρωπίνης ὑπακοῆς, καὶ ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπηρεσία κανένα ὄφελος δὲν προσάγει εἰς Αὐτόν. Κανενὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ Θεός, καὶ δὲν σώζει γιὰ νὰ κερδήση κάτι δι᾽  ἑαυτόν, ἀλλὰ σώζει διότι ἀγαπᾶ τὸν ἂνθρωπον· ἀγαπᾶ δὲ αὐτόν, διότι θέλει νὰ τὸν ἀγαπᾶ. Ἡ ἀγάπη Του αὐτὴ «οὐ  ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς», καὶ ἑπομένως οἱ σχέσεις μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου δὲν ἔχουν καμμίαν ἔννοιαν συναλλαγῆς, ἀλλ᾽ ἀντιθέτως εἶναι ἀπολύτως προσωπικές, ρυθμιζόμεναι διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ θείου ἐλέους, ἀναλόγως πρὸς τὶς ἀδυναμίες τοῦ ἀνθρώπου.

  Ὁ Θεὸς δίδει εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐντολὲς καὶ ὁδηγίες, ὄχι διότι αὐτὸς τὶς ἔχει κάποιαν ἀνάγκην, ἀλλὰ διότι ὁ ἄνθρωπος τὶς ἔχει ἀνάγκην. Ἡ διὰ τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας καὶ τῶν καλῶν ἔργων πνευματικὴ ἄσκησις γίνεται διὰ τὴν ἠθικὴ στερέωσι, τελείωσι καὶ θέωσι τῶν πιστῶν. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πόσον ἠμπορεῖ ὁ ἴδιος, ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Θεοῦ,νὰ ἀσκηθῆ εἰς τὴν καλλιέργεια μίας πραγματικῆς, ἀνιδιοτελοῦς καὶ ἐλευθέρας πρὸς τὸν  Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπον ἀγάπης. Καὶ τὰ δύο λοιπόν, δηλαδὴ ἡ πίστις καὶ τὰ καλὰ ἔργα, δὲν ἔχουν ἑξαγοραστικὴν ἀξίαν ἔναντι  τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅμως τὰ ἀπαραίτητα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἄνθρωπος ἀσκεῖται εἰς τὴν ἀγάπην. Ἀφοῦ ἡ τελεία ἀγάπη εἶναι ἀνιδιοτελής, δὲν ὑφίσταται θέμα περὶ τοῦ μέσου ἐξαγορᾶς τῆς σωτηρίας. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ σωθῆ προσφέροντας εἰς τὸν Θεὸ πίστι καὶ ἔργα, ὡς ἐὰν αὐτὸς νὰ ἐδέχετο δωροδοκίας. Οὔτε ἡ πίστις, οὔτε τὰ ἔργα σώζουν· μόνον ὁ   Θεὸς σώζει. Ὄχι ὅμως αὐθαιρέτως, παρὰ τὴν θέλησι τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε κατ᾽ ἀνάγκην «ἐξ ἔργων», διότι ἔτσι θέλει ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Θεός, ναὶ μὲν σώζει διὰ τῆς πίστεως καὶ διὰ τῶν ἔργων, ἀλλὰ μόνον ὅταν αὐτὰ συνοδεύωνται ἀπὸ τὴν ἀγάπη.
 
  Ἡ ζωοποιὸς ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος δὲν δίδεται εἰς τὸν ἄνθρωπο κατὰ τρόπον αὐτόματο καὶ μαγικό.   Ἀπαιτεῖται ἡ συνεργὸς προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ζήση διὰ πίστεως καὶ ἀγάπης, σύμφωνα μὲ τὸν ἀρχικὸ καὶ τελικὸ προορισμό του. Εἰς αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀκολουθῆ τὸ Πνεῦμα, στερεῖται τῆς ζωοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καὶ καθίσταται ψυχικός. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀποτόμως, ὅπως πιστεύουν πολλοὶ Διαμαρτυρόμενοι, νὰ γίνη τέλειος σωσμένος Χριστιανός, μὲ κάποια συναισθηματικὴν ἀπόφασι περὶ πίστεως καὶ συμμόρφωσι πρὸς μίαν γενικὴν Ἰδέα περὶ ἀγάπης. Ἡ πραγματικὴ κατὰ Χριστὸν ἠθικὴ τελείωσις ἀπαιτεῖ ἄσκησιν καὶ δοκιμασίαν. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγωνισθῆ «νομίμως», διὰ τῆς ψυχοσωματικῆς ἀσκήσεως καὶ αὐταπαρνήσεως, ἠμπορεῖ ὁ κατὰ τοῦ σατανᾶ καὶ πρὸς τὴν τελείωσιν ἀγώνας του νὰ γίνη εὐκολώτερος, ἀφοῦ πλέον ὁ ἴδιος στρέφεται πρὸς τὴν ἀνιδοτέλεια. Τότε «αἱ ἐντολαὶ Αὐτοῦ βαρεῖαι οὐκ εἰσίν, ὅτι πᾶν τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾶ τὸν κόσμον». Ὁ Θεὸς ἠθέλησε μίαν ἐν συνεργασίᾳ ὁδὸ λυτρώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ συμμετέχη πνευματικῶς. Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ἐνεργῶν, ἡ αἰτία, αὐτὸς ποὺ ἀρχίζει, αὐτὸς ποὺ συμπληρώνει κάθε λυτρωτικὴ δραστηριότητα.  Ἀλλ᾽  ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ πρέπει νὰ ἀνταποκριθῆ πνευματικῶς εἰς τὴν ἄνευ ὅρων δωρεὰ τῆς Χάριτος.

  Καὶ κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἀνταπόκρισιν ὑπάρχει μία αὐθεντικὴ θέσις διὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ μοναχοῦ, μία θέσις ποὺ δὲν ἔχει ἀπολύτως τίποτε κοινὸ μὲ τὰ «ἔργα τοῦ νόμου, ἢ τὸ σύστημα τῆς ἀξιομισθίας καὶ τῶν συγχωροχαρτίων». Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐτόνιζε πάντοτε τὴν ἐνεργὸ συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν ἀσκητικὴν καὶ πνευματικὴν ζωήν, ἀπὸ  τὰ πρῶτα ἤδη ἀποστολικὰ χρόνια, —διὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Διὸ καὶ φιλοτιμούμεθα, εἴτε ἐνδημοῦντες εἴτε ἐκδηγμοῦντες, εὐάρεστοι Αὐτῷ εἶναι» (Β´ Κόρ. ε´ 9)— μέχρι καὶ τῶν ἡμερῶν μας,  —διὰ τοῦ μακαριστοῦ γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, τοῦ ἀγωνισθέντος «μὲ φιλότιμο καὶ πνευματικὴ λεβεντιά».[/fonts][/fontf]

22
Αγιολογικά / 15 χρονών μαρτύρησε για τον Χριστό...
« στις: 02 Νοεμβρίου, 2010, 05:24:15 μμ »
[font face=Times New Romanl][font size=3]
                                                                 15 ΧΡΟΝΩΝ ΜΑΡΤΥΡΗΣΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ Η ΕΛΕΝΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

                                                                                                                 

Η ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΣ του Χριστού Αγία Ελένη ήταν κόρη της ευσεβούς οικογενείας Μπεκιάρη και έζησε τον ΙΗ΄ αιώνα στην αρχαιότερη πόλι του Πόντου, την ωραία Σινώπη. Οι γονείς της ανέθρεψαν αυτήν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου και εφύτευσαν μέσα στην καθαρή καρδιά της την θερμή αγάπη προς τον Ιησού Χριστό.

Στην ανατροφή της επέδρασε ιδιαίτερα ο θείος της, αδελφός του πατέρα της, ο οποίος εδίδασκε τότε σε Ελληνικό κρυφό Σχολείο της Σινώπης.

Ηταν ωραιότατη στο σώμα, η δε αγνότητά της προσέδιδε ιδιαίτερη χάρη στο πρόσωπό της, το οποίο έλαμπε από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος.

Διακρινόταν για την υπακοή στους γονείς της και τον θερμό έρωτα της ψυχής της προς τον Νυμφίο Χριστό και Σωτήρα μας.

*****

ΗΤΑΝ 15 ετών, όταν μία μέρα η μητέρα της την έστειλε να αγοράση νήματα για το κέντημα από το κατάστημα του Κρυωνά.

Στον δρόμο υπήρχε το σπίτι του Ουκούζογλου Πασά, Διοικητού της Σινώπης, ο οποίος είδε την Ελένη από το παράθυρο. Η ωραιότητά της προσείλκυσε την ακόλαστη ψυχή του και σκέφθηκε να την μολύνη.

Ο Πασάς διέταξε και την έφεραν μπροστά του. Αφού έμαθε ποια ήταν, προσεπάθησε δύο και τρεις φορές να την μιάνη, αλλά μία αόρατη δύναμι τον απεμάκρυνε!

Ενα αόρατο τείχος προστάτευε την κόρη. Ηταν το τείχος της προσευχής. Η Ελένη καθ’ όλη την διάρκεια εκείνης της δοκιμασίας προσευχόταν νοερά, λέγοντας συνεχώς τον Εξάψαλμο.

Ο Αγαρηνός δεν απελπίστηκε...Διέταξε τους στρατιώτες να την κρατήσουν στο σπίτι του. Ηλπιζε ότι αργότερα θα κατώρθωνε να πετύχη τον βδελυρό σκοπό του.

*****

ΚΑΤΑ την διάρκεια της κρατήσεώς της η αγνή κόρη κατώρθωσε, με την βοήθεια του Θεού, να διαφύγη την προσοχή των στρατιωτών καί να επιστρέψη στους ανήσυχους γονείς της, στους οποίους και διηγήθηκε όσα συνέβησαν.

Σε λίγο, ο Πασάς αντελήφθη την απόδρασί της, έγινε έξω φρενών και απειλούσε τους πάντας και τα πάντα!

Εκάλεσε την Δημογεροντία της Σινώπης και ζήτησε να του φέρουν την Ελένη. Σε διαφορετική περίπτωσι, θα επακολουθούσε γενική σφαγή των Ελλήνων της πόλεως.

Η Δημογεροντία τότε συνήλθε σε σύσκεψι στο Ελληνικό Σχολείο της Σινώπης.

Εκάλεσαν τον πατέρα της Ελένης και του ζήτησαν να παραδώση στον Πασά την κόρη του για το συμφέρον του συνόλου.

Ο πατέρας της ανελύθη σε λυγμούς, αλλά τελικά υποτάχθηκε, όπως ο Πατριάρχης Αβραάμ, και εδέχθη να θυσιασθή η θυγατέρα του, προκειμένου να αποφευχθή η γενική σφαγή.

Μετέβη στο σπίτι του και αφού καταλλήλως ενίσχυσε την Ελένη, παρέλαβε αυτήν και πνίγοντας τον πατρικό του πόνο, την παρέδωσε στον Πασά, για να προσφέρη τον εαυτό της όχι βεβαίως στις ασελγείς ορέξεις του αγαρηνού, αλλά ως θυμίαμα ευώδες στον Νυμφίο της Χριστό.

***

Ο ΒΔΕΛΥΡΟΣ Ουκούζογλου Πασάς εδέχθη με ανείπωτη χαρά την ωραιότατη Ελένη με την ελπίδα ότι θα κορέση πλέον τις ασελγείς ορέξεις του. Ετσι, προσεπάθησε πάλι πολλές φορές να μιάνη αυτήν, αλλά πάλι η ίδια έκπληξις: ένα αόρατο τείχος γύρω από την κόρη εμπόδιζε τον Πασά, ενώ μία αόρατη δύναμι απωθούσε αυτόν.

Η αγία κόρη προσευχόταν θερμά, έλεγε μυστικά τον Εξάψαλμο, τον οποίο εγνώριζε από τον θείο της.

Την επομένη άμέρα επεχείρησε πάλι ο Πασάς να επιτύχη τον βδελυρό σκοπό του, αλλά και πάλι αντιμετώπισε το ίδιο παράδοξο εμπόδιο. Εκνευρισμένος και ωργισμένος, διέταξε να την κλείσουν στις φοβερές υγρές φυλακές της Σινώπης.

Η καρδιά του κακοπροαίρετου Πασά σκλήραινε συνεχώς, τα μάτια του δεν έβλεπαν το ζωντανό θαύμα, η ακάθαρτη ψυχή του δεν συνερχόταν, αλλά αντιθέτως: κυριευμένος από τη σατανική ενέργεια, ήθελε οπωσδήποτε να μολύνη την αγία παρθένο.

Ετσι, την άλλη άμέρα μετέβη στην φυλακή αποφασισμένος να επιτύχη επί τέλους την ικανοποίησι του πάθους του.

Αλλά και πάλι το αόρατο τείχος!...Και πάλι η Θεία Χαρις τον απωθούσε!...

*****

ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ωργισμένος, ο Πασάς διατάσσει να βασανίσουν την Ελένη και να την θανατώσουν, πράγμα το οποίο και έγινε. Το ιερό Λείψανό της ετέθη μέσα σε ένα σάκκο και ερρίφθη στην θάλασσα. Αντί όμως να βυθισθή, το μαρτυρικό σκήνος επέπλεε, ενώ ουράνιο φως
κατέβαινε επ’ αυτού.

Οι Τούρκοι ετρομοκρατήθησαν και εκραύγαζαν: « Η γκιαούρισσα καίγεται!.. Η γκιαούρισσα καίγεται!...».

Το σεπτό Λείψανο συνέχισε να επιπλέη, ώσπου έφθασε στην τοποθεσία Γαει, όπου λόγω του μεγάλου βάθους της θαλάσσης τα νερά είναι μαύρα. Εκεί πλέον βυθίστηκε...

*****

ΜΕΤΑ από μερικές ημέρες, ένα ελληνικό πλοίο αγκυροβόλησε στην τοποθεσία Γάει. Το τρίτο βράδυ, ο φύλακας του πλοίου παρετήρησε ότι από τον πυθμένα της θαλάσσης εξερχόταν φως και ενόμισε ότι εκεί υπήρχε μεγάλος θησαυρός από χρυσό.

Αμέσως, ειδοποίησε τον πλοίαρχο για να ανελκύσουν με δύτες τον θησαυρό, τελικά όμως αντί χρυσού ανείλκυσαν τον σάκκο με το τίμιο Λείψανο της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης.

Στον πολύτιμο σάκκο υπήρχε η σεπτή κεφαλή της Αγίας, αποκομμένη από το υπόλοιπο σώμα...Στην κορυφή είχε ένα καρφί...Επίσης, υπήρχε και μία άλλη τρύπα από καρφί.

Ηταν προφανές, ότι οι αγαρηνοί αφού βασάνισαν την Αγία, έμπηξαν δύο καρφιά στο κεφάλι της και την αποκεφάλισαν.

Δυο από τους τούρκους δύτες εγνώριζαν για το μαρτύριο και ότι έρριψαν την Αγία στην θάλασσα, αλλά εφοβούντο να ομιλήσουν προηγουμένως.

Ο πλοίαρχος τότε μετέφερε κρυφά την τιμία Κάρα της Αγίας Ελένης στον Ιερό Ναό της Παναγίας στην Σινώπη, το δε σεπτό Σκήνωμά της επεβίβασε σε άλλο πλοίο, το οποίο έφευγε με Ελληνες για την Ρωσία.

Στο σημείο της θαλάσσης που βυθίστηκε το ιερό Λείψανο, εξήλθε ως πίδακας γλυκύ νερό και από τότε η περιοχή αυτή ωνομάσθηκε «Αγιάσματα».

ΔΙΑ της τιμίας Καρας της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης εγίνοντο πολλά θαύματα στην Σινώπη.

Ιδιαίτερα, όσοι υπέφεραν από πονοκεφάλους, εκαλούσαν τον Ιερέα, ο οποίος έφερνε την αγία Καρα, έψαλλε την Παράκλησι, έκαμνε Αγιασμό και εθεραπεύετο ο πόνος.

Ο πρόεδρος Καφαρόπουλος Χρήστος, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών πριν από το 1924, έφερε την τιμία Καρα της Αγίας Ελένης και εναπέθεσε αυτήν στον Ιερό Ναό της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης στην Ανω Τούμπα Θεσσαλονίκης, όπου φυλάσσεται σήμερα ευωδιάζουσα και θαυματουργούσα, προς δόξαν του εν Αγίοις δοξαζομένου Κυρίου και Θεού ημών.

Ταις της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης της εκ Σινώπης του Ποντου αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Πηγή misha[/fonts][/fontf]

23
[font face=Times New Romanl][font size=3]
Γέρων Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτης-Ἀριζονίτης - Μοναστικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ ἱστορικό

Τὰ παρόντα στοιχεῖα, ἐρανισθέντα καὶ συρραφέντα, ἀπετέλεσαν κειμενικὸ βοήθημα γιὰ τὴν ὁμιλία στὴν ἐτήσια ἐκδήλωση ὁμάδος ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς (25-02-2009).

Ποιὸς εἶναι ὁ π. Ἐφραίμ, πρώην ἡγούμενος τῆς Ἱ.Μ. Φιλοθέου; Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μὲ τὴν παρουσία του στὴ Β. Ἀμερική, ἡ Ἀμερικὴ γνώρισε μιὰ δεύτερη Πεντηκοστή! Ἔχει ἐπιτελέσει ἕνα κολοσσαῖο πνευματικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ ἔργο στὴν Ἀμερική, τὸ ὁποῖο σὲ καμία μὰ καμία περίπτωση δὲν θὰ εἶχε ἐπιτελεστεῖ ἂν δὲν ἦταν θέλημα Θεοῦ. Ἔχει ἱδρύσει δεκαοκτὼ (18) μοναστήρια στὴν Ἀμερική! Γιὰ τὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου στὴν Ἀριζόνα, μπορεῖτε νὰ ἐπισκεφτεῖτε τὴν ἱστοσελίδα τῆς Μονῆς: http://www.stanthonysmonastery.org/

Ἡσυχασμός
Ὁ ὅρος Ἡσυχασμὸς προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ἡσυχάζω (εἶμαι ἥσυχος, ἀναπαύομαι) καὶ τὸ παράγωγό του ἡσυχία. Ἡ «ἡσυχία» ἤδη στὰ ἔργα τῶν ἐκκλησιαστικῶν πατέρων τοῦ 4ου καὶ 5ου αἰ. σήμαινε ἕνα εἶδος προσευχῆς στὸ Θεὸ μὲ πνευματικὴ ἐνδοσκόπηση. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ πραγματοποιοῦνταν ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς καὶ διαδόθηκε ἀπὸ σημαντικὰ μοναστικὰ κέντρα ὅπως τὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ Σινᾶ. Ἔτσι, ἡ λέξη «ἡσυχαστὴς» στὰ κείμενα αὐτῆς τῆς ἐποχῆς εἶναι συνώνυμο τοῦ ἐρημίτη μοναχοῦ.

Ὁ Ἡσυχασμὸς ὑπῆρξε ἕνας ὅρος συμβατικὸς γιὰ νὰ περιγράψει τὴ μέθοδο αὐτὴ προσευχῆς καὶ διαλογισμοῦ τῶν μοναχῶν ἡ ὁποία σχεδιάστηκε γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ἠρεμία. Ὁ ὅρος χρησιμοποιεῖται ἐπιπλέον γιὰ νὰ περιγράψει ὄχι μόνο αὐτὴν τὴν ψυχοσωματικὴ μέθοδο προσευχῆς ἀλλὰ καὶ μίαν ὁλόκληρη πνευματικὴ «σχολὴ» στὴ βυζαντινὴ κοινωνία, ποὺ ὑποστήριζε ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἀποκαλυφθεῖ στὸν ἄνθρωπο μὲ μίαν ἄμεση ἐπικοινωνία μαζί του, ὅταν ὁ τελευταῖος τὸν ἀναζητεῖ συνεχῶς μὲ τὴν «προσευχὴ τοῦ νοῦ», ἢ «τῆς καρδιᾶς».

Στὴν Ὕστερη Βυζαντινὴ περίοδο ἡ παραπάνω πίστη ἀπετέλεσε ὄχι μόνο τὴν καρδιὰ μίας πνευματικῆς κίνησης ἀλλὰ καὶ τὸ κύριο σημεῖο διαφωνίας μεταξὺ κοινωνικῶν ὁμάδων. Ἐπίσης, ἐντάχθηκε σ᾿ ἕνα εὐρὺ πλαίσιο πολιτικῶν, θρησκευτικῶν καὶ κοινωνικῶν προστριβῶν ποὺ διαδραματίζονταν τὴν ἴδια περίοδο. Ἔτσι, ὁ ὅρος Ἡσυχασμὸς χρησιμοποιήθηκε ἐπιπρόσθετα γιὰ νὰ γίνεται ἀναφορὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ θρησκευτικά, πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ κινήματα τοῦ 14ου καὶ 15ου αἰ. στὸ Βυζάντιο.

Ἡ μαθητεία στὸν μοναχισμό
Δεκαεννέα χρόνων ὁ γέροντας μπῆκε στὴν σπηλιὰ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὶς ἀπόκρημνες πλαγιὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους κι ἔβαλε μετάνοια στὸν γέροντά του, Ἰωσὴφ τὸν Σπηλαιώτη. Ἡ νηστεία τους δὲν εἶχε τέλος, ἡ προσευχή τους ἀσταμάτητη... ὁ γέροντας Ἰωσὴφ τὸ λιγοστὸ φαγητὸ τὸ μοιραζόταν μὲ τὰ ποντίκια τῆς σπηλιᾶς... Ὁ νεαρὸς Ἐφραὶμ ἦταν φιλάσθενος καὶ ταλαιπωρήθηκε πολύ... ἀλλά... γιὰ τὴν ὑπομονή του τὸν ἀντάμειψε πλούσια ὁ καλὸς Θεὸς καὶ ἡ Παναγία Μητέρα Του...

Ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος: «Δεκαεννέα ἐτῶν ἤμουν, ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ἐπῆρα τὸν δρόμο γιὰ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας μας, τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸν δρόμο αὐτὸν πρὸς τὸν Μοναχικὸ βίον μοῦ τὸν ὑπέδειξε ἡ ἐνάρετος καὶ φιλομόναχος μητέρα μου, νῦν Μοναχὴ Θεοφανώ(+).

Εἰς τὰ πρῶτα ἔτη τῆς δυστυχίας τῆς Κατοχῆς, ὅταν εἶχα διακόψει χάριν ἐργασίας τὸ Γυμνάσιο, ἦλθε σὲ μίαν ἀπὸ τὶς δύο ἐκκλησίες τῶν Παλαιοημερολογιτῶν εἰς τὸν Βόλο ἕνας ἱερομόναχος Ἁγιορείτης ὡς ἐφημέριος. Αὐτὸς ἦταν καλογέρι τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ ἡσυχαστοῦ, καθὼς τὸν ἔλεγε. Αὐτὸς ὁ Ἁγιορείτης ἱερομόναχος στάθηκε δι᾿ ἐμένα ἐκεῖνον τὸν καιρὸν πολύτιμος σύμβουλος καὶ βοηθὸς εἰς τὴν πνευματική μου πορεία. Τὸν ἔκαμα Πνευματικὸν καὶ μὲ τὶς διηγήσεις του καὶ τὶς συμβουλές του εἰς ὀλίγον καιρὸν ἄρχισα νὰ αἰσθάνομαι τὴν καρδίαν μου νὰ ξεμακραίνει ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ νὰ προσκολλᾶται πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Μάλιστα, ὅταν μοῦ μιλοῦσε διὰ τὴν ζωὴν τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ, κάτι ἐφλέγετο μέσα μου, καὶ διάπυρος ἐγένετο ἢ εὐχὴ καὶ ὁ ποδός μου, πότε νὰ τὸν γνωρίσω.

Ὅταν ἦλθε πλέον ἢ ὥρα -Σεπτεμβρίου εἴκοσι ἕξι 1947-ἕνα καραβάκι μᾶς ἔφερνε ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα πρωινὸ ἀπὸ τὸν κόσμον πρὸς τὸ ἁγιώνυμο Ὄρος· ὡσὰν νὰ εἰπεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν ὄχθη τὸν πρόσκαιρου πρὸς τὴν ἀντίπερά της αἰωνιότητας. Εἰς τὴν σκάλα τῆς Ἁγίας Ἄννης περίμενε ἕνα σεβάσμιον Γεροντάκι, ὁ Γερο-Ἀρσένιος. -Δὲν εἶσαι σὺ ὁ Γιαννάκης ἀπὸ τὸ Βόλο; μὲ ἐρωτᾶ. -Ναί, τοῦ λέγω, Γέροντα, ἀλλὰ πῶς μὲ ξέρετε; -Ἄ, λέγει, ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ τὸ ξέρει ἀπὸ τὸν Τίμιον Πρόδρομο. Τοῦ ἐμφανίστηκε ἀπόψε καὶ τοῦ εἶπε: Σοῦ φέρνω ἕνα προβατάκι, βάλε το στὴν μάνδρα σου. Ἐγώ, τότε, κόλλησε ἡ σκέψη μου εἰς τὸν Τίμιον Πρόδρομο, τὸν προστάτη μου, εἰς τὸν ὁποίου τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεως γεννήθηκα. Αἰσθανόμουν πολλὴ εὐγνωμοσύνη διὰ τὴν φροντίδα τὸν αὐτήν. - Λοιπόν, Γιαννάκη, πᾶμε, μοῦ λέγει ὁ Γέρο Ἀρσένιος. Πᾶμε, διότι ὁ Γέροντας μᾶς περιμένει. Ἀνηφορίσαμε. Τί αἰσθήματα! Ὅση δύναμιν καὶ ἂν διαθέτη κανεὶς δὲν περιγράφονται. Τὸ βράδυ ἐκεῖνο, μέσα στὸ Ἐκκλησάκι τὸν Τίμιο Πρόδρομο, ποὺ εἶναι λαξευμένο μέσα στὴν σπηλιά, ἔβαλα τὴν μετάνοια τῆς ὑποταγῆς μου. Ἐκεῖ μέσα εἰς τὸ παραμικρὸ ἐκεῖνο φῶς γνώρισε ἢ ψυχή μου μὲ τὸν δικό της τρόπον τὴν φωτεινὴ φυσιογνωμία τοῦ ἁγίου Γέροντός μου.

Ἡγουμενία στὴν Ἱ.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου εἶναι χτισμένη σὲ καστανόφυτο ὀροπέδιο τῆς ΝΑ πλευρᾶς τῆς χερσονήσου, κοντὰ στὸ ἀρχαῖο Ἀσκληπιεῖο. Ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν ὅσιο Φιλόθεο, σύγχρονο τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου περὶ τὸ τέλος τοῦ 10ου αἰῶνος. Κατὰ τὰ πρώιμα χρόνια της τουρκοκρατίας, ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰ., ἡ παρουσία τοῦ ἡγουμένου Διονυσίου, γνωστοῦ ὡς ὁσίου Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπω, εἶχε ὡς συνέπεια τὴν ἀλλαγὴ τῆς λειτουργίας τῆς μονῆς ἀπὸ τὸ ἰδιόρρυθμο στὸ κοινοβιακὸ σύστημα. Τὸ 18ο αἰώνα στὴ μονὴ ἀσκήθηκε ὁ ἰσαπόστολος τῆς νεότερης ἑλληνικῆς ἱστορίας ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Ἡ μονὴ σεμνύνεται γιὰ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσας καὶ τῆς Παναγίας τῆς Γερόντισσας. Ἡ μονὴ τιμᾶται στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου καὶ ἀπὸ τὸ 1574 κατέχει τὴ δωδέκατη θέση ἀναμεσα στὰ μοναστικὰ καθιδρύματα. Ἀπὸ τὸ 1973 καὶ ἔκτοτε λειτουργεῖ μἐ τὸ κοινοβιακὸ σύστημα. Σήμερα ἀριθμεῖ περὶ τοὺς ἑξήντα μοναχούς. Ἠ ἀνασυγκρότηση, ποσοτικὴ καὶ ποιοτικὴ τῆς μονῆς ἀπετέλεσε ἐπίτευγμα τῆς ἡγουμενικῆς ἐκεῖ δράσεως τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ.

Θαῦμα στὴν Ἀμερικὴ διὰ τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ
Τὸ 1960 ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης (1927-2001), μεγάλος ἑλληνοαμερικανὸς θεολόγος καὶ μετέπειτα καθηγητὴς τῆς δογματικῆς στὴ θεολογικὴ σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν λόγιο ἁγιορείτη μοναχὸ Θεόκλητο Διονυσιάτη ἔκανε ἔκκληση τὸ Ἅγιο Ὄρος νὰ στείλει μοναχοὺς καὶ νὰ ἱδρυθεῖ ἕνα τουλάχιστον ἢ περισσότερα -ἂν ἦταν δυνατὸν- μοναστήρια στὴν Ἀμερική. Ὁ π. Ἰωάννης ἔλεγε ὅτι χωρὶς μοναχισμὸ καὶ προβολὴ τοῦ ἀσκητικοῦ πνεύματος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ Ὀρθοδοξία στὴν Ἀμερικὴ θὰ ἐκλείψει ἢ θὰ μεταβληθεῖ σὲ κάτι ἄλλο. Θὰ καταντήσει σὰν τὸν παπισμὸ καὶ σὰν τὸν προτεσταντισμό, ποὺ ἔχουν καταργήσει κάθε νηστεία καὶ ἀσχολοῦνται μὲ ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἄσκηση καὶ τὴ νήψη ( πρβλ μοναχοῦ Νικοδήμου Μπιλάλη, Ὅσιος Ἀθανάσιος Ἀθωνίτης, τόμος 1ος, Ἅγιον Ὄρος, Ἀθῆναι 1975 σελ. 274-275 ).

Αὐτὸ ποὺ ζητοῦσε ὁ π. Ἰωάννης τὸ 1960, καὶ δυστυχῶς τὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν μπόρεσε νὰ τὸ ἱκανοποιήσει, τὸ πραγματοποίησε ὁ Θεὸς δεκατέσσερα χρόνια μετά, ἥσυχα καὶ χωρὶς τυμπανοκρουσίες καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ κανείς. Τὸ 1979 φθάνει στὸν Καναδᾶ, γιὰ λόγους ὑγείας, ὁ ἱερομόναχος π. Ἐφραίμ, ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πνευματικὸ τέκνο τοῦ ἡσυχαστοῦ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἀνακαίνισε καὶ ἐπάνδρωσε μὲ μοναχούς του, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν μονὴ τοῦ Φιλοθέου καὶ τὶς μονὲς Καρακάλλου, Ξηροποτάμου καὶ Κωνσταμονίτου. Ἦταν γνήσιος ἐκπρόσωπος τῆς παλαιᾶς ἁγιορείτικης παραδόσεως καὶ ὁ ἐκ τῶν κυρίων παραγόντων τῆς ἀναστηλώσεως καὶ ἀνασυγκροτήσεως τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ.

Ὁ π. Ἐφραίμ, μόλις ἔφθασε στὸν Καναδᾶ καὶ ἄρχισε τὶς ἐξετάσεις στοὺς γιατροὺς συγχρόνως ἄρχισε νὰ ἐξομολογεῖ νὰ νουθετεῖ νὰ διδάσκει τοὺς ἀποδήμους Ἕλληνες ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ. Ἡ ποιμαντική του δράση, κατόπιν προσκλήσεων, ἀπὸ τὸν Καναδὰ ἐξαπλώθηκε στὶς Η.Π.Α. Ἔκτοτε οἱ ἐπισκέψεις συνεχίσθηκαν καὶ ἡ ποιμαντικὴ προσφορὰ τοῦ ὅλο καὶ αὐξανόταν. Τότε σιγὰ-σιγὰ ἄρχισε νὰ καλλιεργεῖται ἡ σκέψη νὰ ἱδρυθεῖ μοναστήρι στὴν Ἀμερική, ὥστε ὁ ἑλληνισμὸς νὰ ἔχει μία μόνιμη βάση ἀνεφοδιασμοῦ. Πράγματι ἄρχισαν ἐνέργειες καὶ ἱδρύθηκαν στὴν ἀρχὴ δύο μοναστήρια, τὸ ἕνα στὸ Μόντρεαλ τοῦ Καναδᾶ καὶ τὸ ἄλλο στὸ Πίτσμπουρκ τῶν Η.Π.Α. Τὸ θεοπρόβλητο αὐτὸ πείραμα εἶχε μεγάλη ἐπιτυχία καὶ συνεχίσθηκε μὲ τὴν ἵδρυση καὶ ἄλλων μοναστηριῶν, μὲ ἀποτέλεσμα σήμερα νὰ ὑπάρχουν 19 μοναστήρια καὶ νὰ δημιουργοῦνται ἄλλα δύο αὐτὴ τὴ στιγμή. Καὶ οἱ προτάσεις καὶ οἱ δωρεὲς γαιῶν -καὶ μάλιστα ἀπὸ ἑτεροδόξους καὶ ἀλλοθρήσκους- συνεχίζονται καὶ ὑπάρχει προοπτικὴ ἱδρύσεως καὶ ἄλλων.

Προσφάτως ὁ π. Ἐφραὶμ δέχθηκε πρόσκληση νὰ ἱδρύσῃ μονὴ καὶ σὲ ἄλλη ἤπειρο. Ἂς εὐχηθοῦμε καὶ ἡ πρόσκληση αὐτὴ νὰ πραγματοποιηθεῖ. Οἱ ἐκτάσεις ποὺ ἐκτείνονται τὰ μοναστήρια αὐτά, εἶναι τεράστιες 400-1500 στρέμματα. Πρόσφατα Ἑβραία δώρισε 2.000 στρέμματα στὸ Νέο Μεξικό, γιὰ νὰ ἱδρυθῇ καινούργιο μοναστήρι. Τὰ μοναστήρια εἶναι καὶ ἀνδρικὰ καὶ γυναικεῖα. Οἱ μοναχοὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἐλάχιστοι, ἡ πλειονότητα τῶν μοναχῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ γηγενεῖς ὀρθοδόξους της Ἀμερικῆς διαφόρων ἐθνοτήτων καὶ ἀπὸ προσηλύτους. Ἔχουν γίνει ὀρθόδοξοι, Μορμόνοι, Μουσουλμάνοι, Ἰνδοί, Ἑβραῖοι, Παπικοί, Προτεστάντες. Ἡ γλώσσα τῶν ἀκολουθιῶν εἶναι ἡ ἑλληνική, δίχως λέξη ἀγγλικά, καθὼς ὅλοι οἱ μοναχοὶ μαθαίνουν τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ τὴν βυζαντινὴ μουσική.

Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Αντωνίου
(Ἐπιφυλλίδες τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου», ἀρ.φ. 1724, 22-02-2008)

Ἀρκετοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν ἔλθει γιὰ κάποιο διάστημα καὶ στὸ Ἅγιο Ὄρος, γιὰ νὰ γνωρίσουν τὴν μοναστικὴ ζωὴ καὶ παράδοση στὴν κοιτίδα της. Τὰ μοναστήρια ὅλα αὐτὰ ἔχουν δημιουργηθεῖ τὰ τελευταῖα δεκαπέντε χρόνια περίπου. Οἱ ὁμογενεῖς ἔχουν ἀγκαλιάσει τὶς μονὲς μὲ μία ἀγάπη ἄνευ προηγουμένου. Πολλοὶ ἐκκλησιάζονται κάθε Κυριακὴ καὶ γιορτὴ καὶ παρακολουθοῦν τὸ δύσκολο τυπικὸ τῶν ἀκολουθιῶν εὐχαρίστως. Τὸ σπουδαιότερο εἶναι ὅτι τὰ μοναστήρια ἄρχισαν νὰ ἐπηρεάζουν καὶ τοὺς ἱερεῖς μας ἐπὶ τὸ παραδοσιακότερον. Τὸ ἐπισκέπτονται συχνά, ἀνανεώνουν τὶς πνευματικές τους δυνάμεις, υἱοθετοῦν ἐκκλησιαστικὲς καὶ παραδοσιακὲς ποιμαντικὲς μεθόδους, ρασοφοροῦν, γίνονται εὐαίσθητοι στὰ δογματικὰ θέματα, καὶ ἀντιδροῦν στὸν συγκριτισμὸ καὶ στὸν οἰκουμενισμό, ποὺ πᾶνε νὰ ἑνώσουν ὅλες τὶς θρησκεῖες ἀσχέτως τῶν τεραστίων καὶ φοβερῶν διαφορῶν ποὺ ὑπάρχουν.

Ὁ π. Ἐφραὶμ ἔχει ὡς βάση του τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου στὴν Ἀριζόνα, λίγη ὥρα μακριὰ ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα τῆς Ἀριζόνας τὸν Φοίνικα καὶ κοντὰ στὴν πόλη Florence. Τὸ μοναστήρι αὐτὸ ἱδρύθηκε τὸ 1995, μέσα στὴ ἔρημό της Ἀριζόνας, σὲ μία περιοχὴ ποὺ κατοικοῦν κυρίως Μορμόνοι. Οἱ Μορμόνοι εἶναι προτεσταντικὴ παραφυάδα, ποὺ ἱδρύθηκε τὸ ΙΘ´ αἰώνα, δέχεται τὴν πολυγαμία καὶ ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ προέρχονται ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους. Ἔχουν ὡς κέντρο τοὺς τὴν πολιτεία Γιούτα τῶν Η.Π.Α. καὶ ἵδρυσαν τὸ Salt Lake City πρωτεύουσα τῆς Γιούτα.

Γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἀγοράσθηκαν ἄλλα 1200 στρέμματα, ὅπου φυτεύτηκαν ἐλιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, φυστικιὲς Αἰγίνης, ἀμπέλια grape fruits καὶ ἄλλα. Ἡ περιοχὴ ἀπὸ ἔρημος ἔχει μεταβληθεῖ σὲ μία καταπράσινη ὄαση χάρη στὸ νερό, ποὺ βρῆκαν ἄφθονο κάνοντας γεωτρήσεις. Ἐπίσης μεταφυτεύτηκαν δένδρα ποὺ ἤδη ἦταν τεράστια, ὅπως φοίνικες καὶ κάκτοι, ποὺ προσδίδουν μία ἰδιαίτερη ἐξωτικὴ ὀμορφιὰ καὶ χάρη. Παρτέρια πλακόστρωτα, κρυφὸς φωτισμὸς τὴ νύκτα, συντριβάνια, ὁμοιώματα ζώων μέσα στοὺς κήπους, συμπληρώνουν τὴν παραδεισένια ὀμορφιά.

Τὰ πρῶτα κτίρια τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν 4 τροχόσπιτα τῶν 24 τετραγωνικῶν μέτρων περίπου, τὰ ὁποῖα ἔχουν μετατραπεῖ σὲ κτήρια, ἐνῶ κτίσθηκαν πλῆθος ἄλλα σὲ μόνιμες βάσεις. Ἐκτὸς τῆς κεντρικῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου (ἀφιερωμένη καὶ στὸν ἅγιο Νεκτάριο), ἔχει ἄλλες πέντε ἐκκλησίες καὶ μία ὑπὸ ἵδρυση σὲ ἕνα γειτονικὸ βουναλάκι. Αὐτὲς εἶναι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ ἁγίου Γεωργίου, τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου μέσα στὸ καμπαναριὸ τῆς μονῆς, καὶ τοῦ προφήτου Ἠλία ποὺ κτίζεται τώρα. Οἱ ρυθμοὶ τῶν ναῶν εἶναι διάφοροι καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς ὀρθοδοξίας καταλλήλως προσαρμοσμένα στὸ ἀμερικανικὸ περιβάλλον. Τὸ μοναστήρι ἐκτείνεται σὲ μία ἔκταση 432 στρεμμάτων περίπου, ἔχει ἑπτὰ ξενῶνες καὶ μπορεῖ νὰ φιλοξενήσει 500 ἄτομα. Ὁ ἀριθμὸς ἐπισκεπτῶν εἶναι τεράστιος.

Τὸ μοναστήρι ἔρχεται δεύτερο σὲ ἐπισκέψεις στὴν Πολιτεία Ἀριζόνα μετὰ τὸ Γκρὰντ Κάνυον, τὸ μεγάλο φαράγγι ποὺ κυλάει ὁ ποταμὸς Κολοράντο, καὶ εἶναι ὁρατὸ λόγω τοῦ μεγέθους του ἀπὸ τὴ σελήνη διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ. Τὸ Γκρὰντ Κάνυον ἔχει μῆκος 450 χιλιόμετρα, πλάτος στὸ φαρδύτερο σημεῖο 30 χιλιόμετρα καὶ στὸ στενότερο σημεῖο 6,5 χιλιόμετρα, βάθος δὲ 1600 μέτρα. Τὸ Γκρὰντ Κάνυον εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θαύματα τοῦ φυσικοῦ κόσμου γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἀξιοθέατά της Ἀμερικῆς. Καταλαβαίνουμε τώρα τί σημαίνει, νὰ ἔρχεται τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου δεύτερο στὶς ἐπισκέψεις μετὰ τὸ Γκρὰντ Κάνυον.

Ἡ φιλοξενία παρέχεται δωρεὰν κατὰ τὸ ἁγιορείτικο πρότυπο, καὶ εἶναι ἀβραμιαία. Τράπεζα παρέχεται τὸ πρωὶ μετὰ τὴν ἀκολουθία καὶ τὸ ἀπόγευμα μετὰ τὸν ἑσπερινό. Οἱ προσκυνητὲς ἄνδρες καὶ γυναῖκες συντρώγουν μετὰ τῶν μοναχῶν, ἀκούγοντας τὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ πατερικὰ κείμενα ὅπως συνηθίζεται στὶς ὀργανωμένες μονές. Στοὺς ξενῶνες ὑπάρχουν φροῦτα, ἀναψυκτικά, γλυκά, ξηροὶ καρποί, καφές, τσάϊ, ποὺ προσφέρονται ἐλεύθερα.

Τὸ μοναστήρι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν φιλοξενία παρέχει καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο. Ἔχει συσσίτια γιὰ φτωχοὺς καὶ προσφέρει βοήθεια σὲ ὅποιον τοῦ ζητήσει. Στὸ Tucson, μία κοντινὴ πόλη νοτιώτερα τοῦ μοναστηριοῦ, δημιουργεῖται ἵδρυμα γιὰ φτωχιὲς καὶ ἐγκαταλειμμένες γυναῖκες. Συνεπῶς στὴ μονὴ ἡσυχασμός, ἱεραποστολή, φιλοξενία καὶ φιλανθρωπία συνυπάρχουν σὲ μία ἁρμονικὴ σύνδεση.

Οἱ ἀκολουθίες γίνονται κατὰ τὸ ἁγιορείτικο τυπικό, ἐλαφρὰ προσαρμοσμένο γιὰ τὶς συνθῆκες τῆς Ἀμερικῆς. Καθημερινὰ προσεύχονται 2-6 τὸ βράδυ καὶ ὅταν ἔχει ὁλονυκτία ἀπὸ τὶς 12 τὰ μεσάνυκτα μέχρι 6.30 τὸ πρωΐ. Τὸ ἀπόγευμα τελεῖται ἡ Θ´ ὥρα, ὁ Ἑσπερινὸς καὶ τὸ Ἀπόδειπνο μὲ τοὺς Χαιρετισμούς. Οἱ μοναχοὶ εἶναι γύρω στοὺς 35 καὶ ἡγούμενος εἶναι ὁ ἁγιορείτης ἱερομόναχος Παΐσιος ποὺ εἶχε ἔρθει στὴν ἀρχὴ μὲ πέντε ἄλλους μοναχοὺς ἀπὸ τὸ Ὄρος γιὰ νὰ τὸ ἐπανδρώσουν.

Ὁ π. Ἐφραὶμ δὲν ἔχει διοικητικὰ καθήκοντα ἀλλὰ εἶναι ὁ Γέροντας τῶν ἱερῶν μονῶν, τόσο στὴν Ἀμερικὴ ὅσο καὶ ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἀπὸ τοὺς χαρισματούχους ἐκείνους κληρικούς, ποὺ συγκεντρώνουν πλῆθος κόσμου γιὰ ἐξομολόγηση, νουθεσία, καὶ πνευματικὴ καθοδήγηση. Ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἔρχονται γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν. Καὶ παρατηρεῖται τὸ ἀντίστροφο φαινόμενο ἀπ᾿ ὅτι ἴσχυε μέχρι τώρα, νὰ ἔρχονται δηλαδὴ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ γιὰ ἐξομολόγηση καὶ καθοδήγηση στὴν Ἑλλάδα καὶ μάλιστα στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τώρα οἱ ὄροι ἀντιστράφηκαν καὶ θὰ πρέπει νὰ προσέξουμε μήπως ἐφησυχάζοντες γιὰ τὴν πνευματικότητά μας, σὲ λίγο ἀναγκασθοῦμε νὰ προστρέχουμε στὸ ἐξωτερικὸ γιὰ πνευματικὴ βοήθεια.

Μιὰ διήγηση γιὰ τὶς μεγάλες ἀλλαγές
Ὁ π. Ἀντώνιος Μοσχονᾶς, συνταξιοῦχος ἐφημέριος στὸ Tucson, ἀπὸ τοὺς βασικοὺς συνεργάτες καὶ συμπαραστάτες τοῦ Γέροντα Ἐφραὶμ στὴν περιοχή, ἀναφέρει ὅτι: «ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς στὴν Ἀμερικὴ γιὰ 70 χρόνια περίπου προσπαθούσαμε νὰ φέρουμε τὸν κόσμο στὶς ἐκκλησίες κάνοντας φεστιβάλ. Δηλαδὴ διοργανώναμε γιορτὲς καὶ πανηγύρια καὶ προσφέραμε ποτά, φαγητά, χαρά, διασκέδαση καὶ ἄλλα παρόμοια. Εἴχαμε ξεχάσει τὴν προσευχὴ τὸ κομποσχοίνι, τὴν ἐξομολόγηση τὴ νηστεία, τὴν ἄσκηση, τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Τὸ σπουδαιότερο, δὲν ἀφήναμε νὰ δημιουργηθοῦν μοναστικὰ κέντρα. Τὰ θεωρούσαμε ὅτι δὲν χρειάζονται καὶ ὅτι δὲν ἔχουν νὰ προσφέρουν τίποτα στὴν Ἐκκλησία μας.

Καὶ ἦρθε ἕνα μικροσκοπικὸ ἀνθρωπάκι χωρὶς κοσμικὲς σπουδές, χωρὶς πτυχία θεολογίας, χωρὶς νὰ ἔχει ρηξικέλευθες καὶ καινοτόμους ἰδέες, ὅπως πιστεύαμε ὅτι ἔχουμε ἐμεῖς καὶ μᾶς θύμισε τὴν παράδοσή μας. Δὲν πούλησε σουβλάκια, γύρο, μουσακᾶ, μπακλαβάδες καὶ τὰ ἄλλα φαγητὰ τῆς ἑλληνικῆς κουζίνας, ἀλλὰ πούλησε, ἢ μᾶλλον προσέφερε δωρεάν, τὸν ξεχασμένο Χριστὸ τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν κάλεσε σὲ χοροὺς καὶ διασκεδάσεις, ἀλλὰ σὲ ἀγρυπνίες καὶ νηστεῖες.

Καὶ ὁ κόσμος, φωτισμένος ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν πλαισίωσε καὶ τὸν περιτριγύρισε καὶ τὸν ἐνίσχυσε. Ἡ κοσμοσυρροὴ ποὺ παρατηρεῖται εἶναι ἄνευ προηγουμένου. Ἡ Ἀμερικὴ ποὺ προσπαθοῦσε νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν καταναλωτικὴ κοινωνία, τὴν ἀφθονία καὶ τὸν κόρο τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, μὲ κινήματα ὅπως τῶν hippies καὶ τὴ στροφὴ πρὸς τὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, ἄρχισε νὰ ἀνακαλύπτει τὸν γνήσιο καὶ ἀρχέγονο χριστιανισμὸ τῆς Ὀρθοδοξίας μας.

Ὁ π. Ἐφραὶμ ἦρθε καὶ ἔκανε μία μεγάλη σκάλα ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Μᾶς ἔδωσε τὴν δυνατότητα ἐδῶ στὴν Ἀμερικὴ ν᾿ ἀνεβαίνουμε πάνω στὸν οὐρανὸ μὲ τὰ μέσα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Τὸ μοναστήρι, τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου ἐδῶ στὴν Ἀριζόνα, κτίσθηκε μὲ σημεῖα ποὺ ἔδειξε ὁ Θεός. Ὅταν ἦρθε ὁ Γέροντας στὴν περιοχή μας καὶ ἔψαχνε γιὰ μέρος ποὺ θὰ ἔκτιζε τὴ νέα μονή, ἐνῶ προσπαθοῦσε νὰ πάει ἀλλοῦ, ἔχασε τὸ δρόμο του καὶ ἦρθε ἐδῶ. Ἔμεινε κατενθουσιασμένος. Ἀμέσως πήγαμε σὲ κτηματομεσίτη τῆς περιοχῆς γιὰ νὰ δοῦμε τί μπορούσαμε νὰ ἀγοράσουμε. Ὅταν φθάσαμε στὸ μέρος ποὺ κτίσθηκε τὸ μοναστήρι ἀργότερα, ἐνῶ μιλούσαμε μὲ τὸν κτηματομεσίτη, ἀκούσαμε νὰ χτυπᾶνε καμπάνες ὅπως χτυπᾶνε οἱ καμπάνες τῆς Φιλοθέου. Ὁ Γέροντας εἶπε τότε: «ἐδῶ θὰ τὸ κτίσουμε». Τὸ εἶπα στὸν ἀείμνηστο Ἀντώνιο, ἐπίσκοπο τοῦ Σὰν Φρανσίσκο, στὸν ὁποῖο ὑπαγόμαστε καὶ κεῖνος εἶπε μέσα του «Κεφαλλονίτικη φάρσα», διότι εἶμαι ἀπὸ τὴν Κεφαλλονιά.

Μετὰ δύο χρόνια ὅμως, ἐνῶ πηγαίναμε στὸ μοναστήρι καὶ σταματήσαμε λίγο πρὶν φθάσουμε νὰ φορέσουμε τὰ ράσα μας, γιατὶ φορούσαμε λαϊκὰ ροῦχα ὅπως συνηθίζουμε ἐδῶ στὴν Ἀμερική, ἄκουσε τὶς καμπάνες καὶ ὁ δεσπότης. Εἶχε δώσει ἐντολὴ στὸν ἡγούμενο νὰ μὴν κάνουν ἐπίσημη ὑποδοχή, γι᾿ αὐτὸ ὅταν φθάσαμε τὸν μάλωσε. Ἐκεῖνος ὅμως ἀπάντησε ὅτι δὲν χτύπησαν τὶς καμπάνες καὶ ὅτι οἱ πατέρες εἶναι στὰ κελλιά. Τότε ὁ δεσπότης κατάλαβε τί συνέβη καὶ μοῦ ἐξομολογήθηκε τί εἶχε σκεφθεῖ ὅταν τοῦ ἀνακοίνωσα τί εἶχε συμβεῖ σέ μας. Ὁ ἐπίσκοπος Ἀντώνιος ὅταν γνώρισε τὸν π. Ἐφραὶμ καὶ τὸ ἔργο του, μοῦ εἶπε: «ὁ Ἐφραὶμ θὰ γεμίσει τὴν Ἀμερικὴ μὲ μοναστήρια. Πόσο τυχεροὶ εἴμαστε, ποὺ ἔχουμε γνωρίσει καὶ περπατᾶμε καὶ μιλᾶμε καὶ εὐλογούμεθα ἀπὸ ἕνα ζωντανὸ ἅγιο».

Ἂς εὐχηθοῦμε τὸ «Γκρὰντ Κάνυον» τῆς Ὀρθοδοξίας μας, τὰ Ὀρθόδοξα μοναστήρια τῆς Ἀμερικῆς, νὰ πολλαπλασιασθοῦν ἀριθμητικὰ καὶ νὰ προοδεύουν συνεχῶς ποιοτικά. Δὲν ξέρουμε ποιὲς εἶναι οἱ βουλὲς τοῦ Κυρίου μας.

«Μπορεῖ στὸ μέλλον ἡ Ἀμερικὴ νὰ γίνει μία νέα Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία»

(πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, καθηγητὴς θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.).

Μαρτυρίες προσκυνητῶν
Ὁ γέροντας Ἐφραὶμ ἔχει συκοφαντηθεῖ ὅσο λίγοι ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας στὶς μέρες μας καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἅγιος Νεκτάριος καὶ ἀκόμη χειρότερα. Πέρυσι (2007) μόλις μεγάλο κανάλι ἀμερικανικὸ ἔκανε συκοφαντικὸ καὶ στημένο ρεπορτὰζ μὲ ἀνυπόστατες κατηγορίες γιὰ τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, ὑποκινημένο ἀπὸ μοχθηροὺς ἀνθρώπους. Βέβαια, ἀμέσως μετὰ ὁ τηλεοπτικὸς σταθμὸς παρέλαβε ἑκατοντάδες μηνύματα διαμαρτυρίας, ἀλλὰ δὲν θεώρησαν πρέπον νὰ ζητήσουν συγγνώμη γιὰ ὅλη αὐτὴ τὴν ἀθλιότητα. Ἐν τούτοις, ὅλον αὐτὸ τὸν σταυρὸ ὁ Γέροντας τὸν σηκώνει μὲ ἀνεξικακία, χωρὶς ποτὲ νὰ κατηγορεῖ τοὺς ὑβριστὲς καὶ συκοφάντες του (ποὺ ἔχουν πάρα-πάρα πολλὰ στὴν καμπούρα τους, ἅμα τὸ σκαλίσει κανείς, ἀλλὰ ἂς μὴν πῶ τίποτα παραπάνω....). Καὶ γνωρίζω ὅτι ὅταν σὲ ἐξομολόγηση πήγαιναν ἄνθρωποι καὶ ἄρχιζαν νὰ ψέγουν τὸν ἐπίσκοπο (ἀκόμη καὶ ἂν ὁ ἐπίσκοπος αὐτὸς δὲν ἦταν φιλικὰ διακείμενος πρὸς τὸν Γέροντα), αὐτὸς τοὺς ἔκοβε τὴν κουβέντα μὲ τὸ μαχαίρι! Ἐδῶ φαίνεται ὅτι ὁ Γέροντας εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.
Πάντως ἐγὼ στὸ μοναστήρι τῆς Ἀριζόνας τοὺς εἶδα τουλάχιστον τοὺς δόκιμους, βιαστὲς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὅλο τὴν εὐχὴ λέγανε, ἄλλοι φωναχτά, ἄλλοι ψιθυριστά. Τὴν προτελευταία μέρα, θυμᾶμαι στὸ τέλος περίπου τῆς Θείας Λειτουργίας, ἦταν ἕνας δόκιμος (μᾶλλον) πεσμένος κάτω πρὶν τὴν ἐξώπορτα τῆς ἐκκλησίας καὶ ἔλεγε συνέχεια, καὶ ὅταν βγαίναμε (ὅσο θυμᾶμαι): «Πατέρες καὶ ἀδελφοί, συγχωρῆστε με γιατὶ δὲν σηκώνομαι ἀπὸ τὴν ἀκηδία μου». Εἰλικρινὰ νόμισα ὅτι ἤμουν τὴν ἐποχὴ τῆς Κλίμακος τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου.
Ἔχω γνωρίσει τὸ Γέροντα μέσω ἑνὸς πνευματικοπαιδιοῦ του, τοῦ ἱερομονάχου π.Ἀλεξίου. Τὸ ἄρθρο σας ἐπιβεβαιώνει γιὰ μία ἀκόμα φορὰ τὸ ὅτι γιὰ νὰ γίνει κάποιος ἅγιος πρέπει νὰ περάσει «διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου», νὰ ἀγωνισθεῖ, νὰ σταθεῖ ὄρθιος καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ νὰ στηρίξει καὶ ἑκατοντάδες συνανθρώπων του. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῶν ἁγίων μας καὶ τῶν γεροντάδων μας καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Γέροντα Ἐφραὶμ καὶ μακάρι νὰ μὲ ἀξιώσει ὁ Κύριος νὰ τὸν γνωρίσω καὶ αὐτόν, ὅπως μὲ ἀξίωσε νὰ γνωρίσω καὶ δύο ἄλλα ξεχωριστὰ «παιδιά» Του, τὸν Γέροντα Παΐσιο καὶ τὸν Γέροντα Πορφύριο.
Τὸ ἔργο τοῦ Γέροντα Ἐφραὶμ στὴν Ἀριζόνα εἶναι τεράστιο. Εἶναι ἕνα παράδειγμα γιὰ ὅλους μας ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ εἶναι πιστὸς στὸν Θεὸ αὐτὲς τὶς ἔσχατες ἡμέρες. Βλέπουμε τὸν Γέροντα καὶ τὰ μέτρα τῆς ἀρετῆς του καὶ παρηγοριόμαστε. Μπορεῖ νὰ μὴν μποροῦμε νὰ φτάσουμε σὲ αὐτὰ τὰ μέτρα ἀλλὰ παίρνουμε διάθεση πρὸς ἀγώνα κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνατοτήτων μας.

Μακάρι ὁ Θεὸς νὰ δίνει μακροημέρευση στὸν γέροντα Ἐφραίμ, γιατὶ ἔχει βοηθήσει καὶ βοηθᾶ πάμπολλες ψυχές, νὰ τοῦ δίνει δύναμη καὶ ὑπομονή, νὰ στερεώνει τὰ μοναστήρια ποὺ ἵδρυσε μὲ τόσο μόχθο καὶ νὰ δυναμώνει τὴν Ὀρθοδοξία στὸν Νέο Κόσμο, σὲ ὅλες τὶς κανονικὲς Ὀρθόδοξες δικαιοδοσίες.

[/fonts][/fontf]

24
Πνευματικά θέματα & Κείμενα / Τα δάκρυα της προσευχής...
« στις: 22 Οκτωβρίου, 2010, 11:31:21 πμ »
[font face=Times New Romanl][font size=3]
                          ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΠΕΝΘΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΑΣ
                                                                                                  Του Αγίου Βαρσανουφίου
                                                                                                              ==============

Από τον Αγιο Βαρσανούφιο κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ιωάννη:

-Πώς μπορώ να κόψω την παρρησία και να συγκρατώ τη γλώσσα μου;

-Με το πένθος, αποκρίθηκε ο Γέροντας.

-Kαι πώς μπορώ να διατηρήσω το πένθος, ξαναρώτησε ο αδελφός, όταν έχω δοσοληψίες με ανθρώπους και μεριμνώ για τις εργασίες των διακονητών; Έπειτα, υπάρχει καρδιακό πένθος χωρίς δάκρυα;

-Δεν γεννιέται το πένθος από τα δάκρυα, απάντησε ο Γέροντας, αλλά τα δάκρυα γεννιούνται από το πένθος. Και εκείνος πού βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους αποκτά το πένθος, αν κόβει το δικό του θέλημα και δεν κοιτάζει τα σφάλματα των άλλων.

Γιατί έτσι συμμαζεύονται οι λογισμοί του. Και όταν συμμαζευτούν, γεννούν στην καρδιά την κατά Θεό λύπη.

Και η λύπη φέρνει τα δάκρυα!!![/fonts][/fontf]

25
Πνευματικά θέματα & Κείμενα / Οι Ιεροί Κανόνες.
« στις: 20 Οκτωβρίου, 2010, 09:49:06 μμ »
[font face=Times New Romanl][font size=3]
                                                                                                           Ιεροί Κανόνες

                                                                                           Του π. Κων/νου Στρατηγόπουλου


 

                                                    Πηγή: Απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα ομιλίας  που δόθηκε την Δευτέρα 19 /10 /2009.
 
Σεβαστοί Πατέρες, Χριστεπώνυμο πλήρωμα της καθ ημάς Ορθόδοξου Εκκλησίας. Είναι σύνηθες όταν χρειαζόμαστε πνευματική τροφοδοσία, και καλά κάνουμε, να διαβάζουμε κάποια κείμενα κάποια βιβλία και να τρεφόμαστε από τα λόγια του Χριστού μας και των Αγίων Πατέρων της εκκλησίας μας.

Πολύ ωραίο είναι αυτό το πράγμα, αλλά έχω παρατηρήσει που δεν είναι σύνηθες μέσα σε αυτήν την πνευματική μας αναζήτηση για πνευματική τροφοδοσία, να ανοίξουμε καμιά φορά και να διαβάζουμε τα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων.

Τι διατυπώνεται εκεί; Όπως ξέρετε πολύ καλά, διατυπώνονται δυο πράγματα, διατυπώνονται τα δόγματα της εκκλησίας μας και μάλιστα αλαθήτως δια των Οικουμενικών Συνόδων και ταυτόχρονα διατυπώνονται πώς θα γίνουν οι δρόμοι και οι τρόποι για να μπορεί αυτά τα δόγματα να γίνουν πράξη στην ζωή μας κι αν στην ζωή μας κάτι δεν πάει καλά πώς μέσα από αυτά τα δόγματα θα διορθώσουμε τα μη σωστά. Έχουμε λοιπόν στις οικουμενικές συνόδους τους όρους που είναι τα δόγματα, κι έχουμε τους κανόνες το πώς θα θεραπεύουμε αυτό που δεν πάει σωστά. Θα μου πείτε, μα άλλο πράγμα να διαβάζεις ένα κείμενο ζωντανό, όπου παίρνεις πνευματική τροφή, κι άλλο να διαβάζεις τα πρακτικά των οικουμενικών συνόδων.

Γι αυτό ακριβώς τον λόγο, για να φύγει αυτή η πόλωση από τον νου μας, αυτή τη βραδιά πολύ σύντομα θα προτείνω κι αυτήν την ουσιαστική πάρα πολύ μέθοδο πνευματικής τροφοδοσίας μέσα από τους όρους και τους κανόνες της εκκλησίας μας, και δη θα μείνω στο θέμα το πώς οι κανόνες της εκκλησίας μας θεραπεύουν. Να το τονίσω αφετηριακά χρησιμοποιώντας λόγια των πατέρων της εκκλησίας μας.

 Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης λέει, ομιλώντας για τους κανόνες. (Προσέξτε οι όροι είναι τα δόγματα και οι κανόνες το πώς θα θεραπεύσουμε αυτό που δεν ζούμε σωστά.) Λέει «όπως αν θεραπευθεί παν αρρώστημα ψυχικόν», γι αυτό υπάρχουν οι κανόνες για να γιατρέψουμε κάθε αρρώστημα ψυχικό και παραλληλίζει την μελέτη των κανόνων και την εφαρμογή τους ως ιατρική μεθοδολογία.

Προσέξτε για να σας βοηθήσω να σας πω κάτι πολύ ουσιαστικά, λέω όροι και κανόνες, όροι είναι τα δόγματα, τα δόγματα είναι αλήθειες, αλλά τα δόγματα είναι αλήθειες οι οποίες αποκαλύπτονται από τον Θεό για να βιωθούν. Δεν αποκαλύπτονται απλώς για να γίνουν γνωστικά αντικείμενα μελέτης.

Παράδειγμα, μας αποκαλύπτει ο Θεός την αγάπη Του μέσα από το δόγμα της Αγίας Τριάδας, ασύλληπτο, μυστήριο, κι όμως το αποκαλύπτει Εκείνος, δεν το αποκαλύπτει για να πούμε ότι, ξέρετε εμείς ξέρουμε πολλά πράγματα, ξέρουμε τα δόγματα, το αποκαλύπτει για να το ζήσουμε.

Πώς θα το ζήσουμε; Το προσεγγίζουμε βέβαια το μυστήριο, ένας ο Θεός και ταυτόχρονα είναι τρεις, Πατήρ Υιός και Άγιο Πνεύμα, βλέπετε υπάρχει ενότητα, υπάρχει αγάπη, και ταυτόχρονα υπάρχει η ελευθερία και η διάκριση του προσώπου. Να λοιπόν τι μαθαίνουμε από το δόγμα της Αγίας Τριάδος, ενότητα και αγάπη, αλλά ταυτόχρονα πρόσωπο.

Αυτό στην ζωή μας πώς εφαρμόζεται; Πάρτε μια οικογένεια ένα μοναστήρι, απαραίτητο είναι να λειτουργήσουν ως κοινόβια, να υπάρχει ενότητα και αγάπη, αλλά ταυτόχρονα όλοι που μετέχουν σε αυτό το κοινόβιο θα έχουν την προσωπική τους ελευθερία, που δε θα καταπατηθεί και δε θα εξοντωθεί. Άνθρωποι χωρίς πρόσωπο δεν είναι άνθρωποι. Έρχεται λοιπόν εδώ κανόνας όταν αυτό δε βιώνεται σωστά να το διορθώσει με κάποια θεραπευτική μέθοδο. Dεν εφαρμόζουμε το δόγμα αυτό, μας βλάπτει, γιατί δε ζούμε σωστά. Έρχεται λοιπόν ο κανόνας να πει ποια είναι η θεραπευτική μεθοδολογία, άρα μιλάμε για κάτι πολύ σπουδαίο.

Ένας από τους μεγάλους και σοφούς ερμηνευτές των κανόνων της εκκλησίας μας ο σοφός ιερομόναχος Ματθαίος Λάσκαρης σε ένα κείμενο που έγραψε, που το λέει προθεωρία του συντάγματος, των κανόνων δηλαδή, λέει το εξής: «ουκ αν τις αμαρτία κοινών προσευχών ιατρείον, νοσούντων κατάλληλα κεραννυντας». Λέει ότι αν υπάρχει αμαρτία υπάρχει και ιατρείο και μπορούμε να δώσουμε στον άρρωστο κατάλληλα φάρμακα να θεραπευτεί. Και μάλιστα μέσα στον χώρο της ανατολικής αυτοκρατορίας, τόσο πολύ κατάλαβαν το κάλλος το θεραπευτικό των κανόνων της εκκλησίας μας και των Οικουμενικών Συνόδων, που πήραν πολλοί μεγάλοι αυτοκράτορες και έκαναν τους κανόνες νόμους.

Παραδείγματος χάριν ένας κανόνας μιας νεαράς του Ιουστινιανού το 545 ορίζει τα εξής: «Θεσπίζουμε την», ορίζουμε λοιπόν, «τάξιν νόμων επέχειν τους αγίους εκκλησιαστικούς κανόνας», να είναι ως νόμοι, «τους υπό των αγίων Συνόδων εκτεθέντων και βεβαιωθέντων τουτέστι αυτοί οι κανόνες», λέει, «και τα δόγματα καθάπερ τας Θείας Γραφάς δεχόμεθα, και τους κανόνας ως νόμους συλλάβομεν».

Έρχεται λοιπόν και βλέπει ότι υπάρχει εδώ ένα φάρμακο και λέει το κράτος: «οι πολίτες μου αυτό το φάρμακο το χρειάζονται» και το κάνει νόμο. Αυτό όμως δε σημαίνει πως πρέπει να θεωρούμε ότι οι κανόνες είναι κρατικοί νόμοι και υπήρξε μια μικρή σύγχυση τότε και έρχεται ένας μεγάλος Άγιος της εκκλησίας μας ο Άγιος Ιωάννης ο Σχολαστικός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος για να ξεχωρίσει αυτή την σύγχυση που με καλή διάθεση οι αυτοκράτορες θα έβαλαν, αλλά θεωρήθηκαν ότι οι κανόνες ενώνουν το κράτος, επιβάλλονταν μέτρα βίας αστυνομίας και οποιασδήποτε εκφράσεως που εφαρμόζει το κράτος.

Για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα σ’ ένα βιβλίο που λέγεται Συναγωγή, λέει ότι οι κανόνες αποτελούν νόμους θείους όχι πολιτικούς «νόμους τινάς και κανόνας ου πολιτικούς αλλά θείους και οι θεσπίσαντες τους κανόνες απέβλεπον δι’ αυτών δια την σωτηρίαν των πλημελούντων κι όχι την τιμωρίαν διά βασάνων όπως επιβάλλουν οι πολιτικοί νόμοι, ουκ ων τω δει ώσπερ οι πολιτικοί νόμοι τους πλημελούντας οικίζεσθε» δεν πρέπει να τιμωρούνται όπως οι πολιτικοί νόμοι.

Η διαφορά μεταξύ των ιερών κανόνων και των κρατικών είναι λοιπόν σαφής και η μικρή σύγχυση που επήλθε ξεκαθαρίζεται ξεκινώντας από τον Ιωάννη τον Σχολαστικό και από άλλους πατέρες και έτσι η διδασκαλία του Ιωάννου του Σχολαστικού είναι καθοριστική για να καταλάβουμε τους κανόνες. Είναι λοιπόν οι κανόνες εφαρμογή των δογμάτων, κι αν εφαρμόζουν τα δόγματα πρέπει να θεραπεύσουν.

Θα διαβάσω δύο κομμάτια από το γεροντικό της εκκλησίας μας, γιατί υπάρχουν δύο πράγματα σε μια θεραπευτική. Υπάρχει μια πληγή που γιατρεύεται εάν έχουμε έναν καρκίνο έρχεται ο χειρούργος κόβει τον καρκίνο μας θεραπεύει. Ο καρκίνος έφυγε αλλά η πληγή παραμένει ανοιχτή και θέλει κάποιους μήνες ή χρόνια για να κλείσει. Άλλο λοιπόν το ότι ο Θεός συγχώρεσε τώρα, αν έχουμε μετάνοια, και ο καρκίνος έφυγε και άλλο πως επειδή ακριβώς υπάρχουν πληγές ανοιχτές πρέπει να εφαρμοσθούν και θεραπευτικές μέθοδοι μακροχρόνιες πολλές φορές ή βραχυχρόνιες που είναι τα επιτίμια της εκκλησίας μας.

Ακούστε μια ιστορία από τον Αββά Ποιμένα: Αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα λέγων: «εποίησα αμαρτίαν μεγάλην και θέλω μετανοήσαι τρία έτη», έκανα αμαρτία και θέλω τρία έτη να μετανιώσω, «λέγει σ’ αυτώ ο αβάς: «πολύ είναι», λέει, κι είπε ο αδελφός: «άντε ως ένα χρόνο να μετανιώσω» κι είπε ο γέρων: «πολύ είναι», οι δε παρόντες γύρω από τον γέροντα έλεγαν, «άντε έως τεσσαράκοντα ημερών» και πάλιν είπε ο γέροντας: «πολύ είναι», είπε δε ο γέρων: «εγώ λέγω ότι εάν μετανοήσει ο άνθρωπος απ’ όλην την καρδίαν του και απ’ όλην την διάνοιά του γι αυτό που έκανε, τότε ο Θεός και πολύ μέσα σε τρεις μέρες τον δέχεται, και πολύ είναι», λέει, ο αββάς Ποιμήν το είπε αυτό.

 Και σε κάποιο άλλο σημείο ο αββάς Σισώης πάλι του γεροντικού λέει κάτι αντίστοιχο, «ηρώτησαν τον αββά Σισώην λέγοντες, αν τις αδελφός ου χρείαν έχει μετανοήσαι εν εαυτώ, μήπως χρειάζεται έναν χρόνο για να μετανιώσει; Ο δε είπε ο αββάς Σισώης είναι σκληρός αυτός ο λόγος, αφού δ’ απεκρίθη ομοίως εις ερωτήσεις: 6 μήνες; 40 μέρες; Πόσο;» Κατέληξε και είπε ο αββάς Σισώης: «πιστεύω ότι τω Θεώ ολοψύχως εάν μετανοήσει ο τούτος και εις 3 ημέρας δέχεται αυτόν ο Θεός και πολύ είναι πάλι λέω» αυτό σημαίνει ο Θεός συγχωρεί τους μετανοούντας το ξέρετε όλοι, αλλά η θεραπευτική αγωγή κατά τα μέτρα της Αρρώστιας θέλει κάποιο χρόνο.

Έτσι λοιπόν οι κανόνες της εκκλησίας διαπιστώνουν τι συμβαίνει, τι αρρώστια υπάρχει μέσα στο σώμα της εκκλησίας κατά τα ανθρώπινα μεγέθη πως θα θεραπευθεί το όργανο το οποίο βλάπτεται. Είναι άρρωστο το στομάχι, έχει μια αρρώστια, η ιατρική θεραπεύει και όλο το στομάχι αλλά θεραπεύει χωριστά και τα κάθε κύτταρα όλο λοιπόν το σώμα της εκκλησίας εκεί που αρρώστησε να θεραπευθεί και το κάθε κύτταρο που είμαστε εμείς να θεραπευθούμε να λοιπόν η πρώτη βασική και αφετεριακή θεραπευτική πρακτική των κανόνων.

Η θεραπευτική, καμία σχέση με τιμωρία, αλλά με ιστορίες θάρρους. Αλλά μελετώντας τα δόγματα της εκκλησίας μας, τους όρους, μαθαίνουμε την αλήθεια του Χριστού μας, μαθαίνουμε πώς να την εφαρμόσουμε κι αν κάνουμε λάθος και δεν τα εφαρμόσουμε, τότε να εφαρμόσουμε θεραπευτική.

Θα κάνουμε τώρα το εξής θα σας δώσω ένα μικρό εργαστηριακό υπόδειγμα. Έχω μπροστά μου τις γνωστές Οικουμενικές Συνόδους, δε μπορώ φυσικά στα επόμενα λίγα λεπτά που έχω μπροστά μου να τις μελετήσω όλες. Θα πάρω επιλεκτικά μερικές από αυτές και θα πάρω μερικούς κανόνες και θα σας δείξω εργαστηριακά, πώς ας πούμε, η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ασχολείται με αυτά τα θέματα και πώς οι κανόνες που έβγαλε είχαν σχέση το πώς αυτό το δόγμα θα εδραιωθεί στην ζωή μας.

Να αρχίσω να λέω παραδείγματα. Παίρνω την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Εκεί από ό,τι ξέρετε όλοι, μελετήθηκαν από τους πατέρες τα μεγάλα τριαδολογικά θέματα, για την Αγία Τριάδα. Υπήρχαν αιρέσεις υπήρχε ο αρειανισμός και τα μελέτησαν. Το είπα πριν από λίγο, η ενότητα και η διάκριση και αυτό το εφάρμοσα πριν από λίγο στην ζωή μας. Τι σχέση έχει τώρα με αυτό ο τρίτος κανόνας; (και δεν έκανε και πολλούς, 20 κανόνες έκανε περίπου η Α’ Οικουμενική Σύνοδος) μέσα σε αυτούς τους είκοσι που υπάρχουν δεκάδες θέματα;

 Ο 3ος κανόνας ομιλεί για ένα λάθος τρόπο ζωής, τότε υπήρχαν οι λεγόμενοι «συνείσακτοι», κάποιες γυναίκες που πήγαιναν και ζούσαν σε κάποιους χώρους, που δε λέω ότι ήταν αμαρτωλή η πράξη που έκαναν, αλλά επειδή δεν μετείχαν σε μια κοινότητα, σε μια οικογένεια ας πούμε, ή σ’ ένα μοναστήρι, διέσπασαν την ενότητα. Βλέπετε η οικογένεια είναι κοινότητα. Το μοναστήρι είναι κοινόβιο. Ποιος ο σκοπός τους; Να πάμε στον Χριστό. Πώς θα πάμε; Δια της αγάπης, δια της ταπεινώσεως, ότι κάνει μια γιατρειά. Αν διασπασθεί αυτή η ενότητα χρειάζεται θεραπεία. Παίρνει λοιπόν η Α’ Οικουμενική Σύνοδος το θέμα των συνεισάκτων και το διατυπώνει τριαδολογικά, ότι δεν λέει η ψυχολογία. Είναι κακό να είναι οι γυναίκες αυτές εκεί πέρα μέσα, και μπορεί να μην έκαναν και τίποτα κακό, αλλά σπάζει την ενότητα, παρέα σ’ ένα χώρο. Και τότε το απαγορεύει για λόγους θεραπευτικούς εφαρμόζοντας την τριαδολογία.

Ένας άλλος κανόνας, ο 4ος κανόνας λέει ότι για να χειροτονηθεί κάποιος επίσκοπος, πρέπει να υπάρχουν τρεις επίσκοποι να τον χειροτονήσουν, απόλυτη τριαδολογία. Του έλεγαν, ένας επίσκοπος λέει τυγχάνει να το μεταδώσει για να γίνει επίσκοπος, λέει όχι, τρεις επίσκοποι, ακριβώς η εφαρμογή της τριαδολογίας στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο.

Και φυσικά ένας άλλος κανόνας πολύ γνωστός βέβαια, ο κανών 15 που λέει ένας κληρικός δε μπορεί να μεταβαίνει από μια εκκλησία σε μια άλλη εκκλησία. Είσαι σε μία ενορία, κάνεις αυτό που κάνεις, αυτά είναι τα όρια σου, δε μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις στην πλαϊνή ενορία. Εδώ εφαρμόζεται το δόγμα της Αγίας Τριάδας. Στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχει σύγχυση, ο Πατήρ είναι Πατήρ ο Υιός είναι Υιός, και το Άγιο το Πνεύμα είναι το Άγιο Πνεύμα.

Πώς υπάρχει ο Πατήρ; Υπάρχει αγεννήτως, υπάρχει ο Υιός γεννητώς, το Άγιο Πνεύμα υπάρχει εκπορευτώς. Υπάρχει λοιπόν μια διάκριση. Αυτό δε μπορεί να συνεχιστεί, η ευθύνη σου είναι εδώ σε αυτά τα όρια, δε μπορεί να πας παρακάτω να κάνεις ένα γάμο ένα μυστήριο χωρίς την άδεια του Επισκόπου, του εφημερίου του εκεί, γιατί θα πει ότι είσαι καλύτερος από τους άλλους. Στην Αγία Τριάδα δεν υπάρχει καλύτερος ή χειρότερος, δεν υπάρχει ποιος κάνει καλύτερα, υπάρχει αλληλοπεριχώρηση, υπάρχει ταπείνωση, υπάρχει αγάπη.

 Το 325 για να μην καταστρατηγηθεί μέσα στο σώμα της Εκκλησίας στην εκκλησολογία μας, το τριαδολογικό δόγμα, δεν επιτρέπετο σε ιεράρχη (κι ας είναι άγιος, κι ας είναι προορατικός), να πάει να κάνει ένα μυστήριο παρακάτω χωρίς την άδεια του εκεί επισκόπου, για να μην νομίσει ότι είναι σπουδαίος κι είναι καλύτερος από τους άλλους.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τον τελευταίο κανόνα της Α’ Οικουμενικής Συνόδου τον εικοστό, που λέει κάτι πρακτικό: Λέει ότι δεν πρέπει τις Κυριακές και την περίοδο της Πεντηκοστής να γονατίζουμε. Αυτό είναι πολύ πρακτικό. Η εκκλησία είναι σώμα, κι ο καθένας δεν κάνει ότι θέλει. Κι όταν λέει η εκκλησία να νηστεύουμε Τετάρτη και Παρασκευή λειτουργούμε ως σώμα. Δε θα πεις εγώ θα νηστεύω Τρίτη, Πέμπτη. Λειτουργείται το σώμα η ενότητα η τριαδολογική του δόγματος της Αγίας Τριάδας. Θα πεις: εγώ έχω ευσέβεια, τώρα γίνεται λειτουργία είναι τα «σα εκ των σων» θέλω να γονατίσω και να κλάψω. Ο κανόνας λέει όχι, ξέρω ότι είσαι ευσεβής «μη κλίνει γόνυ την Κυριακή και την Πεντηκοστή». Ως τώρα αν το ακούγατε αυτό ίσως θα θεωρούσατε ότι είναι μια ιδιοτροπία, μια ηθικιστική αντίληψη. Καθόλου! Είναι πρακτική εφαρμογή του δόγματος, γιατί σ’ αυτό τον χώρο που λέγεται εκκλησία δεν κάνεις ό,τι θέλεις.

Να πάμε πάλι δειγματοληπτικά στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο όπου συνεχίστηκαν τα θέματα τα τριαδολογικά, αλλά μπήκαν και τα πιο έντονα εκκλησιολογικά. Να σκεφθείτε ότι οι τελευταίες γραμμές του συμβόλου της πίστεώς μας «εις μιαν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν εκκλησίαν» προσετέθηκαν τότε στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο γιατί ήλθαν να λύσουν πολλά προβλήματα εκκλησιαστικά.

Να ένα, ο τρίτος κανόνας της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, που λέει για τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, όχι τα πρεσβεία τιμής, στα άλλα πατριαρχεία, μετά τον της Ρώμης επίσκοπον. Τα πρεσβεία τιμής είναι μια τριαδολογία, ένας επίσκοπος δεν είναι καλύτερος από τον άλλον. Δεν υπάρχει πρεσβείο υπεροχής ή εγωισμού. Υπάρχει πρεσβείο τιμής, αλλά κανείς δεν είναι καλύτερος από τον άλλον. Διατηρεί την τριαδολογία ή λέει στον κανόνα 6 πόσο κακό πράγμα είναι κάποιος να κατηγορεί τον επίσκοπο της περιοχής του. Πόσο κακό πράγμα είναι. Αν είναι λέει κάτι το οποίο υπάρχει, θα εφαρμόσεις τον λόγο του κατά Ματθαίον ευαγγελίου του Χριστού μας: “ειπέ τη εκκλησία”.

Αλλά δε μπορείς εσύ να σηκώνεις κεφάλι και να κάνεις τον έξυπνο και να διασπάς την ενότητα της εκκλησίας, γιατί την ώρα που κατηγορείς ευκαίρως - ακαίρως τον επίσκοπο κι αν έχεις κάτι να του πεις, πες το «τη εκκλησία», (στο αρμόδιο όργανο της εκκλησίας όπου πρέπει να το πεις). Διαφορετικά διασπάς την ενότητα, γιατί ο επίσκοπος εκφράζει την ενότητα της εκκλησίας μας ως ορατό σημείο της παρουσίας του Χριστού μας. Βλέπετε; Εφαρμογή δογμάτων είναι αυτό.

Ή πάλι να πάμε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, όπου εκεί έχουμε τα πολύ μεγάλα θέματα τα χριστολογικά. Πώς ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση, ασυγχύτως, αδιαιρέτως; πάρχουν όρια εκεί. Έρχεται το θείο με το ανθρώπινο και το ανθρώπινο δεν εξαφανίζεται, δεν λιώνει εμπρός στην παρουσία του Θεού. Ασυγχύτως και αδιαιρέτως, λέει ο 3ος κανόνας, μιλάει για τους κληρικούς ή τους μοναχούς οι οποίοι δεν πρέπει να αναλαμβάνουνε ποτέ κοσμικές φροντίδες, να συσχηματισθούν με πράγματα του κόσμου, να κάνουν εμπόριο, να κάνουν αγοραπωλησίες, να διαχειρίζονται κτήματα, γιατί το έργο τους είναι διακονικό. Προσέξτε ακόμα και οι Λευίτες στην Παλαιά Διαθήκη δεν είχανε κλήρο, δεν είχανε δική τους γη, απλώς ήταν να λειτουργούν τον Θεό. Μια εξαίρεση δίνει ο κανόνας: Αν υπάρχουν ορφανά, πρέπει τότε ο εκεί επίσκοπος, ο εφημέριος ή ο μοναχός στην περιοχή που βρίσκεται το ορφανό, να κοιτάξει μην του κλέψουν την περιουσία για να μην αδικηθεί. Απαραίτητο είναι τότε να αναλάβει αυτή την κοσμική ευθύνη, από φιλανθρωπία. Βλέπετε εφαρμογή του χριστολογικού δόγματος.

Το ίδιο πράγμα λέει ο 7ος κανόνας. Μπορεί να σας φανεί παράδοξο, «κληρικός ή μοναχός μη στρατευέστω». Το ξέρουμε αυτό, να μην πηγαίνει στον στρατό. Όχι γιατί κρίνει ή δεν κρίνει τον στρατό, άλλο είναι το διακόνημά του, γιατί όταν πάει στον στρατό θα έχεις και εχθρούς, είσαι με μια μερίδα και η εκκλησία δεν είναι με καμία μερίδα. Η εκκλησία είναι με όλους και αγαπάει τους πάντες. Κι ο Χριστός πεθαίνει γι αυτούς που τον σταυρώνουνε. Σοφός ο κανόνας και δεν γίνεται σύγχυση πολύ μεγάλων πραγμάτων. Σύγχυση του ήθους της εκκλησίας μας με το κράτος που αγαπούμε. Δε γίνεται σύγχυση με τίποτα και δεν υπάρχει ποτέ εχθρός σε αυτήν την ιστορία.

Κατά την ίδια έννοια υπάρχει κάτι που δεν το φανταζόμαστε. Ο κανόνας 11 λέει ότι πρέπει να δίνονται ειρηνικές επιστολές. Τι είναι αυτές οι επιστολές; Είναι πολύ απλό. Υπάρχει εδώ στην ενορία ένας φτωχός και ζητάει φαγητό. Κάνετε ό,τι μπορείτε αλλά δεν καλύπτεσθε και λέτε: «να με βοηθήσει και η πλαϊνή ενορία»; Για να μη γίνει αυτός περιπλανώμενος ζήτουλας και σπάσει την ενότητα της ενορίας, προσέξετε τώρα, μπορεί να πάει πλάι να ζητήσει, αφού εδώ του δώσουνε ένα χαρτί που λέγεται: «Ειρηνική Επιστολή». Και ασχολείται με αυτό το θέμα, η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος που λύνει το θέμα το χριστολογικό.

Αντιμετωπίζει μια τρομερή αίρεση και για να παραμείνει το κάλλος του προσώπου του φτωχού, που για να μη γίνει περιπλανώμενος ζήτουλας, και να έχει κάλλος, σεβασμό, στο πρόσωπό του, να πει «έχω ανάγκη», να πει ο παππούλης: «Τόσο μπορώ, πάρε αυτή την επιστολή, που λέγεται ειρηνική επιστολή να έχεις αξιοπρέπεια», Να μη συγχυστεί το πρόσωπο του φτωχού με την φτώχια του.

[/fonts][/fontf]

Σελίδες: [1] 2 3